Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΕΛΠΙΔΑ!

            Γεννήθηκα, σχεδόν, λίγο μετά τον  «Εμφύλιο»,  σε  μια  εποχή καχυποψίας, φτώχειας και εξαθλίωσης. Από την τρυφερή ακόμη ηλικία των παιδικών μου χρόνων είχα βιώσει τον αγώνα και την αγωνία των γονιών μου, για την εξασφάλιση του λιγοστού φαγητού της οικογένειας. 
    Από παιδί δέκα χρόνων έζησα το μεγάλο μόχθο και την απόλυτη εξουθένωση στα καπνοχώραφα της Μακρυνείας,  αλλά και από πολύ νωρίς γαλουχήθηκα με τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη, τις αξίες και τα ιδανικά της φυλής μας. Έτσι έμαθα να σέβομαι και να υπερασπίζομαι τους θεσμούς, και ν’ αγαπώ την πατρίδα μου...........



      Τα πρώτα χρόνια της δικής μου γενιάς ήταν πράγματι,  πολύ δύσκολα, όμως οι άνθρωποι τότε, παρά τις αντιξοότητες ήσαν περισσότερο ευτυχισμένοι από σήμερα. 
     Στις κακές στιγμές έσφιγγαν τα δόντια κι έλεγαν, δεν πειράζει μπόρα είναι θα περάσει! Ήσαν αισιόδοξοι, μπορούσαν να χαμογελούν και να ονειρεύονται για ένα καλύτερο αύριο, γιατί έβλεπαν με την πάροδο του χρόνου να πηγαίνουν από το καλό στο καλύτερο. Υπήρχε ελπίδα!
      Σήμερα όμως, οι περισσότεροι νέοι μας απογοητευμένοι από την πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση της χώρας έχασαν τον προσανατολισμό τους, έχασαν τα ιδανικά τους, τους στερήθηκε ακόμη κι αυτό το δικαίωμα να ονειρεύονται. Να ονειρεύονται το μέλλον τους, τη χαρά της δημιουργίας, τη χαρά της δικής τους μελλοντικής οικογένειας. 

     Η εγκληματική ανικανότητα και η κακοδιαχείρηση των ηγετών μας τους έκαναν ζητιάνους και τους στερούν τη δυνατότητα να χτίσουν, έστω και καθυστερημένα, το μέλλον τους. Η εξυπηρέτηση του χρέους – μαμούθ- θα απορροφά όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του εθνικού πλούτου. Ότι λίγο απομένει, πάει για τη συντήρηση του τέρατος, που λέγεται Ελληνικό Δημόσιο.
       Τι να περισσέψει για παιδεία, παραγωγικές επενδύσεις, έρευνα, περιβάλλον, τους τομείς δηλαδή που χτίζουν το μέλλον;
     Φοβάμαι πως ότι και να γίνει οι μόνοι πραγματικά αδικημένοι αυτής της χώρας είναι οι νέοι. Είναι περισσότερο από βέβαιο, ότι έχουμε υπονομεύσει όχι μόνο το μέλλον τους, αλλά όλη τους τη ζωή.
      Υπεύθυνοι όμως για τα αδιέξοδα των παιδιών μας δεν είναι μόνο οι πολιτικοί. Μεγάλη ευθύνη ανήκει και σε μας τους γονείς, γιατί αν και είχαμε καλές προθέσεις  – αλλοίμονο ποιός γονιός δεν θέλει το καλύτερο για τα παιδιά του- προσπαθήσαμε, χρησιμοποιώντας τα παιδιά μας, να ικανοποιήσουμε τη δική μας ματαιοδοξία, προσπαθήσαμε εκεί που αποτύχαμε εμείς, να πετύχουν  τα παιδιά μας. 
     Τα εγκλωβίσαμε σ’ έναν κόσμο «ανθρώπων υπηκόων» με πολλά αδιέξοδα. Τους δίναμε συνεχώς εντολές, ενώ τα εμποδίζαμε να παίρνουν πρωτοβουλίες με συνέπεια να μετατρέπονται σε «μηχανικοί δέκτες» και όχι σε «σκεπτόμενους ανθρώπους». 
     Από την πρώτη κιόλας μέρα του σχολείου τους στερήσαμε το παιχνίδι που είναι η χαρά των παιδιών. Τα παιδιά χρειάζονται ελευθερία χρόνου και επιλογών, να μάθουν να εργάζονται μόνα τους, να παίρνουν πρωτοβουλίες, ν’ ακολουθούν το ταλέντο τους καθώς και τις πνευματικές και ψυχικές τους ορμές. Οι έτοιμες γνώσεις που παίρνουν τα παιδιά μας από τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα πολύ σύντομα ξεχνιούνται. Η παρουσία του δάσκαλου ή του καθηγητή θεωρείται απαραίτητη, οι γνώσεις όμως για να γίνουν κτήμα του μαθητή και να ευδοκιμήσουν, πρέπει να δουλευτούν πολύ στο μυαλό του και να μετατραπούν σε συνειδητοποιημένες εμπειρίες.
       Έτσι δεν θα μιλάμε για σοφούς αγράμματους κι αργότερα για πτυχιούχους άσχετους.

     Παρ’ όλα αυτά από τη μεταπολίτευση και μετά οικοδομήσαμε ένα κοινωνικό τέρας πρωτόγνωρο στην ελληνική ιστορία. Είναι ίσως η πρώτη φορά από το 1974 μέχρι σήμερα που ντρέπομαι για την εικόνα της χώρας μου, και κυρίως είναι η πρώτη φορά που δεν ελπίζω ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες…..
     Ειλικρινά, αν για μένα ο χρόνος γύριζε πίσω, αν σήμερα ήμουν νέος, θα ήθελα να φύγω απ’ αυτή τη χώρα και να μην ξαναγύριζα ποτέ !
        Ίσως με ρωτούσαν ορισμένοι, γιατί εκφράζομαι με τόση πίκρα και με τέτοιο παράπονο, θα σας απαντήσω: Στη ζωή, μου άρεσε να είμαι νοικοκύρης, είχα συνηθίσει να προγραμματίζω τα πάντα και δεν άφηνα ποτέ τίποτε στην τύχη του, έτσι είχα οργανώσει τη ζωή μου σύμφωνα με τις δυνατότητές μου, για να μπορώ να ζω έντιμα και με αξιοπρέπεια.
       Κι έρχεται λοιπόν σήμερα η ίδια η πολιτεία και μου στερεί αυτό το δικαίωμα για να ζω αξιοπρεπώς. Αγόρασα ένα σπίτι με δάνειο απ’ το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κι αμφιβάλλω, αν μετά από λίγο καιρό θα έχω τη δυνατότητα να πληρώνω τις δόσεις μου. Φθάσαμε στο σημείο να πληρώνουμε νοίκι στο ίδιο μας το σπίτι, άσε που κάποια στιγμή θα μας βρίζουν και τα ίδια μας τα παιδιά, γιατί θα τους κληροδοτήσουμε ένα σπιτάκι στο χωριό, που ενώ δε θα τους αποδίδει τίποτα, θα είναι αναγκασμένα να πληρώνουν και φόρους από πάνω !

       Μα θα μου πείτε, τι τους νοιάζει αυτούς αν εγώ δούλεψα πενήντα χρόνια στη ζωή μου και συνεχίζω να δουλεύω; Αν το «Κοινωνικό Κράτος» και το «Κράτος Δικαίου» σ’ αυτό τον τόπο,  έχουν ακρωτηριαστεί σε τέτοιο βαθμό, «αθεράπευτο» θα έλεγα, εμένα θα σκεφτούν; Αυτοί δε σκέπτονται τους άπορους και τους πολύτεκνους!
       Εδώ βλέπεις,  βοηθηματούχοι  της Κοινωνικής Πρόνοιας κι αγρότες πολύτεκνοι με τέσσερα παιδιά και ετήσιο εισόδημα 4.000 ευρώ, με την εφεύρεση των τεκμηρίων διαβίωσης, κλπ, με αισχρό τρόπο αναγκάζουν τους αξιολύπητους αυτούς ανθρώπους να πληρώνουν φόρους.
       Χρεοκοπήσανε τα εύρωστα ασφαλιστικά μας ταμεία και τώρα κάθε λίγο και λιγάκι μας πετσοκόβουν τις συντάξεις μας. Μας έφεραν στην εξαθλίωση και μας έκαναν να ξεπεράσουμε τα όριά μας.
      Καταλήστευαν  κάθε φορά τα αποθεματικά των ταμείων για να βουλώνουν τις «μαύρες» τρύπες του προϋπολογισμού, χωρίς ποτέ σ’ εμάς να δώσουν  λογ/σμό. 
    Επί κυβέρνησης Σημίτη έπαιξαν τα λεπτά των ασφαλιστικών ταμείων στο χρηματιστήριο, ούτε τότε μας ρώτησαν, όπως δεν μας ρώτησαν όταν αγόρασαν δομημένα ομόλογα επί κυβέρνησης Καραμανλή και τα 5,5 δις. των αποθεματικών, έγιναν 1,5 δις. Είναι ντροπή να την πληρώνουν πάντα οι εργαζόμενοι!

      Το πρόβλημα το δικό μου σήμερα, είναι και πρόβλημα χιλιάδων άλλων Ελλήνων, κι αν σ’ αυτό μου το άρθρο έγραψα σε πρώτο πρόσωπο, το έκανα για να δώσω μεγαλύτερη έμφαση στην οργή και στην αγανάκτηση των πολιτών για εκείνους που κατέκλεψαν το δημόσιο χρήμα και οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή άθλια οικονομική κατάσταση.
    Η «ελπίδα» σήμερα είναι το ζητούμενο. Και να ξαναγεννηθεί απαιτούνται άμεσα δύο–τρεις παρεμβάσεις. Τα εισπρακτικά μέτρα που επιβλήθηκαν οδηγούν την οικονομία μας σ’ ένα φαύλο κύκλο ύφεσης και ελλειμμάτων.
      Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη μια αποτελεσματική αναπτυξιακή πολιτική, που θα δημιουργούνται νέα έσοδα. Πρέπει να στηριχθούν οι ασθενέστερες εισοδηματικές τάξεις.   
       Οι μισθοί και οι συντάξεις των 600 και 700 ευρώ δεν μπορούν να βοηθήσουν στην έξοδο από την κρίση, απλά καταδικάζουμε τους συμπολίτες μας περισσότερο στην πείνα και την ανέχεια.
       Και τέλος απαιτείται επειγόντως μια μεγάλη πρωτοβουλία για την εξυγίανση του δημόσιου βίου, οδηγώντας τους πράσινους ή γαλάζιους επίορκους που καταλήστευσαν το δημόσιο χρήμα στις φυλακές.
    Να ανοίξουν εδώ και τώρα όλοι οι λογαριασμοί των ύποπτων, και ότι δεν δικαιολογείται από το «Πόθεν έσχες» τους  να δημευτεί.
     Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κάρολος Παπούλιας είχε ζητήσει το οικονομικό έγκλημα να χαρακτηρισθεί «ιδιώνυμο».

     Εγώ θα ήθελα να προσθέσω, πως το οικονομικό έγκλημα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται από τη δικαιοσύνη ως κακούργημα και με μεγαλύτερη αυστηρότητα, γιατί είναι πολύ χειρότερο από το κοινό έγκλημα.
     Ο κοινός εγκληματίας  συνήθως έχει και κάποια ελαφρυντικά, μπορεί να ενήργησε είτε «εν βρασμώ ψυχής» είτε για λόγους τιμής, είτε επειδή θεώρησε, ότι αδικήθηκε ή προσεβλήθη, και για πολλές άλλες αιτίες.
   Ο οικονομικός εγκληματίας δεν έχει απολύτως κανένα ελαφρυντικό.

       Ενεργεί συνήθως αθέμιτα και εκ προμελέτης με πλήρη συναίσθηση των πεπραγμένων και με αποκλειστικό σκοπό την ιδιοτέλεια. Μια πράξη που μπορεί να φέρει ανθρώπους στην χρεωκοπία, στην απόγνωση κι ακόμη στην αυτοκτονία. Επίσης να βλάψει το Δημόσιο ανεπανόρθωτα και η βλάβη αυτή να έχει ολέθρια αποτελέσματα στους πολίτες, όπως συμβαίνει στην παρούσα κατάσταση…..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο