Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Το μπουρίνι


του Δημήτρη Αρβανίτη

         Στον γραφικό κόλπο της Τορώνης επικρατούσε ησυχία. Τέλος του καλοκαιριού και περασμένες δύο τα μεσάνυχτα,  οι λίγες οικογένειες τουριστών που είχαν απομείνει κοιμόντουσαν στα ξενοδοχείο και τα καταλύματα του χωριού. Όμως  σ΄ ένα μοναχικό σπιτάκι, πεντακόσια μέτρα  μακριά απ’ τον κατοικημένο τόπο, το ζευγάρι ξάγρυπνο συζητούσε:
-                  - Μάινε σατς γιατί τη σκότωσες, ρώτησε με πόνο εκείνη.
-                  - Μα δεν τη σκότωσα εγώ, Βεατρίκη. Η ίδια το επέλεξε κι εγώ απλώς το έγραψα.
-                   - Με κοροϊδεύεις, Παύλο;
-                 - Όχι δεν είναι έτσι. Από ένα σημείο και μετά οι χαρακτήρες αυτονομούνται. Ενεργούν μόνοι τους, δεν με ρωτάνε.
-                   - Αφού εσύ είσαι ο συγγραφέας, εσύ τους κατευθύνεις.
-                  -   Εγώ γράφω τους ήρωες, αυτοί όμως με τη δράση τους πλάθουν την ιστορία.
-                  -  Κι ήταν ανάγκη να τη κρεμάσεις μ’ αυτόν τον τρόπο; Ήταν πολύ σκληρό.
-                  -   Δεν είμαι εγώ ο σκληρός Βεατρίκη, η ζωή είναι έτσι. Αυτήν αντιγράφω.....


-           - Δεν το καταλαβαίνω. Τέλος πάντων, πολύ ωραίο, με θλίβει όμως το τέλος της ηρωίδας. Πότε θα εκδοθεί;
-                   -Μου είπαν τον επόμενο χρόνο, αλλά θέλει πολύ δουλειά ακόμη.  Θα δούμε .
-                   -  Άργησα. Πρέπει να πηγαίνω, θ’ ανησυχεί ο Ότο.
-                   Μείνε λίγο ακόμη, είπε εκείνος και την αγκάλιασε γλυκά.
-                 -    Οοοο, Παύλο, μη κάνεις σαν παιδί. Έχουμε απ’ τις εννιά. Αύριο πάλι.
Την έσφιξε δυνατά κι εκείνη ανταπέδωσε με την ίδια θέρμη.
-                 -    Καληνύχτα Πάολο του είπε και τον φίλησε στα χείλη.
-                 -   Τώρα ποιος κοροϊδεύει;
-                Μα δεν κοροϊδεύω, εγώ πιστεύω πως κάποια μέρα θα γίνεις διάσημος όσο κι ο Κοέλιο
-                 Ναι, κάποια μέρα… Καληνύχτα

       Βγήκε στο δρόμο. Ησυχία επικρατούσε. Ο κόσμος απολάμβανε τον ήρεμο ύπνο  της θάλασσας.  Ο ήχος των κυμάτων έφτανε σαν μελωδία στ’ αυτιά της. Κι όμως ο ίδιος αυτός ήχος μάλλον την ενοχλούσε πριν μερικές  εβδομάδες. Μα πως άλλαξε έτσι η ζωή της;    Είχε  πάει  διακοπές με τον άντρα της, όπως σχεδόν κάθε χρόνο τον Ιούλιο. Μόνο που αυτή τη φορά τον έπεισε να έλθουν στην Τορώνη της Χαλκιδικής. Είχε ένα σπίτι εξοχικό,  κληρονομιά του πατέρα της, μικρό αλλά άνετο για ένα ζευγάρι. Εκείνος προτιμούσε τα νησιά, άλλη η αίσθηση έλεγε. Και κάθε φορά άλλαζαν προορισμό. Όμως από πέρυσι το ξεκαθάρισε στον Ότο. Του χρόνου στη Τορώνη, θέλω να δω τους συγγενείς μου. Δεν έλεγε την αλήθεια. Τις αναμνήσεις της ήθελε να ξαναβρεί. Να περπατήσει  εκεί που έκανε διακοπές μικρή, εκεί που είχανε πατήσει οι πρόγονοι της.  Ένιωθε ότι χρειαζόταν να πάρει δύναμη απ’ αυτούς. Να ήταν αυτό ή μήπως το πεπρωμένο της την καλούσε. Ποιος αλήθεια μπορεί να πει;

      Είχε γεννηθεί στο Βερολίνο από Έλληνες μετανάστες γονείς. Μεγάλωσε με το σύνδρομο του ξένου αλλά αυτό τη βοήθησε να φτιάξει άμυνες στο χαρακτήρα της και να γίνει δυνατή και μάχιμη. Κληρονόμησε το πείσμα για τη ζωή απ’ τους γονείς της και την περηφάνια που ήταν Ελληνίδα. Εκεί  που επικρατούσε σύγχυση και ασάφεια, ήταν στη νοοτροπία. Απ’ τη μία η οργάνωση κι η πειθαρχία των Γερμανών κι απ’ την άλλη το ατίθασο πνεύμα του Έλληνα. Πότε νικούσε το ένα πότε το άλλο.  Μετά το Πανεπιστήμιο, έπιασε γρήγορα δουλειά στη Ντόισεμπανγκ, τυποποιημένα οικονομικά με αριθμούς και ελέγχους. Δεν της άρεσε, ήταν όμως καλοπληρωμένη και σε άνετο περιβάλλον. Όπως επίσης έγινε η αιτία που  γνώρισε στα εικοσιτρία της τον σύζυγο  της τον Ότο, ιδιοκτήτη χρηματοπιστωτικής εταιρείας που συνεργαζόταν με τη τράπεζα. Τώρα αν ήταν καλό αυτό; Και ναι και όχι. 
        Ο Ότο, ήταν άρχοντας οικονομικά. Δεκαεφτά χρόνια που ήταν μαζί δεν της έλειψε τίποτε. Τα είχε όλα και όχι μόνο. Η προσωπική της περιουσία, απ’ τις οικονομίες των δικών της και τα προσωπικά  εισοδήματα, μέσα από τη εταιρεία του άντρα της, αυξήθηκε σε πολύ σημαντικό βαθμό και της έδωσε τη δυνατότητα να παραιτηθεί απ’ τη δουλειά της. Αφιερώθηκε στη τέχνη, ζωγραφίζοντας και προωθώντας τα έργα της σε διάφορες εκθέσεις ανά τον κόσμο. Έκανε πλέον αυτό που από μικρή την ευχαριστούσε. Τι καλύτερο; Λογικά θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένη. Δεν ήταν όμως. Δύο πράγματα τη βασάνιζαν κι έκαναν τη ζωή της με τον Ότο προβληματική. 
    Το πρώτο αφορούσε την αδυναμία τους να τεκνοποιήσουν. Στην αρχή πίστευαν ότι αιτία ήταν το άγχος, αλλά αργότερα οι εξετάσεις έδειξαν ότι το σπέρμα του Οτο  δεν θα μπορούσε ποτέ να συνεισφέρει στη κατεύθυνση αυτή. Τους πείραξε αλλά με το πέρασμα του χρόνου το ξεπέρασαν. Περίπου δηλαδή , γιατί συνέπεια αυτού ήταν το δεύτερο πρόβλημα, που αφορούσε το αλκοόλ. Σχεδόν κάθε μέρα ο Ότο κατανάλωνε μεγάλες ποσότητες μπύρας, η οποία εκτός απ’ το συνακόλουθο, ήσυχο κατά τα άλλα και εντός του σπιτιού, μεθύσι, του έσπειρε και μια τεράστια κοιλιά. Μαζί με τα χρόνια,  είχε περάσει τα εξηνταπέντε, ήρθε και το σχεδόν χωρίς τρίχα κεφάλι με αποτέλεσμα η εικόνα του να είναι αποκαρδιωτική στα μάτια της Μπεατρίς που ήταν μόνο σαράντα χρόνων και κούκλα από εμφάνιση. 
     Όμως ποτέ μέχρι πριν δύο μήνες δεν τον είχε απατήσει. Τι έγινε λοιπόν; Γιατί το έκανε; Σάμπως το κατάλαβε; Κι έτσι δε γίνεται άλλωστε στη ζωή; Πέφτουμε απ’ τα σύννεφα, αιφνιδιαζόμαστε… Ήταν εκείνο το  μπουρίνι, το πρώτο δείλι του Σαββάτου στη Τορώνη. Είχε πάρει τη βάρκα ενός γείτονα κι ανοίχτηκε για μια βόλτα στον κόλπο. Επικρατούσε ηρεμία, ο ήλιος έγερνε στη κρυψώνα του αφήνοντας πορτοκαλοκίτρινες αποχρώσεις πίσω του. Μέσα σε λίγα λεπτά τα χρώματα έγιναν γκρίζα και στη συνέχεια μαύρα.  Φοβισμένη κωπηλάτησε προς την ακτή. 
     Ξαφνικός αέρας σηκώθηκε  και μια δυνατή βροχή που τη συνόδευαν αστραπόβροντα, μαστίγωνε τη θάλασσα. Φτάνοντας προς την παραλία, προσπάθησε να βγει, αλλά τα κύματα δεν την άφηναν. Πανικόβλητη, έψαχνε κάποιον να τη βοηθήσει, αλλά ο κόσμος είχε εξαφανιστεί να γλυτώσει απ’ τη μανία των Θεών.  Εκεί που οι δυνάμεις την εγκατέλειπαν  κι είχε απελπιστεί, ένας άντρας απ’ το πουθενά  ρίχτηκε στη θάλασσα, έδεσε τη βάρκα  με καραβόσκοινο και τη βοήθησε να βγει στην ακτή. Πήγαν στο μοναχικό σπιτάκι που ζούσε  πενήντα μέτρα πιο πέρα και  τη φρόντισε. 
     Από τότε καθημερινά τον έβλεπε και σε λίγες μέρες ήταν ζευγάρι με τον Παύλο  Παυλίδη,  καθηγητή, φιλόλογο  απ’ τη Θεσσαλονίκη και εκκολαπτόμενο συγγραφέα.  Η μοίρα κι εκείνο το μπουρίνι τους γνώρισε και να που τώρα δύο μήνες αργότερα, δεν θέλει να γυρίσει στη Γερμανία αλλά ούτε και στον Ότο. Άλλωστε πριν λίγες ημέρες ένα γεγονός απογείωσε τη ζωή της και τώρα πετούσε. Ναι, στον έβδομο ουρανό βρισκόταν και δεν έλεγε να κατέβει. Ήταν έγκυος!  Όσα η ζωή της στέρησε κοντά είκοσι χρόνια, της τα έδινε σε δύο μήνες. Πώς να μην είναι ευτυχισμένη; Όμως οι δυσκολίες καιροφυλακτούσαν. Έπρεπε να το ανακοινώσει στους άντρες της ζωής της, στον προηγούμενο και στον επόμενο, στο παρελθόν και στο μέλλον.  Άβολη  η κατάσταση αλλά δεν είχε άλλον δρόμο.

       Αυτά σκεφτόταν περπατώντας προς το σπίτι. Βρήκε τον Ότο, πάλι μεθυσμένο.  Για πρώτη φορά τη ρώτησε που ήταν μέχρι αυτήν την ώρα. Εκείνη απάντησε νευριασμένα και δεν ήθελε πολύ στην θολωμένη κατάσταση που βρισκόταν εκείνος, ν’ ανάψει τρικούβερτος καυγάς.
-              - Ότο, δεν ξαναγυρίζω στη Γερμανία, χωρίζουμε. Γνώρισα έναν Έλληνα κι είμαι έγκυος! Τελειώσαμε.
-                           - Μα πότε έγινε αυτό; Πόσο γρήγορα; Απάντησε ξέπνοα εκείνος. Δεν μπορείς να το κάνεις, έχουμε είκοσι χρόνια μαζί! Είναι άδικο.
         Αμ’ μπορούσε Οτο, μπορούσε. Ο άνθρωπος όταν ακολουθεί το ένστικτο του δεν σκέφτεται τίποτε. Ίδιος με τα ζώα γίνεται…

       Μάζεψε τα πράγματα της, ενώ ο Ότο με κενό βλέμμα, συνέχιζε να πίνει αμίλητος. Τον καληνύχτισε και του είπε πως θα ερχόταν την επομένη να πάρει τα πράγματα της. Γύρισε στον έκπληκτο Παύλο και του εξομολογήθηκε όλα, όσα έγιναν αλλά και την εγκυμοσύνη και την απόφαση της να μείνει στην Ελλάδα. Εκείνος την άκουσε, δεν είπε τίποτα. Μόνο τη ρώτησε αν ήταν σίγουρη για την απόφαση της.
-                   Ναι, Πάολο, νιώθω έτοιμη να γυρίσω σελίδα. Κι ύστερα φέρνω μια  ζωή στον κόσμο. Το παιδί σου. Δε σου ζητώ τίποτε ούτε θέλω κάτι από σένα. Σ΄ ευχαριστώ για το δώρο που μου έκανες…
-                 -  Ναι, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Είμαι ο πατέρας, έχω ευθύνες…

     Τη στιγμή εκείνη συνειδητοποίησε πως ποτέ δεν της είχε μιλήσει για το παρελθόν του κι ούτε που τον είχε ρωτήσει. Αν ένιωθε την ανάγκη θα της έλεγε. Ήταν περίπου στα χρόνια της, συμπαθητικός, σχεδόν λιπόσαρκος πνευματικός άνθρωπος αλλά κλειστός. Απολάμβανε τον ήλιο, τη θάλασσα και το γράψιμο. Ζούσε μόνος στο απομακρυσμένο σπιτάκι. Συζητούσε κυρίως για βιβλία, για τις ιστορίες και τους ήρωες του. Είχαν μια πνευματική αρμονία αλλά και το σεξ απολάμβαναν, κάτι που η Μπεατρίς το είχε σχεδόν ξεχάσει με τα μεθύσια του Ότο. Κοιμήθηκε με μια περίεργη θλίψη να έχει καθίσει ολοστρόγγυλα στους ώμους της και να τη βαραίνει.
       Το ξημέρωμα τη βρήκε νωρίς – νωρίς στο πόδι. Φίλησε τον αγουροξυπνημένο Παύλο, λέγοντας πως πάει να πάρει τα πράγματα της. Του ζήτησε χτες να μείνει μερικές μέρες μαζί  του, μέχρι να δει τι θα κάνει με τον Οτο. Με το που  μπήκε στο σπίτι, το θέαμα που αντίκρισε την έκανε να παγώσει. Απ’ το δοκάρι της κορυφής, έτσι όπως ακριβώς ο Πάολο σκότωνε την ηρωίδα του, κρεμόταν ο Ότο.  Στο τραπέζι ένα σημείωμα, έγραφε. ΄΄Συγγνώμη, δεν το άντεχα΄΄.
      Συγκλονισμένη τηλεφώνησε στον Παύλο, του εξήγησε και συμφώνησαν να μη βρίσκονται για μερικές μέρες. Ύστερα τηλεφώνησε στην αστυνομία κι ακολούθησε η   γνωστή σε όλους θλιβερή διαδικασία. Ο Ότο δεν είχε συγγενείς, θάφτηκε στον οικογενειακό της τάφο, άλλωστε την είχε αγαπήσει την Ελλάδα κι εκεί ήθελε ν΄ αφήσει τα κόκαλα του.

        Μετά μια βδομάδα σιωπής από τη πλευρά του Παύλου, του τηλεφώνησε και τι περίεργο, το τηλέφωνο του, ήταν κλειστό. Την επόμενη  ημέρα το ίδιο, την άλλη επίσης. Η Βεατρίκη δεν τον έψαξε, παραπέρα. Κατάλαβε ότι ο αγαπημένος Πάολο δεν ήθελε να είναι μαζί κι αυτό τη πλήγωσε βαθιά. Εγκατέλειψε τη Τορώνη και σίγουρα δεν θα πήγαινε ποτέ ξανά. Η μοίρα την έφερε μία μόνο φορά εκεί, μετά από πολλά χρόνια, για να της αλλάξει τη ζωή…

Χανιά, πέντε χρόνια αργότερα
         Η  καλοντυμένη  γυναίκα κρατούσε από το χέρι, ένα πανέμορφο κοριτσάκι με ξανθές μπούκλες και προχωρούσε ανέμελη στο κέντρο της πόλης. Χάζευαν στις βιτρίνες κι απαντούσε στις συνεχείς ερωτήσεις της περίπου τετράχρονης μικρής.  Το κινητό της χτύπησε, ήταν ο ιδιοκτήτης της γκαλερί, που φιλοξενούσε τα έργα της.  Τη προσκάλεσε, Σάββατο στις έξι και μισή,  στον χώρο εκδηλώσεων της γκαλερί όπου ο νέος και πολλά υποσχόμενος συγγραφέας Θάνος Αθάνατος παρουσίαζε το πρώτο του βιβλίο  ΄΄Ο έρωτας έσβησε νωρίς΄΄. ΄΄Ενδιαφέρον μου ακούγεται,  θα έλθω οπωσδήποτε΄΄, απάντησε εκείνη.
        Το απόγευμα του Σαββάτου, η κυρία με τη μικρή πάντα κοντά της, εντυπωσιακή, ντυμένη ανάλαφρα και με γούστο μπήκε στο χώρο της παρουσίασης. Είχε αργήσει λίγο. Κάθισε στη τελευταία σειρά με τη μικρή στα γόνατα της.  Είχε αρχίσει να μιλάει ένας πολύ γνωστός καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, ενώ δίπλα του έστεκαν  δύο άντρες και μια γυναίκα.  Κοίταξε το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια της και είχε αγοράσει στην είσοδο. Το άνοιξε και είδε τον συγγραφέα, χλόμιασε. Αν είναι δυνατόν…   Κοίταξε στο πάνελ.  Μα πως άλλαξε έτσι; Γένια, μεγάλο μουστάκι και τα μαλλιά κάτασπρα, αλλά παρέμενε το ίδιο γοητευτικός…
       Κι η αφιέρωση του βιβλίο την έκανε να χαμογελάσει πικρόχολα ΄΄Στη γυναίκα της καλοκαιρινής καταιγίδας΄΄

       Μίλησαν όλοι, μίλησε κι ο Θάνος Αθάνατος. Δεν άκουσε τίποτε, οι θύμησες την είχαν ξεκάνει. Μέχρι που μια χαριτόβρυτη δεσποινίς  ρώτησε αδιάκριτα; ΄΄Και ποια είναι γυναίκα της καλοκαιρινής καταιγίδας κύριε Αθάνατε;΄΄  Εκείνος για λίγο τα έχασε, κοίταξε κάπως περίεργα, σαν να έμπαινε σε σκοτεινούς θαλάμους της μνήμης και απάντησε: ΄΄΄Μπορεί και να μην είναι υπαρκτό πρόσωπο δεσποινίς… Ξέρετε πολλές φορές ο μύθος μπλέκεται με τη πραγματικότητα και δεν ξέρεις τι είναι αληθινό και τι όχι΄΄
        Κρατούσε τη μικρή της  σφιχτά με τα δυό της χέρια. Σε λίγο η εκδήλωση τελείωσε. Πολλοί στάθηκαν στην ουρά για να υπογράψει ο συγγραφέας, τα βιβλία που είχαν αγοράσει. Τελευταία μπήκε στη σειρά  η κομψή κυρία. Ο συγγραφέας σκυμμένος υπέγραφε, ρωτώντας το όνομα.
-                      -   Με πολύ αγάπη στην; Ρώτησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του
-                     -   Στη Βεατρίκη… Πάολο, απάντησε η κυρία
Γύρισε απότομα το πρόσωπο του και την αντίκρισε. Ταράχτηκε κι άρχισε να τρέμει.
-                    -  Εσύ… Πως βρέθηκες εδώ; Σε έψαχνα παντού… Γιατί χάθηκες;
-                    -  Εγώ ή εσύ Πάολο;
-              -   Σε παρακαλώ, περίμενε με στην έξοδο. Τελειώνω τις υποχρεώσεις μου και έρχομαι, είπε κοιτάζοντας με αγωνία το ξανθό κοριτσάκι που βρισκόταν στο πλάι της κυρίας.

       Η Μπεατρίς δεν απάντησε. Κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Με το που βγήκε έξω, είδε τη μέχρι πριν λίγο ήρεμη θάλασσα του καλοκαιριού ανταριασμένη και τον ουρανό κατασκότεινο.  Κοντοστάθηκε κάτω απ’ το περβάζι.  Σε μερικά λεπτά,  οι  ουράνιοι  κρουνοί  θ’ άφηναν τόνους  βροχής. Πήρε το κοριτσάκι στα χέρια κι έφυγε τρέχοντας
-          ΄΄Παολίνα μου, πάμε γρήγορα σπίτι, το μπουρίνι έρχεται, είπε στη μικρή και την έσφιξε  δυνατά στην αγκαλιά της…΄΄

http://arvanitisdimi.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: