Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

ΠΟΙΗΣΗ: «Το όνειρο της Καρπάθου» του Ανδρέα Μουντούρη


Ένα ποίημα του συνεργάτη μας
Μουντούρη Ανδρέα
Συντ/χος εφοριακός-συγγραφέας

«Το όνειρο της Καρπάθου»
Ποια μυστηριακή γοητεία με τραβάει
πάντα στις ακρογιαλιές σου Κάρπαθο,
κ’ ενώ βρίσκομαι πολύ μακριά σου
η ψυχή μου επιθυμεί να σε βλέπει, να σε θαυμάζει;

Εδώ κι είκοσι χρόνια
συνέχεια  σε βλέπω στον ύπνο μου,
και πάντα το ίδιο ολοζώντανο όνειρο !
Ακόμα και να τό ’θελα, πώς να σε ξεχάσω;.........



Ότι σκέπτομαι  στο ξύπνιο μου
το βλέπω μες’ στον ύπνο μου,
και πάντα γυρίζω στον ίδιο τόπο.
Σαν τον Οδυσσέα επιστρέφω με λαχτάρα
σε σένα  π’ αγάπησα και λάτρεψα.

Καθόλου δε σταματώ να περπατάω,
δεν έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου
και τρέχω να προφθάσω, πρέπει να πάω παντού.
Θέλω να ξαναδώ και να χαρώ όλες τις ομορφιές σου !

Σεργιανίζω στα χωριά και στα ρουμάνια σου
και με τις ώρες περπατώ στις αμμουδιές σου,
επισκέπτομαι Απέρι, Βολάδα, Μενετές,
τώρα βρίσκομαι στις όμορφες Πυλές.

Προηγουμένως, στο Όθος έκανα μια στάση,
ήθελα ν’ αγναντέψω το απέραντο γαλάζιο.

Όμως, δε θα προφθάσω, πρέπει να κατηφορίσω
για την Αρκάσα και το Φοινίκι.
Άραγε, τα καΐκια με τους Καλύμνιους ψαράδες
να έφεραν ψάρια σήμερα ; 

Θέλω να ξαναδώ τους φίλους μου,
όλους εκείνους τους ανθρώπους
που μ’ αγάπησαν και μ’ έκαναν δικό τους.
Όμως, αν και σε βλέπω πιο όμορφη
απ’ ότι σ’ άφησα, ακόμη κι αυτοί οι φίλοι μου
σε μένανε την πλάτη τους γυρίζουν,
κανείς τους δε με ξέρει, κανείς δε με θυμάται !

Συνεχίζω να περιπλανιέμαι μονάχος.
Από τους εύοσμους κήπους του Μυρτώνα,
έφυγα σαν τα πουλιά πετώντας,
για να προσγειωθώ  στην παραλία του Βρόντη.

Η παραλία είναι  γεμάτη από κόσμο, 
όλοι άγνωστοι, κανείς δε μιλά  τη γλώσσα μου.
Ξαφνικά διαπιστώνω πως είμαι γυμνός,
ντρέπομαι, θέλω να βουτήξω στη θάλασσα,
για να   κρύψω τη γύμνια μου.
Όμως, δεν  έχω άλλες   δυνάμεις,
νιώθω τα μέλη μου να παραλύουν.

Κοιτάζω γύρω μου κ’ όλα τα βλέπω διαφορετικά.
Δε βρήκα τ’ αγαπημένα μου  αλμυρίκια,
ούτε τους ευκαλύπτους, μα ούτε και τα πεύκα
που στόλιζαν τις πανέμορφες βουνοπλαγιές.
Παντού βλέπω  πισίνες και γκαζόν, επαύλεις
και πέτρινους ξενώνες για τουρίστες.

Αχ !  Γιατί ο ήλιος καλή μου Κάρπαθο,
όταν καθρεπτίζεται στα νερά σου,

λάμπει σαν καθαρό διαμάντι και
 σκορπάει τις αχτίδες του με τόση χάρη ;

Γιατί το φεγγάρι, που ανατέλλει εκεί 
στα μέρη της Ολύμπου, απλώνει
το χρυσαφένιο πέπλο του και σκεπάζει
με τέτοια μαγεία και γοητεία
τις ακρογιαλιές σου, που ξετρελαίνει;

Γιατί αυτή τη στιγμή,
φαίνεσαι στα μάτια της ψυχής μου,
 ομορφότερη, και πιο  μαγική
ακόμα κ’ απ’ ότι είσαι ;

Γιατί προσπαθείς να με θέλξεις, να με μαγέψεις;
Μήπως, για να μου κάμεις τη στέρησή σου πιο πικρή,
ή μήπως να σ’ αγαπήσω περισσότερο,
απ’ ότι σ’ αγάπησα,  και να μη σε λησμονήσω;


2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ανδρέα, το ποίημά σου συγκίνησε όλη την Κάρπαθο. Σ' ευχαριστούμε
που μας θυμάσαι καιμας αγαπάς. Και
μεις σ' αγαπάμε, να μας στείλεις μια οικογενειακή σου φωτογραφία να τη βάλουμε στην εφημερίδα μας.
Με πολλή αγάπη και φιλάκια.
Μαρία από Κάρπαθο.

Ανώνυμος είπε...

κυριε ανδρεα ποτε θα ξανα επισκευτειτε την καρπαθο και να κανεται το χατηρη τηs κυριαs γεωργιαs