Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος
Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος
Σε προηγούμενο άρθρο μου στο enikos.gr με τίτλο: «Ρήτρα Αμοιβαίας Συνδρομής της Ε.Ε.: Το κενό μεταξύ νομικής πρόβλεψης και επιχειρησιακής πραγματικότητας» επισήμανα, ότι συμφωνίες όπως αυτή μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας αποτυπώνουν μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση της ασφάλειας, βασισμένη όχι σε γενικές ρήτρες, αλλά σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις και σε σύγκλιση στρατηγικών συμφερόντων....
Τόνιζα επίσης, ότι η εξέλιξη αυτή δεν υπονομεύει την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), αλλά αντιθέτως, μπορεί να θεωρηθεί ως μια μορφή προσαρμογής της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας στις απαιτήσεις της εποχής και ως οδικός χάρτης (road map) για την ενίσχυση της ρήτρας αμοιβαίας συνδρομής.
Επιπλέον, τέτοιου είδους συμφωνίες μπορούν να λειτουργήσουν ως «πιλοτικά μοντέλα» για τη σταδιακή θεσμική εμβάθυνση της ευρωπαϊκής άμυνας, μέσω της ενίσχυσης κοινών επιχειρησιακών προτύπων και της διαλειτουργικότητας των ενόπλων δυνάμεων, οδηγώντας σε μια πιο συνεκτική και αξιόπιστη ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Σε αυτό το πλαίσιο και σε συνέχεια της ανανέωσης της Ελληνο-Γαλλικής αμυντικής συμφωνίας, στα τέλη Απριλίου 2026 η Βρετανία και εννέα ακόμη ευρωπαϊκά κράτη προχώρησαν στη συγκρότηση μιας κοινής πολυεθνικής ναυτικής δύναμης στο πλαίσιο της Κοινής Εκστρατευτικής Δύναμης (Joint Expeditionary Force), ως συμπλήρωμα του ΝΑΤΟ, με στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας στον βόρειο θαλάσσιο χώρο και την αντιμετώπιση πιθανών ρωσικών απειλών, δεδομένου ότι η Ρωσία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως η σοβαρότερη απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Συμπληρωματικοί μηχανισμοί ασφαλείας
Η ανάδειξη τέτοιων πολυεθνικών σχημάτων καταδεικνύει ότι τα ευρωπαϊκά κράτη αναζητούν πλέον συμπληρωματικούς μηχανισμούς ασφάλειας, πέραν των παραδοσιακών θεσμικών πλαισίων, με στόχο την ταχύτερη επιχειρησιακή ανταπόκριση σε συγκεκριμένες απειλές.
Συνεπώς, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η προοπτική ανάπτυξης αντίστοιχων σχημάτων αμυντικής περιφερειακής συνεργασίας σε περιοχές αυξημένης γεωπολιτικής ρευστότητας και ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, όπως η ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Συγκεκριμένα, η εν λόγω περιοχή συγκεντρώνει κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας, διαδρομές εμπορίου, αλλά και πολλαπλές πηγές αστάθειας που εκτείνονται από τη Μέση Ανατολή έως τη Βόρεια Αφρική.
Παράλληλα, σύγχρονες προκλήσεις όπως υβριδικές επιχειρήσεις, κυβερνοεπιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, ενεργειακή ασφάλεια, παράνομες μεταναστευτικές ροές και η ανάγκη διασφάλισης της ελευθερίας ναυσιπλοΐας συνθέτουν ένα σύνθετο περιβάλλον ασφαλείας.
Η προοπτική μιας Μεσογειακής Πρωτοβουλίας Ασφάλειας
Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσε να εξεταστεί η προοπτική μιας Μεσογειακής Πρωτοβουλίας Ασφάλειας, στην οποία θα συμμετείχαν χώρες με συγκλίνουσες στρατηγικές επιδιώξεις και κοινό ενδιαφέρον για τη σταθερότητα της περιοχής, όπως η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιταλία, η Κύπρος, η Αίγυπτος, το Ισραήλ, με δυνατότητα ευρύτερης υποστήριξης από τις ΗΠΑ.
Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν συμβατή με τη γενικότερη αμερικανική αντίληψη περί ενίσχυσης περιφερειακών σχημάτων συνεργασίας, στα οποία οι συμμετέχουσες χώρες αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο και ουσιαστικό μερίδιο ευθύνης για τη διατήρηση της ασφάλειας και της σταθερότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, ανακύπτει το ζήτημα κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να αναλάβει πρωτοβουλία για τη διαμόρφωση μιας Μεσογειακής Πρωτοβουλίας Ασφάλειας, η οποία θα εστιάζει στην προστασία κρίσιμων θαλάσσιων και ενεργειακών υποδομών, στη διασφάλιση της ελευθερίας ναυσιπλοΐας και στην αντιμετώπιση υβριδικών απειλών που επηρεάζουν άμεσα τη σταθερότητα της περιοχής.
Η πρωτοβουλία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία υπό το πρίσμα εξελίξεων που επηρεάζουν την ισορροπία δυνάμεων και το περιβάλλον ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς αναθεωρητικές προσεγγίσεις και μονομερείς πρωτοβουλίες κρατών της περιοχής –όπως οι συζητήσεις στην Τουρκία για τη θεσμική ενσωμάτωση του δόγματος της Γαλάζιας Πατρίδας στο τουρκικό δίκαιο- δύνανται να δημιουργήσουν νέες εστίες έντασης και αβεβαιότητας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ενίσχυση πολυμερών μηχανισμών συνεργασίας και αποτροπής δεν συνιστά επιλογή αντιπαράθεσης απέναντι σε συγκεκριμένο κράτος (π.χ. Τουρκία), αλλά στρατηγική επένδυση στη σταθερότητα, στην ασφάλεια και στη διατήρηση του υφιστάμενου status quo στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ειδικότερα, η Μεσογειακή Πρωτοβουλία Ασφάλειας δεν θα πρέπει να ιδωθεί ως ένας νέος αμιγώς στρατιωτικός συνασπισμός ή ως υποκατάστατο υφιστάμενων συμμαχιών, αλλά ως ένα ευέλικτο σχήμα περιφερειακής συνεργασίας, το οποίο θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς το ΝΑΤΟ και την Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο πλαίσιο αυτό, μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε να επικεντρωθεί στη επιχειρησιακή συνεργασία για συγκεκριμένες αποστολές, την προστασία κρίσιμων υποδομών και τη διαχείριση υβριδικών απειλών.
Στον τομέα της επιχειρησιακής συνεργασίας, η πρωτοβουλία θα μπορούσε να περιλαμβάνει κοινές ναυτικές ασκήσεις, συντονισμένες περιπολίες και ενίσχυση της διαλειτουργικότητας μεταξύ των συμμετεχουσών χωρών.
Παράλληλα, θα μπορούσε να προβλέπει την ανάπτυξη κοινών μηχανισμών ανταλλαγής πληροφοριών και θαλάσσιας επιτήρησης, τη δημιουργία συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης για την αντιμετώπιση υβριδικών και ασύμμετρων απειλών, καθώς και τη διεξαγωγή κοινών εκπαιδευτικών και επιχειρησιακών δραστηριοτήτων για τη διαχείριση κρίσεων και την προστασία κρίσιμων υποδομών.
Ιδιαίτερη σημασία θα μπορούσε να δοθεί επίσης, στην προστασία κρίσιμων θαλάσσιων και ενεργειακών υποδομών, δεδομένου ότι η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί πλέον χώρο συγκέντρωσης ενεργειακών αγωγών, ηλεκτρικών διασυνδέσεων και υποθαλάσσιων δικτύων, τα οποία συνδέονται άμεσα με την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Πρωτοβουλίες
Συγκεκριμένα, θα μπορούσαν να αναληφθούν πρωτοβουλίες που θα ενισχύουν την ανθεκτικότητα και την επιχειρησιακή ετοιμότητα των συμμετεχουσών χωρών, όπως η διαμόρφωση ενός πλαισίου εθνικής και περιφερειακής στρατηγικής ανθεκτικότητας (Resilience Strategy), η ανάπτυξη ενιαίας αρχιτεκτονικής συντονισμού για την αντιμετώπιση κρίσεων (Unified Coordination Architecture), η ενίσχυση της κυβερνοετοιμότητας (Cyber Readiness) σε κρίσιμες υποδομές, η θεσμοθέτηση σταθερών μηχανισμών πολιτικο-στρατιωτικής συνεργασίας (Civil-Military Cooperation), καθώς και η καθιέρωση συνεχούς εκπαίδευσης και κοινών ασκήσεων για την προστασία κρίσιμων υποδομών και την αντιμετώπιση σύνθετων απειλών.
Τέλος, η πρωτοβουλία θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση υβριδικών απειλών, οι οποίες δεν περιορίζονται στο στρατιωτικό πεδίο, αλλά εκτείνονται σε κυβερνοεπιθέσεις, εργαλειοποίηση μεταναστευτικών ροών, παραπληροφόρηση και πιέσεις σε κρίσιμες υποδομές.
Για την Ελλάδα, μια τέτοια πρωτοβουλία δεν θα είχε μόνο αμυντική διάσταση, αλλά θα συνιστούσε στρατηγική αναβάθμιση του γεωπολιτικού ρόλου της, ως πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Συγκεκριμένα, σε ένα ασταθές και άναρχο διεθνές περιβάλλον στο οποίο η ασφάλεια δεν καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από παραδοσιακές συμμαχικές δομές, αλλά και από ευέλικτα σχήματα περιφερειακής συνεργασίας, η Ελλάδα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως διαμορφωτής περιφερειακών συνεργασιών ασφάλειας, αξιοποιώντας τις ήδη αναβαθμισμένες στρατηγικές της σχέσεις με την Γαλλία, το Ισραήλ και τις ΗΠΑ.
Το κρίσιμο διακύβευμα για την Ελλάδα, επομένως, δεν είναι να παρακολουθεί τις πρωτοβουλίες αναθεωρητικών κρατών που επηρεάζουν το στρατηγικό περιβάλλον ασφάλειας στη Μεσόγειο προκειμένου να αντιδρά εκ των υστέρων.
Αντιθέτως, πρέπει να καθορίζει τις εξελίξεις συμβάλλοντας στη διαμόρφωση νέων αρχιτεκτονικών ασφάλειας στην περιοχή και στον προσδιορισμό των συσχετισμών και των όρων λειτουργίας τους, από θέση ενισχυμένης στρατηγικής παρουσίας.
enikos.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο