Γράφει ο Στυλιανός Ντίνος
Ήταν μέσα Απριλίου του 1970, και σε δύο εβδομάδες θα είχαμε τη Λαμπρή. Στο Δημοτικό σχολείο οι Μπουχαλιώτες[1] ετοιμάζονταν για τις δικές τους αγραπνιές[2] πίσω από το ιερό των Αγίων Αποστόλων. Εμείς οι Παζαριώτες το μόνο που μας είχε μείνει από διηγήσεις παλαιοτέρων, ήταν για αγραπνιές και στην συνοικία του Παζαριού, πίσω από το ιερό του Αγίου Σπυρίδωνα. Πότε αυτό; Και αυτοί δεν θυμούνταν! Τόσο παλιά!...
Τότε ο Τάκης ο Φερεντίνος, ο επονομαζόμενος «Τσιπερίπο», έριξε την ιδέα να ανάψουμε και εμείς φωτιά πίσω από το ιερό του Αγίου Σπυρίδωνα. Το πρώτο πρόβλημα ήταν τα ξύλα. Έπρεπε να μαζευτούν, αλλά από πού;
Πρώτος έκανε τη κίνηση, ποιος άλλος από τον Τσιπερίπο. Μπορεί η ηλικία του να ήταν μικρή (έντεκα ετών) αλλά ήταν αίλουρος. Άσε το σημάδι με τη λαστιχιέρα[3]!
Τον είδαμε απόγευμα, να έρχεται στη πλατεία της Νυχτερίδας[4] με ένα φόρτωμα ξύλα από βαμπακιές. Τότε όλα τα χωράφια γύρω από τη πόλη χρησιμοποιούταν για την καλλιέργεια του βαμπακιού και στον μήνα Απρίλιο τα φυτά της προηγούμενης χρονιάς ήταν ξερά.
Από εκείνη την ημέρα και μέχρι και την μεγάλη Τετάρτη όλοι της γειτονιάς πηγαίναμε στα χωράφια της περιοχής Κούλια Γρίβα[5] και γυρίζαμε με ένα φόρτωμα βαμπακιές ο καθένας. Τα αποθηκεύαμε στην αυλή της θειά-Νίδενας, η οποία για χάρη του εγγονού της , του Νίδα, μας άφηνε να της κάνουμε την αυλή αποθήκη. Οι ντάνες από τις βαμπακιές είχαν περιτριγυρίσει τη μεγάλη μουσμουλιά[6] της αυλής.
Κάποια άλλα παιδιά, όπως ο Τάσος, ο αδελφός του Τσιπερίπο, πήγαν στην Χώρα και μάζεψαν φλούδες από τα δέντρα ευκαλύπτου, καθώς και μικρά χειρόξυλα.
Οι ηλικιωμένοι του Παζαριού, όταν μας έβλεπαν να κουβαλάμε τις βαμπακιές, μας έλεγαν ότι η φωτιά δεν θα κρατούσε ούτε ένα μισάωρο, αφού οι βαμπακιές ήταν ψιλά αφρόξυλα. Εμείς όμως δεν είχαμε άλλη λύση, δεν καταλαβαίναμε και τι μας έλεγαν, και έτσι συνεχίζαμε την συγκέντρωση.
Οι μανάδες μας προσπάθησαν αρχικά να μας αποτρέψουν από το άναμμα της φωτιάς, και αφού δεν «βάζαμε μυαλό» άρχισαν οι απαγορεύσεις και τις καλές κουβέντες: «Μωρέ κουτσοκέφαλα,, ευκαιρία θέλουνε να μας πάνε στην εξορία». Εμείς, αμετανόητοι…
Μέχρι που έφτασε η Μεγάλη Πέμπτη. Άρχισε να λειτουργεί η εκκλησία και εμείς μεταφέρναμε τις βαμπακιές πίσω από το ιερό του Αγίου Σπυρίδωνα. Εκτός από τον φόβο των χωροφυλάκων, μεγαλύτερος φόβος ήταν μήπως έλθουν Μπουχαλιώτες με παφίλια[7] νερού και μας την σβήσουν.
Ο Τσιπιρίπο ήταν καθησυχαστικός. «Δεν θα έρθει κανείς, μου το είπε ο Νάυλον». Το «Νάυλον» ήταν το παρατσούκλι του Τάκη Τσαβαλά, Μπουχαλιώτης, συνομήλικος και συμμαθητής στο Δημοτικό.
Ποιος θα έβαζε το πρώτο σπίρτο εκτός από τον Τσιπερίπο; Πήρε λαμπάδα η φωτιά, αλλά μετά από λίγα λεπτά, όσες αγκαλιές από βαμπακιές και να ρίχναμε, η φωτιά έχανε την πύρια της.
Εμείς είχαμε αρχίσει να λέμε τα «εγκώμια των αγραπνιών» , μάλιστα κάπως στα γρήγορα πρίν σβήσει η φωτιά. Μόνο τα γνωστά εγκώμια των αγραπνιών και κανένα σατυρικό για τη χρονιά που πέρασε. Ήμασταν στο τελευταίο εγκώμιο και κοιτάζοντας τη φωτιά που έχανε την πύρια της, το τραγουδούσαμε κάπως βιαστικά:
« Αν δεν σε διάβασα καλά,
το καλό να μην το δείς,
κάθε κλαρί να στέκεσαι,
σε πουρνάρα να τσιρλιέσαι,
κι σ’ ένα μαύρο κούτσουρο
να κάθεσαι να ξυέσε».
Τότε ακούστηκε ο μικρός Χαρίλαος Δρίβας : « Ο παππούς μου έχει κάτι βαρέλια στο ισόγειο».
Ούτε εκατό μέτρα δεν απείχε το ισόγειο του γιατρού του Καλαντζή και το περιεχόμενό του από καμιά δεκαριά ξύλινα βαρέλια τυριού έγιναν τροφή για τη φωτιά. Εν τω μεταξύ άρχισαν να συγκεντρώνονται γύρω από τη φωτιά και μεγαλύτεροι στην ηλικία κυρίως γυμνασιόπαιδα. Πρώτος και καλλίτερος ο Γκίτ (Γεώργιος Αλμύρας).
Μόλις άρχισε να πέφτει η φωτιά, ο Γκίτ έριξε την ιδέα και την υλοποίησε πρώτος: «Υπάρχουν και παντζούρια». Σε λίγο κατέφθασε με δύο παντζούρια από το περίπτερο που είχε η μάνα του, η μακάρια Κυρα-Κούλα, στο πίσω μέρος της πλατείας Νυχτερίδας.
Ξαμοληθήκαμε όλοι για να πάρουμε παντζούρια, ενώ μέσα στην εκκλησία πλημμύρισε η είδηση «θα κάψουνε τα παντζούρια». Άδειασε όλη η εκκλησία από τις γυναίκες. Όλες έφυγαν τρέχοντας και πήγαν μπροστά από τα σπίτια τους, κρατώντας ένα καλό χειρόξυλο, ώστε να μας εμποδίσουν να πλησιάσουμε τα παραθυρόφυλλα.
Μπορεί να έληξε άδοξα η τελευταία αγραπνιά πίσω από το ιερό του Αγίου Σπυρίδωνα, όμως ήταν ένα γεγονός, που ξεκίνησε από την ιδέα του Τσιπερίπο. Δεν ξαναεπιχειρήθηκε, καθώς την επόμενη χρονιά ο Τσιπερίπο έφυγε για την Αθήνα, και ένα χρόνο μετά και τα αδέλφια του ο Πάνος και ο Τάσος μετακόμισαν στην πρωτεύουσα.
Οι τελευταίες Αγραπνιές στο Παζάρι: « Ήταν 1970, και εμείς ήμασταν έντεκα χρονών.»
ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑ ΑΚΑΡΝΑΝΩΝ
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
[1] Μπουχαλιώτες: Οι κάτοικοι της συνοικίας Μπούχαλη (Από το Βενέτικο Boccale). Στα βενέτικα χρόνια οι συνοικίες της Βόνιτσας ήταν έξι, αλλά στα μετέπειτα χρόνια ο Κόκκινος, η Χώρα και το Μυρτάρι εντάχθηκαν στη συνοικία Παζάρι (Παλαιό Borgo) , ενώ το Νεοχώρι (Άγιος Δημήτριος) εντάχθηκε στη συνοικία Μπούχαλη. Οι διαφορές Μπούχαλης και Παζαριού αγεφύρωτες. Μάλιστα κάποιοι του Παζαριού αποκαλούσαν την Μπούχαλη και τον Άγιο Δημήτριο ως «Λαϊκή Κίνα και Κορέα».
[2] Αγραπνιές: Έθιμο της Μεγάλης Εβδομάδας, όπου από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι και την Μεγάλη Παρασκευή ανάβουν φωτιά πίσω από το ιερό της εκκλησίας, και όσο η φωτιά καίει, ακούγονται σατυρικοί στίχοι με τα γεγονότα της χρονιάς που πέρασε, μέσα από ένα μοναδικό μουσικό δρόμο (ρυθμό).
[3] Λαστιχιέρα= δίχαλη σφεντόνα
[4] Νυχτερίδα: Η πιο παλιά πλατεία της Βόνιτσας. Στα σπίτια πέριξ της πλατείας έζησαν οι μεγαλύτεροι ευεργέτες-δωρητές της κοινότητας Βόνιτσας: Κουρκούτας- Σακελλαρόπουλος- Γαβριλάκης. Η πιο παλιά ονομασία της ήταν «Ζορμπά» . Επί Μεταξά μετονομάστηκε σε 4ης Αυγούστου, αλλά οι Βονιτσάνοι αντιδρώντας σε αυτή την ονομασία την αποκαλούσαν «Νυχτερίδα» από την ονομασία του μεγάλου πετρόκτιστου καφενείου-κέντρου διασκέδασης, που βρισκόταν στα νότια της πλατείας. Το 1976 μετονομάστηκε σε πλατεία Σακελλαροπούλου, προς τιμή του μέγα δωρητή Επαμεινώνδα Σακελλαρόπουλου.
[5] Η Κούλια του Γρίβα (Του Γαρδικιώτη Γρίβα) ήταν στη σημερινή περιοχή βόρεια από τα Μυρταριώτικα.
[6] Η μουσμουλιά της θειά-Νίδενας ήταν ονομαστή για το υπερβολικό μέγεθος , αλλά και για το πλήθος των καρπών της.
[7] Πάφλας= μεταλλικό δοχείο



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο