Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΕΙΚΟΣΙ - Παντελής Μπουκάλας Σχολιάζει: Διονύσης Μπερερής

«Μοναχογιού ο χαμός αμάραντος καϋμός»



Ανείπωτος ο πόνος του πατέρα για τον άδικο και τον «αδόκητο»χαμό του γιού του, στο άνθισμα της νιότης του, δοσμένος με την άριστη τεχνική του στίχου από έναν δόκιμο ποιητή και λογοτέχνη με την πένα του βουτηγμένη στο αίμα της καρδιάς του.....

Είκοσι τα ποιήματα της συλλογής,όσα μετρούσαν και τα χρόνια του γιού του Σπύρου μέχρι την ώρα που έγινε ουρανοπολίτης, κι ακόμα τρία ανάριθμα.

Φιλοσοφικός ο στοχασμός του γλωσσοπλάστη ποιητή. Το βλέπεις πολύ νωρίς απ’ το πρώτο του ποίημα που απ’ το υποθετικό αν που κυριαρχεί στη σκέψη του καθ’ ενός και το προτρεπτικό ας των αποφάσεών του (αν-ας) συνθέτει το βασικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης -ανάσα- που μεταφορικά με τούτο τον όρο εννοούμε ό,τι αγαπάμε περισσότερο στη ζωή μας -στην περίπτωσή του ο γιός του-.

«Ανάσα μου που κόπηκες στα ωραία είκοσί σου».

Όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο και πολλαπλά τα μηνύματα για τη ζωή, το θάνατο, τον πόνο και τη θλίψη. Ανάμεσά τους υπάρχουν τέσσερα γραμμένα σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο που σου θυμίζουν τα καλύτερα δημοτικά τραγούδια και μοιρολόγια, μελετητής και σχολιαστής των οποίων υπήρξε ο ποιητής: (κόκκιν’ αχείλι εφίλησα)...

Ποιος νοιάζεται το πιο πολύ, παρά η μάνα κι ο πατέρας, γι’ αυτό κι ο ποιητής τους καλεί να καλοδεχτούν στην αγκαλιά τους τον κανακάρη τους, το νιο το παλικάρι μην το πλανεύουν τα στοιχειά:

«Γιατί είναι νιος, κι είν’ άμαθος, δεν ξέρει από σκοτάδι

Φως ήτανε και φώτιζε,ποτάμι και κυλούσε

Φωτιά ήτανε και έκαιγε και κάηκε κι ο ίδιος».

Και παίζει με τις ημερομηνίες:

«Οκτώβρη και εικοσιεννιά σκοτώθηκε ο πατέρας

Οκτώβρης και εικοσιεννιά γεννήθηκε ο Σπύρος

Εξήντα δύο κι εικοσιεννιά να το, ενενήντα ένα»

Ήταν το έτος γέννησης του παιδιού (1999). Να σημειώσουμε ότι ο παππούς σκοτώθηκε απ’ τ’ άλογό του στα 33 του χρόνια κι ο Σπύρος απ’ τη μηχανή του 33ων αλόγων.

Κι ακόμα: «Παλιά κατάρα του σογιού,πάντα του να πληρώνει», αφού οι αλλοκοσμίτες του πέρασαν με «πάρωρο» θάνατο τους 10.

Και μέσα στ’ άλλα συγκινητική η παράκληση του παιδιού προς τη μάνα του: «Κάμε την πέτρα την καρδιά, κάμε άγαλμα την πέτρα / ...να βλέπω με τα μάτια σου, ν’ ακούω με τ’ αυτιά σου».

Τον κόσμο κυβερνά ο Έρωτας κι ο θάνατος. Ο Έρωτας για κάθε θαυμαστό κι ωραίο της ζωής και της φύσης μας κρατάει αιχμάλωτους μιας ομορφιάς που δεν την λεν’ οι λέξεις. Κι ο θάνατος που δεν συμμερίζεται τους ανθρώπινους πόθους και τις χαρές κι έρχεται και σκορπάει τη θλίψη.

Τούτη την απανθρωπιά του χάρου δεν την έλαβε υπόψη του ο πατέρας. Νομίζουμε πως είμαστε αθάνατοι,όπως κι οι γύρω μας που κουβεντιάζουμε γι’ αυτό εξομολογείται ο πατέρας:

«Καμιά για το χατήρι σου βάρδια δεν είχα βάλει

Ήσουν αετός και πέταγες. Αέρας και φυσούσες».

Δεν πίστευα ποτέ πως θα κονταροχτυπηθείς με τον θάνατο τον Αθάνατο. Πίστευα στη νιότη σου κι έπλαθα για σε τα όνειρά μου. Για μια στιγμή αλλάζουν τα πάντα στη ζωή μας.

«Από κάλυκος έως χειλέων τα πάντα πέλει» που λέει κι ο διδακτικός μύθος του βασιλιά Αγκαίου. Ανατρέπονται τα πάντα.

«Πλατάνι εσύ κι ευκάλυπτος / σε γύρισε κυπαρίσσι.»

Θρηνητικό το μοιρολόγι της μάνας για τον άντρα της μέχρι που σταματούσε καθώς «Δεν άντεχαν να πουν όσα η ψυχή οσφραίνονταν» και τότε: «η μόνη γλώσσα που δεν χρειάζεται μετάφραση, το βλέμμα».

Ο πόνος ίδιος για τον φτωχό και για τον πλούσιο, για τον σοφό και τον άσοφο, για τον άσημο και τον διάσημο (Ουγκώ, Δαρβίνος, Μαρξ, Κολοκοτρώνης, Βασίλισσα Βικτωρία, Στάλιν, Παλαμάς, Ωνάσης κ.α. -έχασαν τα βλαστάρια τους-), τον λευκό και τον μαύρο. Ο κάθε ένας κλαίει όπως ξέρει. Το δάκρυ τους, τα μάτια τους στεγνώνουν κι η θύμησή των την καρδιά την ξεριζώνει.

«Λες κι έχει ιθαγένεια ο πόνος και πατρίδα ο θάνατος».

Αναθυμάται το τραγούδι «πώς ο Θεός πούναι Θεός λυπάται και τα ξύλα» αλλά πολλές φορές «απ’ την πολλή τη λύπη του τα καίει τ’ Απανθρακώνει». «Και σ’ έκαψε δεντρί μου». Λέει ο Νίτσε ότι γίνονται πράγματα που πολλές φορές βάζουν σε αμφιβολία την πίστη και του πιο θρησκευόμενου.

Τέλος ακολουθούν ποιήματα στα οποία αναφέρεται στη ζωή του Σπύρου και αναθυμάται όλα όσα έζησε μαζί του. Όποιος απέκτησε παιδιά κι εγγόνια ακούγοντας αυτά, ζη τη δική του ζωή με τις χάρες και τις ζαβολιές των παιδιών. Βλέπει ένα ντοκιμαντέρ της παιδικής ζωής του Σπύρου. Ο Σπύρος ζη στην καρδιά του γι’ αυτό μας λέει πως στο λεξικό που βρήκε πέντε λήμματα δηλητηριασμένα, αναφέρει τα τέσσερα. θανάσιμος, θανατηφόρος, θάνατος, θανατώνω και «το επόμενο, κόβω το χέρι μου, δεν θα το γράψω γιε μου» πιστεύω νάναι το λήμμα θάπτω.

Τούτη η γραφή δεν είναι μοιρολόγια,αλλά θα έλεγα μυρολόγια. Στεκόμαστε με σεβασμό στη μνήμη του Σπύρου και κάθε μικρού, ιδιαίτερα των νέων, γιατί τότε τους έχουμε κοντά μας όπως σημειώνει ένας άλλος συντοπίτης ποιητής:

«Οι ψυχές εκείνων που κοιμήθηκαν

Δεν λείπουνε στιγμή απ’ τη ζωή μας

πότε βροχή, πότε φωτιά

και πότε χελιδόνια».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο