Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Υπογεννητικότητα: οι τρεις Ελλάδες


*Γράφει ο Λεωνίδας Παλαιοδήμος

Η υπογεννητικότητα μαστίζει την Ελλάδα οριζόντια. Ωστόσο, το πρόβλημα δεν έχει την ίδια ένταση σε όλες τις περιοχές της χώρας....

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 (εικόνα 1), το Νότιο Αιγαίο έχει δείκτη γονιμότητας 1,69, η Κρήτη 1,51, τα Ιόνια Νησιά 1,50 και το Βόρειο Αιγαίο 1,43. Στον αντίποδα βρίσκονται η Δυτική Μακεδονία με 1,17 και η Ήπειρος με 1,18. Σε εμάς στην Δυτική Ελλάδα είναι στο 1,34. Ενώ η Αττική είναι στο 1,14. Στο Νότιο Αιγαίο ο δείκτης είναι σχεδόν 50% υψηλότερος από την Αττική.

Προφανώς, ακόμη και οι καλύτερες επιδόσεις παραμένουν χαμηλότερες από το 2,1 που απαιτείται για την αναπλήρωση των γενεών. Ωστόσο, οι ανωτέρω διαφορές δεν είναι αμελητές. Σε βάθος χρόνου μεταφράζονται σε απτά δημογραφικά αποτέσματα.

Γιατί λοιπόν στα νησιά έχουμε μεγαλύτερο δείκτη γονιμότητας από την ηπειρωτική Ελλάδα;  

Επιτρέψτε μου να κάνω την ανάλυση με βάση την παρατήρηση ότι στο θέμα μας φαίνεται να υπάρχουν «τρεις διαφορετικές Ελλάδες»: η τουριστική, η μη-τουριστική (για την ακρίβεια, η λιγότερο τουριστική) και η Αττική.

Η τουριστική Ελλάδα

Οι υψηλότεροι δείκτες γονιμότητας καταγράφονται κυρίως στις νησιωτικές περιφέρειες, όπου ο τουρισμός αποτελεί τον κυρίαρχο πυλώνα της οικονομίας. Τα τουριστικά έσοδα δημιουργούν θέσεις εργασίας, επιχειρηματικές ευκαιρίες και πρόσθετες πηγές εισοδήματος. Χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι όλα τα νοικοκυριά εκεί ευημερούν.

Τα οικονομικά στοιχεία είναι ενδεικτικά. Το 2024 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στο Νότιο Αιγαίο ήταν περίπου 22.900 ευρώ, στα Ιόνια Νησιά 20.800 και στην Κρήτη 19.500. Από την άλλη πλευρά, στην Ήπειρο ήταν περίπου 14.600 ευρώ, στη Δυτική Μακεδονία 15.540 και σε εμάς στη Δυτική Ελλάδα 15.210. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν ταυτίζεται βέβαια με το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αποτυπώνει όμως τις διαφορές στην οικονομική δραστηριότητα.

Όταν μια οικογένεια έχει μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια, η απόφαση για δεύτερο ή τρίτο παιδί είναι πιο εύκολη. Αυτό άλλωστε μας δείχνει η διεθνής δημογραφική βιβλιογραφία.

Το λεγόμενο «δημογραφικό παράδοξο», σύμφωνα με το οποίο οι φτωχότερες κοινωνίες αποκτούν περισσότερα παιδιά, αφορά κυρίως συγκρίσεις χωρών με πολύ διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης. Μέσα στις ανεπτυγμένες κοινωνίες, όπως η δική μας, η εικόνα είναι πιο σύνθετη.

Μελέτη στη Σουηδία [Kolk, 2022] έδειξε ότι τα υψηλότερα συσσωρευμένα εισοδήματα συνδέονται με την απόκτηση περισσότερων παιδιών, ιδιαίτερα στους άνδρες, ενώ τα χαμηλότερα συνδέονται συχνότερα με ατεκνία.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το ελληνικό παράδειγμα. Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Genus το 2020 [Transition to first birth during the Great Recession: the case of Greece] διαπίστωσε ότι τα ζευγάρια στα οποία και οι δύο σύντροφοι είχαν υψηλότερα εισοδήματα εμφάνιζαν περίπου διπλάσιες σχετικές πιθανότητες απόκτησης πρώτου παιδιού σε σύγκριση με τα ζευγάρια χαμηλού εισοδήματος. Κατά την περίοδο της κρίσης 2010–2013, οι πιθανότητες πρώτης τεκνοποίησης είχαν περιοριστεί περίπου στο μισό σε σχέση με την περίοδο 2005–2009.

Σε έρευνα της διαΝΕΟσις το 2024, περίπου το 80% των ερωτηθέντων αναγνώριζε την οικονομική δυσκολία και την ανασφάλεια ως εμπόδια στη δημιουργία οικογένειας.

Η οικονομική ασφάλεια δεν εξασφαλίζει από μόνη της την απόκτηση παιδιών. Αφαιρεί όμως ένα από τα βασικά εμπόδια.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονίσουμε ότι ενδεχομένως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που μπορεί να σχετίζονται με τον υψηλότερο δείκτη γονιμότητας στα νησιά. Ένας από αυτούς είναι ότι ο μέσος όρος ηλικίας είναι χαμηλότερος στη νησιωτική Ελλάδα (περιπου 45 έτη) σε σχέση με την ηπειρωτική Ελλάδα (46-50 έτη). Και αυτό όμως με τη σειρά του σχετίζεται με την οικονομική ασφάλεια. Οι νεότεροι μετακομίζουν από την ηπειρωτική Ελλάδα στα νησιά ακριβώς διότι εκεί θα βρουν οικονομική ασφάλεια.  

 

Η μη-τουριστική Ελλάδα

Στην άλλη πλευρά βρίσκεται μεγάλο μέρος της μη-τουριστικής (για την ακρίβεια, της λιγότερο τουριστικής) ηπειρωτικής Ελλάδας. Περιφέρειες όπως η Ήπειρος και η Δυτική Ελλάδα συγκαταλέγονται στις οικονομικά ασθενέστερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης.

Οι επαγγελματικές ευκαιρίες είναι περιορισμένες, ενώ η φυγή νέων ανθρώπων προς την Αθήνα, τα νησιά ή το εξωτερικό επιδεινώνει τη δημογραφική κατάσταση. Όσο λιγότεροι νέοι παραμένουν σε μια περιοχή, τόσο λιγότερες γεννήσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν.

Παράλληλα, η οικονομική ανασφάλεια επηρεάζει και την ίδια την απόφαση για τεκνοποίηση. Όταν οι προοπτικές είναι περιορισμένες και η επαγγελματική σταθερότητα δύσκολη, η δημιουργία οικογένειας συχνά αναβάλλεται [OECD, Society at a Glance, 2024].

 

Η Αττική: Μια ξεχωριστή περίπτωση

Η Αττική έχει το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη χώρα, περίπου 31.300 ευρώ το 2024, αλλά ταυτόχρονα έναν από τους χαμηλότερους δείκτες γονιμότητας. Mόλις 1,14.

Η εξήγηση βρίσκεται εν μέρει στις συνθήκες ζωής των μεγάλων αστικών κέντρων. Πρόκειται για φαινόμενο που παρατηρείται γενικότερα στη Δύση. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι στις περισσότερες χώρες της ΕΕ η γονιμότητα είναι υψηλότερη στην επαρχία σε σύγκριση με τα μεγάλα αστικά κέντρα.

Οι λόγοι είναι πολλοί. Μεταξύ αυτών το υψηλό κόστος στέγασης, οι επαγγελματικές απαιτήσεις, οι μεγάλες μετακινήσεις και η δυσκολία συνδυασμού εργασίας και οικογενειακής ζωής. Ένας επιπλέον λόγος είναι η στενότητα του χώρου [OECD, Exploring Norway’s Fertility, Work, and Family Policy Trends , 2023]. Οι αρχαίοι μας πρόγονοι το έλεγαν «στενοχωρία». Η λέξη είχε αρχικά κυριολεκτική σημασία, αλλά δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα έχει τη σημασία της θλίψης.

 

Τρεις διαφορετικές Ελλάδες

Η τουριστική Ελλάδα εμφανίζει υψηλότερη γονιμότητα, ελαφρώς νεότερο πληθυσμό και καλύτερη οικονομική κατάσταση. Η μη-τουριστική Ελλάδα χαρακτηρίζεται από περιορισμένες προοπτικές, φυγή νέων και χαμηλότερη γονιμότητα. Και η Αττική, παρά την υψηλή οικονομική παραγωγή της, εμφανίζει τις ιδιαίτερες δημογραφικές δυσκολίες μιας μεγαλούπολης.

Προφανώς, τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι ο τουρισμός αποτελεί από μόνος του την αιτία της υψηλότερης γονιμότητας των νησιών. Ούτε ότι οι περιφερειακές διαφορές εξηγούνται αποκλειστικά από το εισόδημα. Επίσης, δεν επιχειρηματολογώ ότι θα πρέπει να επενδύσουμε ακόμη περισσότερο στον χαμηλής παραγωγικότητας τομέα του τουρισμού εις βάρος άλλων τομέων υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Ωστόσο, η επιστημονική βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι η οικονομική ασφάλεια επηρεάζει τις αποφάσεις τεκνοποίησης. Και οι σημαντικές περιφερειακές διαφορές στην Ελλάδα μας δίνουν έναν ακόμη λόγο να εξετάσουμε σοβαρά αυτή τη σχέση.

Η υπογεννητικότητα είναι οριζόντιο πρόβλημα. Ωστόσο δεν έχει παντού την ίδια ένταση και ενδεχομένως δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τις ίδιες ακριβώς παρεμβάσεις σε κάθε περιοχή της χώρας.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο