Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Η Θειά Δημήτρω απο τη Βόνιτσα σε Πρεβεζιάνικη Κηδεία!

        Η ώρα είχε περάσει κι πήγαμε ίσα στο σπίτι τσ’ Μυγδάλους. Κάτσαμε στ’ μπότζο κι ακσαμε τα φούμα τσ’ Πρέβεζας. Δε χρειάζεται να παίρνεις εφημερίδα, πας σε κηδεία κι μαθαίνεις τα νέα και τσ΄αλνής τσ΄μέρας.
        Δίπλα μ’ τοπίστρωσε μια Πριβιζιάνα. Παραδίπλα μια απ΄του Λούρου και απ΄τη άλλη μεριά μια απ’ τα Παλιάμπελα, παντρεμένη στ΄Πρέβεζα, η Τσία απ’ το παζάρι.  Είπαμε τα δκά μας μι τ’Τσία, ήπιαμι το καφέ κι πήραμε στο χέρι από ένα απ’ τα βουτήματα που μόλις τα φέρανε μέσα σε μια λίμπα.
Πρίν του βάλ΄στο στόματς’ η Τσία , μ’ λέει: 
  -Δμήτρου εσύ πούσε πιο κοντά, δεν μ’ παίρνεις ένα άλλο χωρίς σουσάμ΄. 
  -Πάω να απλώσω το χέρ’ στ’ λίμπα, τίποτα μέσα. Τράου αυτή απ’ του Λούρου, είχε μια μπούκα να. Θάχε βάλει μέσα πάνω από τέσσερα κλουράκια, δεν μπόργε να τα γυρίσει. Η άλλη απ΄Πρέβεζα είχε στα χέρια τσ΄δύο μαζί. Πάει να βάλ’ τονα στο στόμα τσ’ κι εξαφανίζονται και τα δύο. Που πήγανε; Να τα κατάπιε μι τ’ μία, αποκλείεται, να τα ματσάλιασε αποκλείεται. Η άλλη με τα τέσσερα, τα βοήθαγε με λίγο νεράκι......



    Ξαναφέρνε γεμάτη τ’ ΄λίμπα και τράου δίπλα μ’ τ’ Πρέβεζάνα. Παίρνει με τ΄αριστερό δύο κλουράκια, τα πάει μέχρι το στόμα, κι χωρίς να τα φάει εξαφανίζονται.
-Ωρέ λέου τσ’ Τσίας, έχουμε φακίρ’. 
     Ξαναπέρν’ δύο κι πάλι τα εξαφανίζει, ενώ η Λουριώτσα ακόμα προσπάθαγε να τα γυρίσει στο στόμα

Ρουτάω τ΄Τζία:
-ποια είναι η Πρεβεζάνα, 
-κι μ’ λέει του τάδε κι ότι ήτανε στ΄κομματική οργάνωση γραμματέας για δύο χρόνια.
      Αμ΄έτς΄. Είχε πάρ’ ειδικά μαθήματα κι γω προσπάθαγα να δού που πάνε τα κλουράκια, πάντως τα κλουράκια μαζί δε τάφαγαμι.

       Σκώθκα για νερού μ’ κι πέρασα απ’ εκεί π’ κάθονταν οι άντρες, στ΄κουζίνα. Μωρ’ δε μίλαγε κανένας, πθενά το λακριτί πούχαμε εμείς μέσα. 
-Μωρέ λέου, να το σέβας, να η λύπ’, να η καλή κηδεία.
      Τραβάου τ΄αντικρισιά μ΄προς του νεροχύτη, κι λάμπαξα. Ητανε μια πούπλενε  τα φλυτζάνια, ντίπ  στα μαύρα μι ένα αραχνούφαντο τ’ κόλου. Αφού ξεχώρζε μια ζωγραφιά πούχε στο κωλομέρ’. 
        Μεγάλη αφοσίωση ο Τακούλας, αν ήτανε γραπτά θάχε γράψει είκοσι μι άριστα το πέντε.
     -Τακούλα μ’ τ’ λ’εου, ο πίσνός τσ’ πεθεράς, έτσι κι κάνει τατού, θάνε η εγκυκλοπαίδεια τ΄Πάπυρους Λαρούς. Αλλά επειδή ο πισνός τσ’  δεν αγναντεύεται θά μενες πάντα μεταξεταστέος.

       Στ΄εκκλησία είπα να πάω να σπαστώ για τελευταία φορά, τ΄Μυγδάλου. Που να ξεσπάσω απ΄τ΄πολυκοσμία. Σμπρώξμο, λές κι θα πήγαινανε για το γάλα τσ΄ούντρας.
      Τράου κι βλέπω ένα ωραίο. Ενας για να περάσει πρώτος, μπήκε από τ’ μια πόρτα του ιερού και βγήκε απ΄την άλλη, μπροστά μπροστά για τα συλλυπητήρια.
        Ωρε λέω μωρέ και θμαμε τα παλιά τα χρόνια πουμνα κοπέλα. Ολόκληρος παππάς στ’ Βόνιτσα δεν μποργε να ξομπλιάσει τέτοιο τρόπο. Κι μετά ήλεε ότι είχε ιδέες.  
        Περιμέντε να σας πώ για τ΄παλιά τ’ Βόνιτσα τι κάνανε; Ε, ας το πάρει η κβέντα........


Η συνέχεια και το τέλος σε επόμενη ανάρτηση.

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΟ 1ο ΜΕΡΟΣ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο