Η επιχειρηματολογία που έχει προετοιμάσει η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας προβάλλει νομικά, περιβαλλοντικά και οικονομικά επιχειρήματα κατά του έργου
Στις 3 Ιουνίου, στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αναβιώνει
– για 7η φορά! – μια από τις πιο μακροχρόνιες και
φορτισμένες περιβαλλοντικές διαμάχες της χώρας:
η εκτροπή του Αχελώου.....
Η προσφυγή των φορέων της Αιτωλοακαρνανίας, με αιχμή τη Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη νομική πράξη. Είναι η συμπύκνωση μιας βαθιάς ανησυχίας για το μέλλον ενός τόπου που βλέπει το φυσικό του κεφάλαιο να τίθεται υπό διαρκή αμφισβήτηση.
Η υπόθεση, φυσικά δεν είναι καινούργια και όλοι στην Αιτωλοακαρνανία γνωρίζουν καλά τις «μάχες» κατά καιρούς έχουν δοθεί, (με πολλές και διαφόρων «αποχρώσεων» κυβερνήσεις), εκ των οποίων όλες μέχρι τώρα έχουν κερδηθεί.
Ωστόσο, ο Αχελώος βρίσκεται εδώ και δεκαετίες στο επίκεντρο σχεδιασμών που έρχονται και επανέρχονται, κυρίως γιατί εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες (ανεξαρτήτως «χρώματος») που κατά κύριο λόγο έχουν να κάνουν με το πολυετές αφήγημα «επάρκειας νερού στον θεσσαλικό κάμπο», το οποίο απασχολεί τη χώρα από τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Όμως, κάθε φορά που το έργο επανέρχεται, επανέρχονται μαζί του και τα ίδια ερωτήματα: με ποιο κόστος και με ποια λογική;
Το θέμα επανέρχεται, με την Κυβέρνηση να δηλώνει ότι έχει προκρίνει ως λύση για την άρδευση του κάμπου στη Θεσσαλία τη μερική εκτροπή του Αχελώου. Μάλιστα προ ημερών ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης επισκέφθηκε τα ημιτελή έργα της εκτροπής, έχοντας λάβει εντολή από τον Πρωθυπουργό για το συντονισμό των δράσεων επανεκκίνησης του σχεδίου. Ο ίδιος μάλιστα στις δηλώσεις του έκανε μεν λόγο για σεβασμό στις αποφάσεις του ΣτΕ, επανέλαβε όμως ότι η κυβέρνηση προκρίνει τη λύση της μερικής εκτροπή, αλλά αυτή η κρίση προκύπτει από την μεριάς Κυβέρνησης πριν αποφανθεί το ΣτΕ.
Νομικές σκιές και διαδικαστικά ελλείμματα
Η νέα «μάχη» των φορέων της Αιτωλοακαρνανίας στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της χώρας, στηρίζεται σε μία «βαριά» νομική επιχειρηματολογία που με μεθοδικότητα έχει προετοιμάσει η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι οι νεότεροι σχεδιασμοί μερικής εκτροπής παραβιάζουν ευθέως θεμελιώδεις ευρωπαϊκές οδηγίες, όπως η Οδηγία 2000/60/ΕΚ, η Οδηγία 92/43/ΕΟΚ και η Οδηγία 2001/42/ΕΚ. Πρόκειται για το ίδιο το ευρωπαϊκό πλαίσιο που ορίζει πώς πρέπει να προστατεύονται οι υδάτινοι πόροι και τα οικοσυστήματα. Την ίδια στιγμή, γίνεται λόγος για ελλιπή δημόσια διαβούλευση: διαδικασίες «συμπιεσμένες» χρονικά, χωρίς πλήρη πρόσβαση των πολιτών στα κρίσιμα τεκμηριωτικά στοιχεία. Σε ένα έργο τέτοιου μεγέθους, αυτή η παράκαμψη της ουσιαστικής συμμετοχής δεν θεωρείται απλώς τυπική αστοχία, αλλά ουσιαστικό δημοκρατικό έλλειμμα.
Ακόμη πιο ηχηρό όμως, είναι το επιχείρημα της αγνόησης της ίδιας της Δικαιοσύνης. Η Περιφέρεια και οι φορείς της Αιτωλοακαρνανίας, υπενθυμίζουν ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει επανειλημμένα ακυρώσει το έργο, με χαρακτηριστική την απόφαση του 2014, κρίνοντάς το ασύμβατο με την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Η επαναφορά του σχεδίου, όπως υποστηρίζουν, μοιάζει με επιμονή σε μια ήδη κριθείσα επιλογή.
Περιβαλλοντικό αποτύπωμα χωρίς επιστροφή
Πέρα από τα νομικά πάντως, η ουσία της διαμάχης παραμένει βαθιά περιβαλλοντική. Η εκτροπή, σύμφωνα με την Περιφέρεια, δεν είναι μια απλή τεχνική παρέμβαση, αλλά μια ριζική αναδιάταξη ενός φυσικού συστήματος. Η μείωση της φυσικής ροής του Αχελώου αναμένεται να επηρεάσει τη βιοποικιλότητα, την ιχθυοπανίδα και τα δασικά οικοσυστήματα της Αιτωλοακαρνανίας. Ταυτόχρονα, η δημιουργία μεγάλων ταμιευτήρων στον άνω ρου εκτιμάται ότι θα μεταβάλει το μικροκλίμα, αλλοιώνοντας ένα τοπίο που διαμορφώθηκε μέσα στους αιώνες. Το περιβαλλοντικό κόστος, μάλιστα, αποτιμάται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως – μια απώλεια που δεν περιορίζεται σε αριθμούς, αλλά μεταφράζεται σε υποβάθμιση φυσικών πόρων, τοπικών οικονομιών και ποιότητας ζωής.
Οικονομικά δεδομένα που δεν πείθουν
Επίσης όμως, η Περιφέρεια θέτει στο «τραπέζι» και μια άλλη σκληρή οικονομική πραγματικότητα. Το συνολικό κόστος του έργου και των συνοδευτικών υποδομών εκτιμάται σε 5,3 δισ. ευρώ – ένα ποσό που, όπως επισημαίνεται, δεν συνοδεύεται από επαρκώς τεκμηριωμένη απόδοση. Αντίθετα, προβλέπεται σημαντική επιβάρυνση των ίδιων των χρηστών του νερού. Δηλαδή, τριπλασιασμός του κόστους άρδευσης στη Θεσσαλία και αύξηση κατά 20% στη Δυτική Ελλάδα! Σε μια εποχή που η αγροτική παραγωγή ήδη πιέζεται, τα στοιχεία αυτά ενισχύουν τις αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα του σχεδίου. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι απλό αλλά ουσιαστικό: μπορεί μια επένδυση τέτοιου μεγέθους να δικαιολογηθεί, όταν η αναμενόμενη ωφέλεια παραμένει αβέβαιη;
Τεχνικές αμφιβολίες και «τεχνητές» ανάγκες
Ακόμα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην αξιοπιστία των δεδομένων. Σύμφωνα με την προσφυγή, το υδατικό ισοζύγιο βασίζεται κυρίως σε θεωρητικά μοντέλα και όχι σε πραγματικές μετρήσεις πεδίου, ενώ παραβλέπονται οι σημαντικές απώλειες των υφιστάμενων αρδευτικών δικτύων.
Ακόμη πιο προβληματική θεωρείται η αιφνίδια αύξηση των αρδευόμενων εκτάσεων στη Θεσσαλία κατά 300.000 στρέμματα – μια εκτίμηση που χαρακτηρίζεται εξωπραγματική και βασισμένη σε αμφισβητούμενα στοιχεία. Την ίδια στιγμή, η Περιφέρεια τονίζει ότι δεν έχουν εξαντληθεί ηπιότερες λύσεις, όπως η εξοικονόμηση νερού, ο εκσυγχρονισμός των δικτύων, η αλλαγή των καλλιεργειών. Μέτρα που, όπως υποστηρίζεται, θα μπορούσαν να περιορίσουν το υδατικό έλλειμμα χωρίς την ανάγκη εκτροπής.
Καθώς η υπόθεση επιστρέφει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, η Αιτωλοακαρνανία δεν υπερασπίζεται μόνο τον Αχελώο, αλλά υπερασπίζεται επί της ουσίας μια αντίληψη για το πώς πρέπει να σχεδιάζεται το μέλλον.
Δημήτρης Παπαδάκης – Εφημερίδα «Συνείδηση»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο