Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Λάκης Κοράκις: Η ζωή κι ο τραγικός θάνατος ενός νεκροθάφτη!

        Ήταν ψηλός, ξερακιανός με μαύρο μαλλί. Αν κι είχε περάσει τα πενήντα, δεν είχε ούτε μία άσπρη τρίχα. Και το πρόσωπο του με γωνίες, σ έκανε να προσέχεις να μη βρεις πάνω του. Ατσαλάκωτος όμως.  
    Η χωρίστρα  αριστερά, ευδιάκριτη ευθεία και το μαλλί πάνω και δεξιά, στητό, βουτηγμένο στη μπριγιαντίνη.    Ματιά απλανή, σχεδόν κενά βλέμματος, κοιτούσε δε κοιτούσε τους ανθρώπους! Μάλλον αιωρείτο στο άπειρο... Μύτη σε κανονικό μέγεθος αλλά γαμψή και τα χείλη μια λεπτή γραμμή. Το χαμόγελο του ήταν παράξενο, πλατύ σαν να είχε ψυχή από μόνο του. 
     Φάνταζε ανεξάρτητο, δεν έδενε με τα άλλα χαρακτηριστικά του προσώπου. Λες και  το είχε αρπάξει από κάποιον άλλον κι ήταν παράταιρο στην όλη εικόνα. Φορούσε πάντα μαύρα, χειμώνα καλοκαίρι, με ήλιο και βροχή, με κρύο και ζέστη. Απλώς το καλοκαίρι το πουκάμισο ήταν κοντομάνικο ενώ το χειμώνα φόραγε κι ένα μαύρο φθαρμένο δερμάτινο..............


   
       Φήμες πολλές κυκλοφορούσαν στη μικρή μας πόλη για τον Λάκη Κοράκι. Δηλαδή δεν ήταν αυτό το όνομα του, αλλά το πραγματικό του όνομα το ήξερε η ταυτότητα του και οι τράπεζες στις οποίες χρωστούσε τα κατάμαυρα μαλλιά της κεφαλής του.  
      Αθηνογένης Πιτσικολάκης  λεγόταν. Όλος ο κόσμος τον φώναζε Λάκη όχι βέβαια απ το Αθηνογένης αλλά απ το Πιτσικολάκης. Και κολλάγαν και το κοράκι πίσω από το Λάκης, λόγω επαγγέλματος. Γιατί ο φίλος μας ήταν νεκροθάφτης. Ο μοναδικός της πόλης και των περιχώρων. 
       Η εμφάνιση του έδενε πλήρως με τη δουλειά του. Δηλαδή ούτε παραγγελία αδελφέ μου. Μαύρος κατάμαυρος με γαμψή μύτη. Ο τέλειος κόρακας. Βέβαια να μη χαμογελούσε, χαλούσε όλη την εικόνα του κορακιού. Ήτανε κάτι διαφορετικό το χαμόγελο του, δηλαδή δεν ήταν ακριβώς χαμόγελο. Άνοιγε καταβόθρα εκεί, με μια σειρά κίτρινα δόντια σαν κάγκελα σε κελί, που δεξιά και αριστερά στις άκρες του φαινόμενου σχήματος έλειπαν δυο δόντια , σαν κάποιος να τα είχε βγάλει για να αποδράσουν οι κατάδικοι από το χάος της ρωγμής.

        Οι φήμες λοιπόν έλεγαν ότι ο Λάκης λόγω της δουλειάς του τα είχε βρει με τον χάρο, δηλαδή είχαν αναπτύξει κάτι πάρε δώσε, ακριβώς σε τι συνίσταντο οι δοσοληψίες δεν έλεγαν, αλλά ότι ο χάρος είχε μεσολαβήσει στον γέρο διάολο προκειμένου να του  εξασφαλίσει το άφθαρτο. Γι αυτό είχε κορμί λαμπάδα, βελούδο πρόσωπο  και μαλλί  Κλαρκ Γκέιμπλ. Τώρα τι ανταλλάγματα έπαιρνε ο χάροντας που να ξέρω;
         Ο Λάκης ήταν άριστος επαγγελματίας, πλην κάποιων εξαιρέσεων που είχαν σχέση με το αλκοόλ. Κατ'  αρχήν τα φέρετρα τα έφτιαχνε μόνος του. Είχε μια τεράστια αποθήκη γεμάτη νεκροκρέβατα. Στην οποία δούλευε συνεχώς από τις έξι το πρωί, χωρίς σταματημό, μέχρι τις έξι το απόγευμα, τρώγοντας  το μεσημέρι εν κινήσει, ψωμί με τυρί ή ελιές. Τα φέρετρα του, κοσμήματα για τη τελευταία κατοικία. Με ποικιλία ακόμα και σε χρώματα, μπεζ, καφέ, μαύρα, κάποιος έλεγε ότι είχε δει και άσπρα. Αλήθεια υπάρχουν λευκά φέρετρα; Ο ίδιος είπε ότι ήταν ειδική παραγγελία  από την Αθήνα κι ότι προορίζονταν για κάποιους πλούσιους που ήθελαν να τα βάλουν όχι σε  τάφους αλλά να τα χρησιμοποιήσουν για κάτι άλλο, νεκροφυτεία, νεκροφιλία, δεν κατάλαβε και καλά.

     Ύστερα στη προετοιμασία της κηδείας, η ταχύτητα ήταν το μεγάλο του προσόν.  Βέβαια υπήρξαν περιπτώσεις που πήγαινε  στο δήμο να πάρει  τη ληξιαρχική πράξη θανάτου, χωρίς τη ιατρική γνωμάτευση  με αποτέλεσμα να συναντά την άρνηση του δήμου και να εξαναγκάζεται σε πρόσθετα δρομολόγια. Κάποια φορά θυμάμαι καθυστέρησε η κηδεία δύο ολόκληρες ώρες κι όπως έκανε  κρύο,  ο κόσμος που περίμενε έξω από την εκκλησία να  έλθει ο πεθαμένος για το τελετουργικό, χώθηκε στα καφενεία και τόριξε στα τσίπουρα  για να ζεσταθεί,  με αποτέλεσμα όταν το σούρουπο έφτασε ο Λάκης παρέα με τον πεθαμένο, οι μισοί να ήταν μεθυσμένοι και να το είχαν ρίξει στα κλαρίνα κι οι άλλοι της σειράς του τεθνεώτος,  να την έχουν κοπανήσει για το σπίτι,  γιατί δεν άντεξαν άλλο την αναμονή.
      Σε μια  άλλη περίπτωση βιασύνης ήμουν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας:
-Κυρά Λένη, ρώτησε ο Λάκης τη μάνα μου, τι ώρα έρχεται η σωρός του Παππού Γιώργη για να κανονίσω την ώρα της κηδείας;
-Τι λες  συφοριασμένε ο πατέρας μου είναι καλά και το βράδυ θα τον φέρουν σπίτι.
-Μα δεν είναι δυνατόν, εγώ μίλησα με τους γιατρούς στο νοσοκομείο και μου είπαν ότι από ώρα σε ώρα θα πεθάνει, στα τελευταία του ήταν.
-Να  που δεν πέθανε. Να τον σκοτώσουμε;
-Αυτό είναι ανήκουστο  εγώ τι να κάνω τώρα, που αγόρασα και έφερα όλα τα απαραίτητα για τη κηδεία;
-Τι να σου πω Λάκη; Ή μάλλον έχω μια ιδέα, του είπε η μάνα μου
-Τι κυρά Λένη πες μου,  ρώτησε με ελπίδα και αγωνία συνάμα ο Λάκης;
-Γιατί δεν πεθαίνεις εσύ να μη χάσεις τα έξοδα που έκανες; 
        Με άρπαξε απ το χέρι απότομα και φύγαμε αφήνοντας τον με το στόμα του ανοιχτό

Μια άλλη φορά πάλι είδα την εξής εκπληκτική σκηνή:
Είχε πεθάνει ένας παππούς, δεν είχε συγγενείς και φίλους. Πρέπει να πω ότι ο Λάκης σε τέτοιες περιπτώσεις αναλάμβανε χορηγός κι έκανε τη κηδεία μόνος του. Δηλαδή είχε τους λόγους του. Χρησιμοποιούσε τις περιπτώσεις αυτές για προπόνηση, κάτι σαν φιλικό αγώνα για να δοκιμάζει το σχήμα της ομάδας του. Γιατί είχε ομάδα ο Κοράκις
    Δηλαδή τέσσερα μαύρα ομοιόμορφα και λυπητερά κοστούμια, για τη μεταφορά του πεθαμένου, δύο σκαφτιάδες συνήθως αλβανικής καταγωγής και τη κυρά Φρόσω για τη περιποίηση του πεθαμένου και το στολισμό του νεκροκρέβατου. 
      Έπρεπε λοιπόν να δοκιμάζει το σχήμα γιατί κάποιες φορές  αναλόγως συνθηκών άλλαζε. Έτσι και με τον παππού δοκίμαζε κάτι νέους σκαφτιάδες. Κόσμος δεν υπήρχε, μόνο η Λάκης Κοράκις τιμ, ο παπά Λάμπρος, ένας ψάλτης και εμείς κάτι πιτσιρίκια,  συνοδεύαμε από περιέργεια και χαβαλέ. 
     Όλα καλά μέχρι τη στιγμή που κατέβασαν το φέρετρο. Εκεί κάτω από τις οδηγίες του μαέστρου Λάκη άρχισε να κατεβαίνει, αμόλα σχοινί ο δεξιά, κράτα ο αριστερά, πρόσεξε, όχι μη γαμώτο φελέκι σου, τους φεύγει το φέρετρο, παρασέρνοντας και τον Λάκη
     Έτσι  βρέθηκε με τον παππού αγκαλιά σε ερωτική στάση ενώ τόσο ο παπά Λάμπρος, αλλά κι όλοι οι άλλοι είχαν ξεσπάσει σε τρανταχτά γέλια ενώ ο Λάκης έβριζε και απειλούσε Θεούς και δαίμονες

     Θα έπρεπε να δείτε  το ύφος του την ώρα της κηδείας:  Ήταν για αργό πλάνο ταινίας του Αγγελόπουλου. Η θλίψη του τεράστια, όταν τον έβλεπες έλεγες σίγουρα κηδεύει τον αδελφό του. 
    Και δεν προσποιούνταν, το ζούσε, έμπαινε στο πετσί του ρόλου του ο άνθρωπος.  Όμως για όσο κρατούσε η κηδεία. Πέντε λεπτά μετά, το είχε ξεχάσει κι έπινε ούζα, ‘’τη συνοδεία’’ κλαρίνου. 
     Πριν πούμε για την αδυναμία του αυτή στα κλαρίνα να σημειώσουμε ότι διέθετε και στολή κηδείας. Δηλαδή φορούσε μόνο για την ώρα της κηδείας, συγκεκριμένη στολή: δερμάτινο παντελόνι μαύρο φυσικά, άσπρο πουκάμισο –άγνωστο γιατί, δερμάτινη λεπτή μαύρη γραβάτα και ομοίως δερμάτινο γιλέκο μαύρο κι αυτό. Αψεγάδιαστος,  δέσποζε στη κορυφή της πομπής.

     Ο Λάκης Κοράκις δεν άφηνε πανηγύρι για πανηγύρι σε  ακτίνα εκατό χιλιομέτρων. Κι όπου  έπαιζε κλαρίνο ο απίθανος βιρτουόζος ο Κώστας  Αριστόπουλος,  ήταν πρώτο τραπέζι πίστα. 
    Ο νούμερο ένα κλαρινογαμπρός, αφού εκτός των άλλων ο Λάκης ήταν εργένης! Όλα του τα λεφτά τα χάλαγε πίνοντας και χορεύοντας. Αγαπημένο του τραγούδι το ΄΄Μαραίνομαι ο καημένος΄΄ που το απογείωνε ο Γιαννάκης Κωνσταντίνου. Δηλαδή δεν ήταν πάντα εργένης. 
     Αγάπησε μια πανέμορφη λένε τσιγγάνα, από τη κάτω Αχαγιά, την οποία έκλεψε γιατί δεν του την έδιναν οι δικοί της. Αν και τον κυνηγούσαν δύο τάγματα ομοφύλων της, κατάφερε να ξεφύγει και να  τη παντρευτεί  σ ένα ξωκλήσι, βυθίζοντας στη θλίψη τη πάνω και τη κάτω Αχαγιά. 
     Κι όπως κρύβονταν στο βελανιδόδασος της Παλαιομάνινας Ξηρομέρου για μήνες, σε μια ξαφνική  καλοκαιρινή μπόρα, ένας κεραυνός έπεσε κι έκαψε την άτυχη Ζεριντέ.
    Όλοι είπαν ότι γι αυτόν πήγαινε ο Θεός αλλά κατά λάθος έπεσε στη κοπέλα. Κι έτσι για άλλη μια φορά καταδείχτηκε ότι ή φράση ΄΄Ξέρει ο Θεός γιατί τον πήρε΄΄ είναι ευφημισμός και ότι τις περισσότερες φορές έχει βαθιά μεσάνυχτα!
Κι έτσι παρέμεινε μόνος και κλαρινογαμπρός!

        Μια άλλη φορά πήγε και πήρε τον πεθαμένο από την Αθήνα, τον έφερε πρωί στις πέντε η  ώρα  και σταμάτησε στο σπίτι του να βάλει μια μπουκιά στο στόμα του. Κατά τις δέκα θα πήγαινε στο διπλανό χωριό, κατευθείαν στην εκκλησία, μια και ο εκλιπών, είχε πουλήσει το πατρικό του, αλλά ήθελε να θαφτεί κοντά στους δικούς του, στο νεκροταφείο του χωριού του.
      Έτσι έβαλε λίγο ρακί να πιει να συνοδέψει την ελιά δηλαδή, όχι τίποτε άλλο και να περάσει η ώρα μέχρι τις εννιά που θα ξεκινούσε.  Στο χωριό όμως είχε πάει έντεκα η ώρα, ο κόσμος περίμενε  κι ο Λάκης με τον πεθαμένο δεν έλεγαν να εμφανιστούν. 
       Οι γιοι του νεκρού τον έψαξαν και τον βρήκαν στουπί στο μεθύσι ν ακούει κλαρίνα και να  φωνάζει όπα μαζί με το πεθαμένο. Βέβαια δεν έδειξαν καμία αίσθηση χιούμορ και του κάνανε τα μάτια ομοιόχρωμα με το μαύρο πουκάμισό του.
      Θα ήταν καμιά δεκαπενταριά χρόνια που έλειπα απ τα μέρη μου, μετανάστης στην αγκάλη της Ελλάδας και όχι μόνον.
    Είχα επισκεφτεί τη μικρή μας πόλη  να κάνω δεκαπενταύγουστο με τη μάνα μου. Μόλις κατέβηκα απ το αυτοκίνητο μου και παρατήρησα μια περίεργη πομπή να περνά.  
       Επικεφαλής σαν κορυφαίος χορού αισχυλικής τραγωδίας ο κλαρινίστας Κώστας Αριστόπουλος να παίζει μαγευτικά και πίσω ακριβώς τέσσερα μαύρα κοστούμια να κουβαλάν ένα σκαλιστό μαύρο φέρετρο.     Έψαξα να βρω στη κεφαλή του πλήθους τον γνωστό διευθυντή της ορχήστρας, δεν τον εντόπισα όμως.

Γύρισα σ ένα θεατή παραδίπλα και ρώτησα:
-Συγγνώμη κύριε, ποιος συγχωρέθηκε;
-Ο  Λάκης Κοράκις, απάντησε αυτός.
-Από τι πέθανε; Εγκεφαλικό, ανακοπή;
-Όχι Ούζο 12! Χτες βράδυ στη μεγάλη πανσέληνο ήπιε τρία  μπουκάλια. Λένε ότι όπως κυνηγούσε να πιάσει το φεγγάρι στα νερά του Ασπροπόταμου πνίγηκε. Τον βρήκαν το πρωί  σε 30 πόντους νερό

      Η πομπή με προσπέρασε και χάθηκε στη στροφή προς το νεκροταφείο ενώ το κλαρίνο έκλαιγε στον ρυθμό του "Μαραίνομαι ο καημένος"
      Είναι σίγουρο ότι κάποτε, κάποια μέρα, στο μακρινό ελπίζω μέλλον, ένας Λάκης Κοράκις θα μας θάψει.... Αν  έχει και το κλαρίνο του Αριστόπουλου παρέα, ακόμα καλύτερα!
Μέχρι όμως αυτό να γίνει... Εσείς
Υγιαίνετε αδέλφια μου!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο