Πέμπτη, 9 Απριλίου 2020

ΜΑΡΙΑ Ν. ΑΓΓΕΛΗ: Η πώληση των αρνιών και κατσικιών! -«Ήρθαν οι εμπόρ’!»!!

Η πώληση των αρνιών και κατσικιών
«Ήρθαν οι  εμπόρ’!»

Γράφει η δρ Μαρία Ν. Αγγέλη
e-mail: agelimaria@yahoo.gr

Tώρα είν’ Απρίλης
Τώρα ειν’ Απρίλης και χαρά, τώρα ειν’ το καλοκαίρι.
Το λεν τ’ αηδόνια στα κλαριά κι οι πέρδικες στα πλάγια,
το λεν οι κούκοι στα ψηλά, ψηλά στα καταράχια.
παν τα κοπάδια στα βουνά να ξεκαλοκαιριάσουν,
κι από κοντά οι τσοπάνηδες, βαρώντας τη φλογέρα,
να τα τυροκομήσουνε και τη νομή να βγάλουν
και να γιορτάσουν τ’ Αη-Γιωργιού, να ρίξουν στο σημάδι
να πιούν νερό απ’ τα βουνά, να πάρουν τον αέρα.
   [Πηγή: Ν.Γ. Πολίτη, Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού, Αθήναι 1974, αρ.235]



Εικόνες: γίδια στα Βρίστιανα Ξηρομέρου-χ.ν. Κουβέλης 

            Την Άνοιξη χαμογελούν οι κτηνοτρόφοι. Αυτή την εποχή έρχεται το Πάσχα και είναι κατάλληλη περίοδος για την πώληση των αρνιών και κατσικιών στην αγορά. Συνήθως ο τσοπάνης κρατάει κάποια από αυτά τα μικρά για το «αβγάτισμα»  ή την ανανέωση του κοπαδιού του.......


      Ήδη από όταν τα βλέπει στο μαντρί σκέφτεται και προγραμματίζει πιο θα κρατήσει: «αυτό θα το κρατήσω για γκεσέμι», «αυτό θα το βαστάξω για βαρβάτο», «αυτή η κατσικάδα θα γένει καλή μάνα, ήρεμη», «αυτό είναι καλή ράτσα»,  κ.λπ
               Τα καμαρώνει και επιλέγει τα καλύτερα. Τα υπόλοιπα θα τα πουλήσει για να πάρει ένα σημαντικό ποσό που θα το αξιοποιήσει για να καλύψει πολλές υποχρεώσεις του: λιβάδια που έχει νοικιάσει για βόσκηση των ζώων του, καρπό για να ταΐσει τα μικρά, συνήθως κριθάρι, καλαμπόκι , βρώμη. Χορτάρι που έχει αγοράσει για τα πρόβατά του ο προβατάρης. Εμβόλια επίσης, που αγόρασε για να προστατέψει τα ζωντανά από τις ασθένειες… Ένα μέρος των χρημάτων θα το κρατήσει για τη συντήρηση της οικογένειάς του και τα έξοδα των παιδιών, σχολείο ένδυση κ.λπ. Και ένα μέρος θα το καταθέσει στο υποκατάστημα της Αγροτικής τράπεζας της περιοχής του για μελλοντική αξιοποίηση. Με αυτά θα σπουδάσει τα παιδιά του, θα τα παντρέψει, θα τους αγοράσει αυτοκίνητο, σπίτι στην πόλη. Σκέφτεται πολύ και προνοεί για την εξασφάλιση των παιδιών του… 

Εικόνα: Βλυζιανά, ο Μιχάλης Δοκανίκης με το κοπάδι του

Εικόνα: πρόβατα στην Αγία Δευτέρα Βλυζιανών

              Στην αγροτικο-κτηνοτροφική κοινωνία, όταν πλησίαζε το Πάσχα οι τσοπάνηδες περίμεναν με αγωνία να «βγουν οι εμπόρ’» και να δώσουν τιμές. Πόσο το κιλό θα πάει φέτος; Φυσικά οι τιμές κατά την περίοδο αυτή ήταν πιο καλές από άλλες περιόδους, λόγω του Πασχαλινού εθίμου. 
          Οι έμποροι από τη μεριά τους προσπαθούσαν να αγοράσουν καλής ποιότητας ζώα με το μεγαλύτερο κέρδος για τους ίδιους. Γίνονταν διαπραγματεύσεις, συζητήσεις και κατέληγαν σε συμφωνίες. Σε αρκετές περιπτώσεις υπήρχε μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τσοπάνη και εμπόρου ή μεσίτη, η οποία χτιζόταν με τα χρόνια

              Στο Μαχαιρά, στο χωριό μου, έρχονταν έμποροι κυρίως από το Αγρίνιο. Είναι το μεγάλο εμπορικό κέντρο του νομού. Η αγωνία των τσοπάνηδων κορυφωνόταν καθώς πλησίαζαν οι μέρες του Πάσχα. Έπρεπε να πουλήσουν! Είχαν να καλύψουν κάποιες υποχρεώσεις και να μπορέσουν στη συνέχεια να εισπράξουν το «μαξούλι». Έτσι έλεγαν  το γάλα, ένα σημαντικό εισόδημα γι’ αυτούς.
            Οι έμποροι του Αγρινίου ή οι μεσίτες τους περνούσαν στο χωριό και έδιναν τις τιμές, στις οποίες θα κυμαίνονταν τα αρνιά και τα κατσίκια. Οι τσοπάνηδες αυτές τις μέρες μετά τη φροντίδα των ζώων τους στη στάνη, έβγαιναν στα καφενεία για να ενημερωθούν σχετικά. Τόσα τα παίρνει ο τάδε… τόσα δίνει  εκείνος, τόσα πληρώνει ο άλλος… Ακόμα και το ελάχιστο παραπάνω, τα λίγα έστω λεπτά μετρούσαν για το τσοπάνη. Γιατί αν είχε πολλά κατσίκια για πούλημα ήταν υπολογίσιμα στο σύνολο των κιλών τα λεπτά της δραχμής τότε!

              Ο έμπορας βέβαια πάντα κοιτάζει το συμφέρον του. Και γνωρίζει πολύ καλά τις ανάγκες του τσοπάνη. Επίσης φροντίζει να μάθει και την οικονομική κατάστασή του για να εξαντλήσει τα περιθώρια διαπραγμάτευσης της τιμής… Ο τσοπάνος τα γνώριζε αυτά, αλλά έπρεπε να πουλήσει. Αν τα κρατούσε για μετά το Πάσχα οι τιμές θα έπεφταν. Και επιπλέον, «θα π(ου)λιόταν» και ο ίδιος, όπως έλεγαν χαρακτηριστικά. Δηλαδή θα επιβαρυνόταν με ζωοτροφές και θα έχανε και το μαξούλι του… Έπρεπε να πάρει το μαξούλι. Το γάλα, το λευκό χρυσό των ζώων του. Με αυτό θα εξασφάλιζε ένα καλό εισόδημα από το γαλατά. Επίσης θα παρασκεύαζε  τυρί και άλλα τυροκομικά είδη για το σπίτι του. Και για κάποιες υποχρεώσεις. Για παράδειγμα κάποια λιβάδια ήταν η συμφωνία να τα πληρώσει με τυρί. 
               
                 Θυμάμαι τον πατέρα να αγωνιά πολύ αυτές τις μέρες που «άνοιγε η αγορά» και είχαν ζήτηση τα κατσίκια του. Ως άνδρας, αυτός έκανε τις διαπραγματεύσεις. Όταν εξασφάλιζε καλή συμφωνία, χαμογελούσε γυρίζοντας στο σπίτι. Και ήταν λογικό. Θα έβγαινε ο κόπος, ο προσωπικός κυρίως, αλλά και της μάνας που ήταν αδιάκοπα  δίπλα του. «Πλάτη με πλάτη» δουλεύανε, για να χρησιμοποιήσω τη χαρακτηριστική έκφραση. Και  ο κόπος εμάς των παιδιών, κυρίως του μικρότερου αδελφού μου, που συμμετείχαμε βοηθητικά αλλά και ουσιαστικά καθώς μεγαλώναμε…
               Ο πατέρας αφού σύγκρινε τις προσφορές, αποφάσιζε σε ποιόν θα τα δώσει. Γινόταν καλή διαπραγμάτευση και κλείνονταν οι συμφωνίες για την ημέρα της σφαγής και για την αποπληρωμή. Ο πατέρας έπαιρνε τον «καπάρο», την προκαταβολή για τα κατσίκια που πουλούσε και η ολική εξόφληση γινόταν μετά τη σφαγή και το ζύγισμα των κατσικιών στα σφαγεία του Αγρινίου. Εκεί, φορτωμένα σε φορτηγό, μεταφέρονταν τα ζώα για σφάξιμο. Γελούσαν και τα μουστάκια του καθώς επέστρεφε από το Αγρίνιο με τις τσέπες γεμάτες χιλιάρικα! Δεσμίδες ήταν στις τσέπες του σακακιού του. Αυτά  τα κολλαριστά χιλιάρικα ήταν ο τίμιος ιδρώτας του! 

                Θυμάμαι τον πατέρα να βγάζει ένα σημείωμα, ένα χαρτάκι από την τσέπη του και να μου λέει: «Μαρία, για κάμε ένα λογαριασμό, τόσα κιλά κρέας επί τόσο το κιλό πόσο κάνει; Να δεις μη με γέλασε ο έμπορας».                             Αγχωνόμουνα με τους πολλαπλασιασμούς και τις διαιρέσεις που με έβαζε να κάνω ο πατέρας. Είτε ήταν για το κρέας, είτε για το γάλα, για το τυρί κ.λπ. Και ενώ τελείωνα τον πολλαπλασιασμό μου έλεγε: «Είσαι σίγουρη; Κάνε και την επαλήθευση». 
           Εγώ απορούσα και προς στιγμή αμφέβαλα για το αποτέλεσμα. Εκείνος, όπως μου έλεγε μετά, ήθελε να διαπιστώσει αν έχω σιγουριά και αυτοπεποίθηση! Απορούσα πάντα, κι ακόμα απορώ, πώς ο πατέρας, ενώ καλά καλά δεν είχε βγάλει το δημοτικό σχολείο, ήξερε πολύ καλά να λογαριάζει και να κάνει πράξεις νοερά; -Χωρίς να χρησιμοποιεί μολύβι και χαρτί! 
           Και ενώ εγώ χρειαζόμουνα απαραίτητα μολύβι και τετράδιο να κάνω πράξεις, αυτός είχε βρει το αποτέλεσμα. Μυαλό «ξουράφι», ο ημι-αγράμματος πατέρας, που οι συνθήκες του στέρησαν το όνειρο να μάθει γράμματα, όπως με πίκρα μας έλεγε… 
        «Τσέλιγκα, μάτσο οι χήνες! Σε καλή μεριά ματζανάκη». Πείραζε ένας καλαμπουρτζής θείος μου, ο Πίπης (Σπύρος) Λιάπης τον πατέρα. «Χήνες», ήταν τα χιλιάρικα στην τοπική διάλεκτο. Χαμογελούσε ο πατέρας.

         «Ρήνη, το γιόμσατε του βιβλιάριου, να ιδού τι θα τα κάμτε τόσα λεφτά!». Πείραζε και τη μάνα. Γελούσε εκείνη. Και ύστερα έκανε το σταυρό της, μη μας ματιάσουν το κοπάδι, τώρα που θα μας δώσει το μαξούλι του. Οι λαϊκοί άνθρωποι φοβούνται πολύ «το μάτιασμα», τη βασκανία. Και με διάφορους τρόπους προσπαθούν να προστατέψουν τα ζώα, την παραγωγή κ.λπ. 
            Η μάνα, ως χαρακτήρας, ήταν περισσότερο εκδηλωτική από τον πατέρα. Έδειχνε τη χαρά της για το εισόδημα και μας υπόσχονταν ψώνια για το Πάσχα! Τα λαμπριάτικα ρούχα και παπούτσια… Και τηρούσε την υπόσχεσή της! 
            Τη Μεγάλη Παρασκευή, ημέρα αργίας, στο χωριό δεν φυτεύαμε καπνό. Ο καπνός ήταν η άλλη ασχολία των κατοίκων τότε. Ούτε κάναμε δουλειές στο σπίτι. Πηγαίναμε εκείνη και εγώ με το λεωφορείο στο Αγρίνιο για τα ψώνια. Ο αδελφός μου δεν είχε αυτή την ευκαιρία. Έπρεπε να πάει στη στάνη να βοηθήσει τον πατέρα. Είχε αρχίσει το άρμεγμα μετά την πώληση των κατσικιών. 
           Γυρίζαμε όλα τα εμπορικά του Αγρινίου. Είχε γούστο η μάνα. Δεν μας αγόραζε ό,τι κι ό,τι. Και συνδύαζε καλόγουστα τα ρούχα μας. Την ενδιέφερε η  ωραία εμφάνιση των παιδιών της ιδιαίτερα, αλλά και του πατέρα και της ίδιας. Και το κατάφερνε με  μια λιτή γκαρνταρόμπα που διαθέταμε. Χωρίς υπερβολές και χωρίς σπατάλες! Σκέφτομαι, τώρα που γράφω, ότι από τη μάνα πρέπει να πήραμε την καλαισθησία ο αδελφός μου και εγώ…

              Γυρίζαμε το απόγευμα στο χωριό. Εγώ ένοιωθα  πολύ χαρούμενη με τα καινούργια ρούχα και τα «λουστρινένια» λευκά παπούτσια μου. Και ο αδελφός μου ήταν χαρούμενος επίσης, όταν έβλεπε τα καινούργια, τα λαμπριάτικα που του είχαμε αγοράσει… Και για τον πατέρα ψωνίζαμε πουκάμισο, κάλτσες κ.λπ. Αλλά ο πατέρας ήταν συγκρατημένος. Ένα μειδίαμα στα χείλη του, ήταν δηλωτικό της ικανοποίησής του…

Φέτος (2020), «μας ήρθε η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο…». Η πανδημία του κορονοϊού άλλαξε ριζικά την καθημερινότητα, τις γιορτές και τα έθιμα. Ο παραδοσιακός οβελίας αναγκαστικά καταργείται… Οι κτηνοτρόφοι ζουν με την αγωνία της διάθεσης χιλιάδων αμνοεριφίων, των «αρνοκάτσικων»! Δεν υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον. 
           Αν δεν πουλήσουν θα καταστραφούν οικονομικά, όπως λένε. Γιατί αυτό θα σημάνει ένα δυσβάστακτο κόστος για τους ίδιους. Οι ζωοτροφές που χρειάζονται για τα αρνιά και κατσίκια τους στοιχίζουν πολύ. Και ο οικογενειακός προϋπολογισμός δεν αντέχει επιπλέον έξοδα. Η ίδια άκουσα γνωστούς τσοπάνηδες να αγωνιούν για την απώλεια του σταθερού κέρδους από την πώληση των ζώων τους. Καθώς και για την απώλεια του γάλατος. Γιατί πολλά ζώα ακόμα θηλάζουν τα μικρά τους. Μετά την πώληση οι κτηνοτρόφοι με το άρμεγμα εκμεταλλεύονται και το γάλα. Αποτελεί  ένα ακόμα σημαντικό εισόδημα γι’ αυτούς, όπως ήδη έχω αναφέρει.

             Κάθε χρόνο τα ελληνικά κατσίκια και αρνιά είχαν ως εξαγωγικούς προορισμούς τις αγορές Ιταλίας και Ισπανίας. Και οι δύο αυτές χώρες μετρούν καθημερινά εκατοντάδες νεκρούς από τον κορονοϊό. Οι άνθρωποι βιώνουν στιγμές εφιαλτικές! Οι αγορές όπως ήταν αναμενόμενο έχουν ακυρωθεί… Η εγχώρια αγορά δεν έχει καμία σχέση με τις προηγούμενες. 
       Οι εκδρομείς του Πάσχα από τα μεγάλα αστικά κέντρα στην επαρχία δεν θα πραγματοποιήσουν τις εκδρομές τους για το ψήσιμο φέτος. Η πολιτεία πήρε αυστηρά μέτρα για την αντιμετώπιση του κορονοϊού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση στην αγορά αρνιών και κατσικιών. Οι κτηνοτρόφοι  ελπίζουν ότι η πολιτεία θα στηρίξει την κτηνοτροφία που πλήττεται ιδιαίτερα αυτή την περίοδο. Το ευχόμαστε…

          Μια παροιμία που αναφέρεται σε αρνοκάτσικα λέει: «Από του διαβόλου το μαντρί μηδέ κατσίκι, μηδέ αρνί». Σε παρωδία θα λέγαμε: Στου κορονοϊού την εποχή, μηδέ σουβλιστό κατσίκι, μηδέ αρνί…
          Για να ευθυμήσουμε λίγο, θα κλείσω με μια παροιμία που αρκετές φορές χρησιμοποιούσε στο λόγο της η μάνα της φίλης μου Φωτεινής, η μακαρίτισσα Θεοδώρα Καράτσαλου-Κοράκη:
«Με τα αρνιά πορεύεται, με τα κατσίκια παίζει…»
          Η παροιμία λέγεται για ανθρώπους, κυρίως άνδρες, που πορεύονται στη ζωή τους με μια  ήρεμη σύντροφο σαν αρνάκι, αλλά ερωτοτροπούν με άλλες ζωηρές, αλανιάρες, σαν τα κατσίκια…

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Έτσι, ακριβώς, γινόταν.
Τώρα...?
Ας έχουμε την υγειά μας, όπως λέει ο λαός, και όλα θα γίνουν.
Καλή Ανάσταση!!!!

Ανώνυμος είπε...

ΠΟΙΟΙ ΕΜΠΟΡ ΜΑΝΤΑΜ ΜΕ 4.50 ΕΥΡΟ ΤΟ ΚΙΛΟ ΠΟΥ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΖΑΜΠΑ ΤΨΝ ΥΔΡΟΤΑ ΤΩΝ ΚΤΥΝΟΤΡΟΦΩΒ