Σάββατο 11 Ιουνίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ: Η θειά Δημήτρω από τη Βόνιτσα: «Δράματα και κωμωδίες στο Νεκροταφείο»!!

-Λάρωσε κοπέλα μ’, τσώπα....
    Τι να τσ’ πού, ήτανε μια ώρα στα μπρούμτα, απάν’ στου τάφου τσ’ Μαρίτσας. Ντίπ στα μαύρα κι μι μια μαντήλα μέχρι τα μάτια. Κλάμα κι σκούξα να δείς...

    Ανασκώνω το κεφάλ’  τσ’  κι τι να δού: Τ΄ Καίτ, τ’ νύφ’  τσ’ Μαρίτσας, εκιό το ξίπασμα, η αχώνευτη, η γνέκα του ανηψιού μ΄τ΄ Τακούλα.
    Στραβοκατίνσα. Τι είναι τούτο. Η Καίτ, με μαύρα κι να σκούζει πάνω απ’ του τάφου τσ’  πεθεράς τσ΄, τσ’ Μαρίτσας. Η Καίτ΄μετά από δύο χρόνια, τλουπώχκτε με τα μαύρα. Κιό τ΄μέρα τσ’ κηδείας είχε παρδαλά. Ημνα κι γώ τα’ κηδεία, γυναίκα τ’ αδελφού ήτανε....

      Τράου από δώ, αγναντεύου από εκεί, κανένας π’ να βλέπ. Γιατί παλιά είχαμε ένανε π΄όταν ξεκάμπαε κανένας στο νεκροταφίου τότε άρχισε του σκούξμο....
    Ξαναγυρνάου προς τ΄ Καίτη, μη κάνου λάθος αλλά αυτή είναι. 
  Κλάμα κι σκούξα η Καίτη. Να στροχιέται πάν΄κατ΄στου τάφου τσ  πεθεράς τσ΄.
     Λές νάνε οι τύψεις που απ’ τότε που παντρεύτκε η Καίτη, έκανε κάθε μέρα κι ένα «μασσάζ» στ πεθερά τσ;.  Ποτέ δε τσέβαλε μια λίμπα με φαί, ποτέ δε τσέδωσε μια χστέλα τσάι. Κι τώρα σκούζει πάνου απ’ το τάφου. Κάτ’ είναι κι πρέπει να χαμπερίσω.......



     Κίνησα για τ’  Μπούχαλι και κοντεόντας τσ τσιτζιφιές, να μπροστά μ ο ανηψιός μ’ ο Τακούλας. Ματσούλαε μια τυρόπτα.
   -Α, σα τα μάραθα, πούσε μουρε πετσοκομένου; Τι είναι αυτό π’ πουνιάζεσε; Πάλι ατάϊστο σ’ άφσε η γναίκα σ’;

     Το σκάει του χαμόγελου ο Τακούλας. Αυτό είναι, για αυτό τον αγαπάου, δε τα παίρνει κατάκαρδα αυτά π’ λέου. Αμ και απ’ τ’ αλλη αμα αυτά ταπερνε στα σοβαρά, τότε μ’ αυτά π’ τραβάει σα σόγαμπρος, τότε θα χει πάει να πνιγεί. 
 -Τακούλα μ’, τα’ λέου, λάμπαξα απάνου στου νεκρουταφείο, η γνέκα σ’ ντυμένη στα μαύρα, να κλαίει κι να στροχιέται πάνου στο τάφου τσ’ μάνας σ’.

Πέρν΄ο Τακούλας ένα ύφος, κι μ΄λεει:
     -Θειά, η μάνα μ’ , πέρν΄τα χάκια τσ΄από του τάφου τσ’. Η Καίτ’ την προηγούμενη βδομάδα τράει το γιόκα μας να τσακλατάει ένα νές καφέ, μέσα σε μια κίκαρη. Μόλις τονε βλεπ’ με τη Κίκαρη τσ΄μάνας μ’, αρχίζει τον εξάπλασμο. 
    -Πέταξε τ΄Κίκαρη, απαράτα του μαγαρισμένου, μα τίποτα ο γιόκας μας.

       Πάει τότε κι να καταριέται τ’ ΄γριά, πετάει τ’  κίκαρι κι τ’ σπάει καταϊ.  Κάποια στιγμή τράει κατά κεί πούσπασε η κίκαρη κι βλέπ’ κάτ’  σα κίτρινο. Σκύβει το παίρνει και τι να δεί. Λάμπαξε. Μια λίρα.....
   -Από πού πήρες τ ΄κίκαρη τσ’ βάβους;  Λέει τον γιόκα μας.
   -Απ’ το μχαρί στο καλύβι τσ΄στ’ Μπούχαλη, απαντάει ο γιόκας μ’.

         Κοσεύει στο καλύβ’ τσ γριάς και πάνου στο μχαρί ήτανε και κι μια δεύτερη κίκαρη. Τράει από μέσα, τίποτα, τράει απ’ κάτω τίποτα.  Ξανατράει το κάτω της κίκαρης. Από κάτω και βλέπει ότι ο πάτος ήταν ολόισιος. Παίρνει ένα μαχαίρι και ξύνει το πατο πούχε πρόσθετο γύψο. Να βρέθκε κι η δεύτερη η λίρα. Αρχίζει τότε να σκούζει κι να μ’ λέιε:
   -Είχε λίρες η μάνα σ’ κι δεν ήλεες τίποτα. Χ’απατο κι γκαμούτσο. Τούξερες κι δεν μολόγαγες τίποτα.  Δε σουχε πεί τίποτα πρίν πεθάν’. Τώρα που θα τσαρκαλέψουμε να βρούμε τσ’ άλλες;

      Κι άρχισε να τσαρκαλεύει τα πράγματα τσ΄μάνας μ’. Μμμμμ τι φχαρίστηση. Εκεί π’ δεν ήθελε να τ’  δεί, τώρα να πέρνει ένα ένα τα πράγματα  κι να τα ψάχνει. Πέντε ώρες με κάθε πράμα. Για να τ’ πράξω, τι τόθελα, ακ τι τσίπα:
-Τι τα μαλαφαρίζεις, τώρα.....
Δεν πρόλαβα να του πώ χύμξε πάνου μ’. 
-Τόξερες ε! ότι είχε λίρες. Τώρα που θα τσ΄ βρούμε; Πές μ΄πού....

Κι εκεί π’ έψελνε, τσ’ τόπα του παραμύθι: 
     -Καιτούλα, ακ’ τι πρέπει να κάνεις για να καλοπιάσεις τ’ μάνα μ’ κι να σ’ το πεί στον ύπνο σ’. Θα βάλεις τα μαύρα κι θα τα κρατήσεις σαράντα μέρες. Θα κάνσ' όλα τα καλά για τ’ ψύχη τσ’. Θα πηγαίνεις κάθε μέρα στου νεκροταφείου να τσ΄ ανάβεις το καντήλι και κάθε Παρασκευή απόγευμα να δίνεις μια λειτουργιά στ΄ εκκλησία. 
    Όλα όμως με σεβασμό. Αυτό έκανε κι ο Πάνος όταν πέθανε ο θείος τ΄ ο Θωμάς για να μάθ’ που είχε κρύψει τσ’ λίρες. Βέβαια ο Πάνος τον είχε στα όπα όπα τον μπάρμπα Θωμά. Μαζί διαβάζανε τσ’ φιλενάδες. Αλλά ο Πάνος δεν υπολόγισε καλά κι όσο ήτανε στ΄ Πρέβεζα, για διάβασμα με τσ φιλενάδες, τ΄πέθανε ο μπάρμπα Θωμάς.
    -Σίγουρα θα πιάσ’ αυτό π΄λές. Ο μπαρμπα Θωμάς του φανέρωσε του Πάνου, πουχε κρύψει τσ’ λίρες;
   -Αμα δεν ξέρεις αυτό, δεν ξέρεις τίποτα. Ρώτα να δείς. Με τσ’ λίρες που τ’ φανέρωσε ο μπαρμπα Θωμάς, ο Πάνος σταμάτσε τσ’ αρραβώνες για δύο  χρόνια.

     Ετσι θειά Δμήτρου, η Καιτούλα  μ’, τώρα πενθεί τ’ μάνα μ’ κι περιμένει. Εγώ όμως ξέρω ότι μόνο δύο λίρες είχε, τούχε πεί η κακομοίρα όταν έβλεπε πουπεσα σώγαμπρος. 
   -Αμα βρεθείς σε ανάγκη, στο πάτου απ’ τσ΄κίκαρες έχου δύο λίρες.

      Τώρα θειά, για ένα μήνα ακόμα, θάχουμε θέαμα στου νεκροταφείο. Μάλιστα προχτές η Καιτούλα πήγε στ΄ Γκίκου να τ΄ μάθει κι κανένα μοιρολόι, μήπως κι αμα του πεί στου τάφου, η μάνα μ΄κόψει κάτ΄απο το σαρανταήμερο κι τσ΄φανερώσει γρηγορότερα του μυστικό.
   -Να ξέρ’ αυτές τσ μέρες περνάου καλά, μετά του σαρανταήμερο όμως…….


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο