Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν Έλληνες στην Ελλάδα!

Τα προσωρινά στοιχεία της απογραφής του πληθυσμού το 2011 αποκαλύπτουν ότι για πρώτη σημειώνεται μείωση του πληθυσμού στη χώρας και επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση για εφιαλτικά σενάρια μετά το 2020. Μοιραία και για το δημογραφικό πρόβλημα η δεκαετία του 1980…

Γράφει ο:
Δημήτρης Στεργίου

   Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 δημοσιεύθηκε στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» μια έρευνα του καθηγητή στις ΗΠΑ κ. Μιχάλη Γκιόκα με εφιαλτικές διαπιστώσεις για το ελληνικό δημογραφικό πρόβλημα: Σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχουν Έλληνες στην Ελλάδα!.. 

      Και, δυστυχώς, η δαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται κάθε φορά από τα στοιχεία της γενικής απογραφής του πληθυσμού της χώρας μας και ιδιαίτερα από την τελευταία (το 2011).
     Από τα προσωρινά στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Ελληνική Στατιστική Αρχή, ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε από 10.934.097 το 2001 σε 10.787.690 κατοίκους σήμερα (μείωση 1,34%).
     Είναι η πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση που καταγράφεται συρρίκνωση του γενικού πληθυσμού. Οι πίνακες των προσωρινών στοιχείων αποκαλύπτουν υποχώρηση του αριθμού των μόνιμων κατοίκων στη συντριπτική πλειονότητα των περιφερειών, με το Ν. Αιγαίο και την Κρήτη να αποτελούν τις μόνες φωτεινές εξαιρέσεις.
    Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και η Γαύδος «τσίμπησε» σε νούμερα, από μόλις 98 μόνιμους κατοίκους το 2001 σε 150 σήμερα.

      Κάθε πέρσι και… καλύτερα, λοιπόν, στο δημογραφικό πρόβλημα της χώρας μας, το οποίο έχει εξελιχθεί σε «ωρολογιακή βόμβα» κυρίως μετά το 1980. Από τότε άρχισαν να επιδεινώνονται όλοι οι δείκτες γονιμότητας, να ερημώνει η ελληνική ύπαιθρος, να κλείνουν σχολεία στην περιφέρεια και να προκαλούνται έντονοι τριγμοί στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα της χώρας μας.
    Το ίδιο και, σε μερικές περιπτώσεις, οξύτερο δημογραφικό πρόβλημα αντιμετωπίζουν και πολλές άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αρκεί να αναφερθεί μόνο τούτο: το 2000 ο πληθυσμός της Ευρώπης αυξήθηκε κατά 343.000 άτομα, δηλαδή όσο ακριβώς αυξήθηκε ο πληθυσμός της Ινδίας μέσα στην πρώτη εβδομάδα του 2001. Αν συνυπολογίσει κανείς τη μετανάστευση, το 2000 η Ευρώπη «κέρδισε» 1,2 εκατ. κατοίκους, όσοι ακριβώς προστέθηκαν στον πληθυσμό της Ινδίας τις τρεις πρώτες εβδομάδες του ίδιου χρόνου!

        Οι ειδικοί έχουν αναζητήσει και αναζητούν τα αίτια της επιδείνωσης του δημογραφικού προβλήματος στην προϊούσα γήρανση του ελληνικού πληθυσμού εξαιτίας της μείωσης των πληθυσμιακών ομάδων των νέων και της αύξησης της ομάδας των εξήντα και άνω.
     Στις δεκαετίες του 1950 – 1980 η χώρα μας είχε 150.000 τοκετούς το χρόνο, ενώ σήμερα με δυσκολία ακούει κανείς κλάμα μωρού στις γειτονιές και ιδιαίτερα στην ύπαιθρο, ενώ το 1998, για πρώτη φορά, η Ελλάδα είχε 1.774 θανάτους περισσότερους από τις γεννήσεις.

      Οι δυσμενείς εξελίξεις στον πληθυσμό και τη γονιμότητα έγιναν αισθητές κατά το τέλος της δεκαετίας του 1980 και το δημογραφικό πρόβλημα χαρακτηρίστηκε μάλιστα ως θέμα εθνικής, κοινωνικής και οικονομικής επιβίωσης.
     Γιατί, ο δείκτης γονιμότητας (αριθμός παιδιών ανά μητέρα) είχε συρρικνωθεί, σύμφωνα με μελέτη της Eurostat, σε 1,29 το 2004, έναντι 2,21 το 1980.
     Σημειώνεται ότι το 1980, ο δείκτης αυτός βρισκόταν περίπου στα επίπεδα του επιθυμητού δείκτη για την επιβίωση του έθνους, που είναι 2,3 παιδιά ανά μητέρα, ενώ ο ιδανικός δείκτης είναι 2,73 παιδιά ανά μητέρα.
     Με το πρόβλημα αυτό ασχολήθηκε την περίοδο 1991 – 1993 μια Διακομματική Επιτροπή της Βουλής, η οποία κατέθεσε ομόφωνο πόρισμα το Φεβρουάριο του 1993. Θα περίμενε κανείς ότι οι διαπιστώσεις της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής θα αφύπνιζαν τις ελληνικές κυβερνήσεις. Δυστυχώς, ενώ πέρασαν από τότε είκοσι περίπου χρόνια, δεν έχει υλοποιηθεί καμία από τις σημαντικές προτάσεις που περιείχε το πόρισμα αυτό.

Η εξέλιξη του προβλήματος
    Τα στοιχεία πολλών ερευνών και μελετών καταδεικνύουν μια δραματική επιδείνωση του δείκτη γονιμότητας κυρίως μετά 1980. Η εξέλιξη του δημογραφικού προβλήματος της χώρας μας, σε αριθμούς, έχει ως εξής:

Τον υψηλότερο – ρεκόρ- δείκτη γονιμότητας (γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους) είχε η χώρα μας τις δεκαετίες 1831 – 1840 και 1841 – 1850 (52 και 52,3 γεννήσεις). Οι γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους συρρικνώθηκαν στις 17,9 στη δεκαετία 1961 – 1970, στις 15,5 γεννήσεις στη δεκαετία 1971 – 1980, στις 11,8 γεννήσεις στη δεκαετία 1981- 1990, στις 9,7 γεννήσεις στη δεκαετία 1991 – 2000 και στις 9,4 γεννήσεις το 2004, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat.

Σύμφωνα με έρευνες του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) ο δείκτης γονιμότητας (αριθμός παιδιών ανά μητέρα στην περίπτωση αυτή) το 1983 ήταν 1,98, το 1999 έγινε 1,3 και το 2004, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, έγινε 1,29 (ελαφρά επιδείνωση).

Η Ελλάδα άγγιξε το μηδενικό σημείο φυσικής αύξησης του πληθυσμού (εξίσωση θανάτων και γεννήσεων) το 1998, όταν, όπως αναφέρθηκε, οι θάνατοι ήταν περισσότεροι κατά 1.774 από τις γεννήσεις. Αυτή η δυσμενής εξέλιξη συνεχίζεται, παρά το γεγονός ότι στις γεννήσεις περιλαμβάνονται και εκείνες από αλλοδαπές μητέρες!

Τα αίτια
Σύμφωνα με μελέτη του ΕΚΚΕ για τις δημογραφικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η προγαμιαία συμβίωση, οι γεννήσεις παιδιών εκτός γάμου, οι μονογονεϊκές οικογένειες, η έντονη «διαζυγικότητα», η ροπή επανασύνδεσης των ζευγαριών και η αύξηση των άτεκνων συνθέτουν την εικόνα ενός δειλού μεν αλλά ολοένα εντεινόμενου οικογενειακού τρόπου ζωής και στον ευρωπαϊκό Νότο και, φυσικά, στη χώρα μας.
     Για τη χώρα μας ιδιαίτερα, οι λόγοι για την επιδείνωση της γονιμότητας ή της κυριαρχίας της υπογεννητικότητας, όπως καταγράφηκαν από σχετικές έρευνες είναι, επιπλέον, και οι εξής:

α. Κακή οικονομική κατάσταση: Είναι αλήθεια ότι οι σημερινές απαιτήσεις μιας οικογένειας, ο τρόπος ζωής και η κοινωνική πραγματικότητα επιβάλλουν στα νοικοκυριά μια σχετική οικονομική άνεση. Με την προσθήκη και πολλών παιδιών, οι επιβαρύνσεις αυτές γίνονται μεγαλύτερες και, συνεπώς, είναι ανασχετικές για μια υψηλή σχετικά γονιμότητα. Ωστόσο, μερικοί χαρακτηρίζουν τους οικονομικούς λόγους ως αφορμή, τονίζοντας ότι σε όλες τις περιόδους που η χώρα μας είχε υψηλούς δείκτες γονιμότητας η οικονομική κατάσταση, ιδίως στην περιφέρεια, ήταν χειρότερη και οι ανέσεις των νοικοκυριών σχεδόν ανύπαρκτες.

β. Αστυφιλία και μετανάστευση: Η αστυφιλία και η μετανάστευση είναι ίσως οι κυριότεροι λόγοι επιδείνωσης του δημογραφικού προβλήματος, γιατί αποδυναμώθηκε, με την ερήμωσή της, κυρίως μετά τη δεκαετία του 1960, η κυριότερη «δεξαμενή» γεννήσεων στη χώρα μας.

γ. Το αστικό περιβάλλον: Η εγκατάλειψη της υπαίθρου και η εγκατάσταση σε αστικό περιβάλλον συνέβαλε στην υπογεννητικότητα, αφού οι συνθήκες στέγασης και, γενικά, οι δυσκολίες στις πόλεις δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη πολυμελών οικογενειών.

δ. Η είσοδος της γυναίκας στην εργασία: Στη χώρα μας, όταν η γονιμότητα ήταν αυξημένη, οι γυναίκες δεν είχαν μπει δυναμικά στην απασχόληση ή δεν θεωρούσαν την καριέρα ως σημαντικότερη από τη μητρότητα. Τα τελευταία κυρίως τριάντα χρόνια η αντίληψη αυτή ανεστράφη. Είναι αλήθεια, πάντως, ότι η απασχόληση της γυναίκας, για τους γνωστούς λόγους, δεν επιτρέπει την απόκτηση πολλών παιδιών. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που έχει αυξηθεί σημαντικά και η ηλικία τεκνοποίησης των Ελληνίδων. Κάποτε η ηλικία αυτή ήταν 25 ετών και σήμερα ξεπερνά τα 30 χρόνια.

ε. Έλλειψη βασικών υποδομών: Το αστικό περιβάλλον, η απασχόληση της γυναίκας και οι ελλιπείς οικονομικοί πόροι των νοικοκυριών επιβάλλουν τη δημιουργία δημόσιων υποδομών που θα ενθάρρυναν τη γονιμότητα. Αναφέρεται, για παράδειγμα, η έλλειψη βρεφονηπιακών σταθμών.

στ. Ξεθωριάζει το ελληνικό οικογενειακό πρότυπο βοήθειας από τους παππούδες και τις γιαγιάδες: Η ελληνική οικογένεια χαρακτηριζόταν για άμεση βοήθεια και αλληλεγγύη των γενεών στο ίδιο σπίτι. Ο παππούς και η γιαγιά «κρατούσαν» τα παιδιά και βοηθούσαν οικονομικά τα παιδιά και τους γονείς τους, τα εγγόνια τους, δηλαδή. Σήμερα παρατηρείται μία ολοένα και εντεινόμενη αποστασιοποίηση των νέων από τους γονείς τους ή μια μεγαλύτερη προτίμηση στη φύλαξη των παιδιών από Φιλιππινέζα από τους παππούδες και τις γιαγιάδες, Αυτό έχει σημαντικό οικονομικό κόστος, που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από πολλά σημερινά νεαρά ζευγάρια.

Οι συνέπειες
    Με δείκτη γονιμότητας χαμηλότερο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με δείκτη θνησιμότητας περίπου ίσο με το μέσο όρο των χωρών της Ευρώπης, η χώρα μας αντιμετωπίζει ένα οξύ δημογραφικό πρόβλημα, με τραγικές συνέπειες στην επιβίωση του έθνους, την κοινωνία και την οικονομία. Εκτός από τις άμεσες επιπτώσεις στην κοινωνική πολιτική, οι δημογραφικές εξελίξεις επιδρούν δυσμενώς στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η βραδύτερη αύξηση του πληθυσμού οδηγεί αναπόφευκτα στη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης, ενώ το γερασμένο εργατικό δυναμικό δεν θα έχει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί επαρκώς στις νέες τεχνολογικές προκλήσεις του καιρού μας. Ειδικότερα, από διάφορες μελέτες και εκτιμήσεις προκύπτουν οι ακόλουθες συνέπειες από την επιδείνωση του δημογραφικού προβλήματος:

• Γήρανση του έθνους: Η διαμόρφωση της γονιμότητας σε επίπεδα κάτω από εκείνου που επιτρέπει την επιβίωση του έθνους αντανακλάται πια στη μείωση των μαθητών, το κλείσιμο πολλών σχολείων και την ολοένα αύξηση των παιδιών μεταναστών στα σχολεία της χώρας μας. Το σχολικό έτος 1996 – 1997 ο σχολικός πληθυσμός της χώρας μας μειώθηκε κατά 22.448 μαθητές, ενώ την ίδια περίοδο τα σχολεία μειώθηκαν από 16.482 του προηγούμενου έτους στα 16.361, δηλαδή μειώθηκαν κατά -0,7%. Μεγαλύτερη μείωση είχαν τα δημοτικά σχολεία (3,2%). Παράλληλα, παρατηρείται συνεχής αύξηση των μαθητών μεταναστών στη χώρα μας. Τα τελευταία 15 χρόνια τα παιδιά των μεταναστών που φοιτούν στα ελληνικά σχολεία είναι πάνω από 100.000. Σημειώνεται ότι το 2005, οι γεννήσεις αλλοδαπών αποτελούσαν το 16,5% του συνόλου των γεννήσεων. Δηλαδή γεννήθηκαν 17.772 παιδιά μεταναστών και 89.812 Ελληνόπουλα. Ακόμη, από μελέτη του ΕΚΚΕ προκύπτει ότι πάνω από το 30% των μαθητών που φοιτούν σε 102 σχολεία της Αθήνας είναι αλλοδαποί!

• Κατάρρευση του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος: Η γήρανση του ελληνικού πληθυσμού έχει ήδη εφιαλτικές συνέπειες στην κοινωνική ασφάλιση. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών στην Ελλάδα ανέρχεται ξεπερνά το 18% και αποτελεί το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρώπη. Στην πρώτη θέση βρίσκεται η Γερμανία και η Ιταλία με 19%. Τα άτομα αυτά, όπως προβλέπει η Eurostat, θα δεκαπλασιαστούν έως το 2050, θέτοντας μια ακόμη σημαντική παράμετρο για το ασφαλιστικό, καθώς η εξέλιξη αυτή αυξάνει τις απαιτήσεις των ταμείων για χρηματοδότηση και προϋποθέτει υγιέστερα δημοσιονομικά μεγέθη. Συγκεκριμένα, η ίδια η έκθεση προβλέπει ότι στην Ελλάδα ο αριθμός των ατόμων άνω των 65 ετών θα αποτελεί το 2050 το 60,4% ή θα είναι 4,8 εκατομμύρια άτομα, έναντι 2,4 εκατομμύρια άτομα που είναι σήμερα! Όπως υπογραμμίζει η έκθεση της Eurostat, αν δεν υπάρξουν μεταρρυθμίσεις, η φορολογία για τις ασφαλιστικές εισφορές θα ανέλθει στο 15,5% του ΑΕΠ το 2050 από 4,8% που είναι σήμερα! Με βάση παλαιότερες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έως το 2050 το ποσοστό που θα δαπανάται για τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος θα έχει διπλασιαστεί στο 24,8% του ΑΕΠ σε σχέση με 12,4% το 2005.

• Υποχώρηση του ρυθμού ανάπτυξης: Οι δημογραφικές εξελίξεις εκτιμάται ότι θα έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην ανάπτυξη. Από στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκύπτει ότι ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης θα υποχωρήσει στο 1,1% το 2050 (ήδη, κυριαρχεί η ύγεση μετά το 2009!).

• Απόκλιση του βιοτικού επιπέδου από το αντίστοιχο κοινοτικό: Η ίδια Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, εξαιτίας των δημογραφικών εξελίξεων, θα περιορισθεί στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης των «15» από 72% το 2004.

• Μείωση της παραγωγικότητας: Από τις ίδιες δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις αναμένεται να επηρεασθεί αρνητικά και η παραγωγικότητα. Από τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκύπτει ότι η παραγωγικότητα θα υποχωρήσεις το 79% του μέσου κοινοτικού όρου σε σχέση με 84% το 2004.

Δυσοίωνες προβλέψεις
   Από έρευνες του ΕΚΚΕ προκύπτει ότι, αν δεν ληφθούν γενναία μέτρα για την επίτευξη της αναγκαίας γονιμότητας (2,3 παιδιά ανά μητέρα), οι δημογραφικές προβλέψεις για τη χώρα μας διαγράφονται δυσοίωνες. Δηλαδή, αν δεν υλοποιηθούν οι προτάσεις της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής, δεν εξασφαλισθούν οι συνθήκες που θα επιτρέπουν την εναρμόνιση οικογενειακής και εργασιακής ζωής, όπως γονικές άδειες με αποδοχές, ανάπτυξη υποστηρικτικών υποδομών (βρεφονηπιακοί σταθμοί κλπ) και την ενίσχυση των οικονομικών των νοικοκυριών, θα υπάρξουν τρία σενάρια για την Ελλάδα έως το 2020 για το δείκτη γονιμότητας:

Πρώτο σενάριο: 1,4 παιδιά ανά γυναίκα. Η εκδοχή αυτή προϋποθέτει ότι δεν θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές από την πολιτεία στην τρέχουσα φροντίδα των παιδιών, στα οικογενειακά επιδόματα κ.λπ

Δεύτερο σενάριο: 1,7 παιδιά ανά γυναίκα.

Τρίτο σενάριο: 1,9 παιδιά ανά γυναίκα. Η εκδοχή αυτή προϋποθέτει ότι όλες οι συνθήκες που επιτρέπουν στις γυναίκες να συνδυάσουν επαγγελματική καριέρα και μητρότητα θα εκπληρωθούν πλήρως και θα ενισχυθεί οικονομικά η οικογένεια.

     Σημειώνεται ότι και στα τρία αυτά σενάρια η μέση ηλικία της μητέρας θα αυξηθεί σημαντικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: