Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Κυριακή του Τυφλού, η Αιτωλοακαρνανία γιορτάζει του Αγίους της.

 


Το εξώφυλλο του βιβλίου με τίτλο: ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ


«Τὴν Πολυθαύμαστον ἀνευφημήσωμεν                                                                                                                                           τῶν Αἰτωλῶν πιστοῖ καὶ Ἀκαρνάνων γῆν,                                                                                                                                       τὴν ἐξανθήσασαν Χριστοῦ τὰ ἄνθη τὰ μυρίπνοα,                                                                                    Ἰάκωβον, Ἰάκωβον, Διονύσιον Βάρβαρον,                                                                                                   σοφὸν Κοσμᾶν, Ἀνδρέαν τε, Ἰωάννην, Εὐγένιον,                                                                                           σὺν Λάμπρῳ, Θεοδώρῳ καὶ Ἄλλῳ,                                                                                                             Βλάσιον Θεωνάν, Καλλίνικον καὶ Δαβὶδ τοὺς αῥωγοὺς ἡμῶν».

Γράφει ο Καθηγητής Χρήστος Γερ. Σιάσος

Σήμερα, Κυριακή του Τυφλού, 17 Μαΐου 2026 και 6η Κυριακή μετά από το Πάσχα, με Συνοδική απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, γίνεται  κάθε χρόνο κοινός εορτασμός όλων των  Αιτωλοακαρνάνων  Αγίων.... Όλοι μας είναι καλό να συνεορτάσουμε με λαμπρότητα και ιεροπρέπεια τη μνήμη των Αγίων μας την ημέρα αυτή. Ιδιαιτέρως σε μια εποχή, όπως η σημερινή, που στερείται ουσιαστικών προτύπων ζωής και θα πρέπει να έχουμε τις Αγίες αυτές μορφές ως φωτεινούς οδοδείκτες στη ζωή μας. 

Στην εποχή που ζούμε χρειάζεται να πλησιάσουμε περισσότερο την Εκκλησία μας. Η Πατρίδα μας περνά  δύσκολους καιρούς και όπως την εποχή που έζησαν οι Άγιοί μας υπήρχαν προβλήματα έτσι και σήμερα υπάρχουν πολλά προβλήματα οικονομικά, Εθνικά και άλλα.  Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης μας λέει:«… Την Ορθοδοξία μας ως Έλληνες την οφείλουμε στον Χριστό και τους Αγίους Μάρτυρες και Πατέρες της Εκκλησίας μας…».   

Τα παιδιά μας θα πρέπει να διδαχθούν σωστά αυτούς που υπηρέτησαν Χριστιανικές αξίες και ιδέες, αγωνίστηκαν, μαρτύρησαν, βασανίστηκαν για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδας την Ελευθερία. Οι Άγιοί μας έζησαν, στον τόπο μας και «πότισαν  πνευματικά» τον δουλωμένο Χριστιανό από τον σκληρό και βάρβαρο κατακτητή και μέσα από τον δρόμο του πόνου, της συνειδητής αυτοθυσίας και αυτοπροσφοράς οι Νεομάρτυρες,  Όσιοι και Άγιοι οδηγούνται στη θέωση.

 Η περίοδος της Τουρκοκρατίας θεωρείται καθοριστική για τον Χριστιανισμό. Μεγάλες προσωπικότητες πρόσφεραν την ευλογία τους στο γιγάντωμα της Πίστης, στο Χριστό και το Ευαγγέλιο. Ο Ευγένιος Γιαννούλης, ο Κοσμάς ο Αιτωλός και όλοι οι άλλοι, ιδρύουν τα πρώτα σχολεία στην περιοχή μας. Όλοι τους δίδαξαν τον λόγο του Θεού και μαρτύρησαν για την πίστη τους στον Τριαδικό Θεό.

Η Αιτωλοακαρνανία πρόσφερε και προσφέρει στη σύγχρονη ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Χριστιανική Πίστη, Παιδεία, Ελευθερία, Πολιτισμό και άλλα πολλά. Αγιοτόκος χαρακτηρίστηκε από πολλούς  η Αιτωλοακαρνανία, δέκα εννέα Αγίους αριθμεί το Αγιολόγιο του νομού μας. Εδώ έζησαν, αγιάστηκαν και μαρτύρησαν πολλοί Άγιοι της Εκκλησίας μας, ασκητές, μάρτυρες και νεομάρτυρες. Χρέος μας είναι να τους γνωρίσουμε και η γνωριμία μαζί τους θα μας διδάξει, θα μας αφυπνίσει έτσι, ώστε,  να ξεκινήσουμε και εμείς τον πνευματικό μας αγώνα έχοντας ως πρότυπα τους Αγίους μας. Πλούσια και σπουδαία, η Αγιολογική παράδοση της Αιτωλοακαρνανίας όπου τα χώματά της είναι αγιασμένα και ποτισμένα με το αίμα των Οσίων και των Αγίων της.

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Προστάτης της Αιτωλοακαρνανίας



Ο Άγιος και Ιερομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός, το καύχημα των Αιτωλών, ο Εθναπόστολος των Σκλάβων, ο Μεγάλος Δάσκαλος, Προφήτης, Ισαπόστολος, Διαφωτιστής του Γένους, ο Απόστολος του Χριστού κατά την περίοδο της Τουρκικής Σκλαβιάς, γεννήθηκε το Μάρτιο του 1714 στο χωριό Μέγα Δένδρο – Θέρμου Τριχωνίδας.

Με τις μεγάλες Ιεραποστολικές περιοδείες του οικοδομούσε σωτήριο και καρποφόρο έργο προς όφελος του Χριστιανισμού, του Ελληνισμού. Καθημερινά έσωζε ψυχές ανθρώπων και γινόταν  αγαπητός από το ακροατήριό του γιατί,  ο λόγος του ήταν ειλικρινής και πάντα διδακτικός και ελπιδοφόρος.

Στην κάθε του περιοδεία είχε πάντα μαζί του ένα  σκαμνί, ήταν ο δικός του θρόνος, όπου ανέβαινε και δίδασκε Χριστό, δίδασκε Πατρίδα Ελλάδα, λέγοντας: «…Εγώ με τη χάρη του Θεού, μήτε σακκούλα έχω, μήτε κασέλα, μήτε σπίτι, μήτε άλλο ράσο από αυτό που φορώ, και το σκαμνί, όπου έχω, δεν είναι εδικό μου, δια λόγον σας το έχω. Άλλοι το λένε σκαμνί και άλλοι θρόνον…». Όπου μιλούσε ο Άγιος άφηνε ως ανάμνηση το σταυρό και αυτό έχει για μας μεγάλη σημασία, καθ’ ότι υπάρχουν σήμερα τοποθεσίες όπου μίλησε ο Πατροκοσμάς και βρίσκουμε εκεί το σταυρό της Ευλογίας Του, εργάστηκε σκληρά κατά του εξισλαμισμού.

Ο Άγιος Κοσμάς, για την εποχή του αλλά και για μας σήμερα, αποτελεί τη σημαντικότερη προσωπικότητα του Ελληνικού Γένους κατά τη διάρκεια της Τουρκικής σκλαβιάς.  Έβλεπε Τουρκαλβανούς να τυραννούν και να θανατώνουν Χριστιανούς, π.χ. Ουρλωφικά, μιλούσε για το ποθούμενο, για το Ρωμαίικο, για τη Μεγάλη Ιδέα, προετοιμάζοντας,  ζωντανεύοντας και καλλιεργώντας αυτοπεποίθηση   στον  Έλληνα,  για την Επανάσταση του 1821.   «…Νάχετε τον σταυρό στο μέτωπο για να σας γνωρίζουν ότι είσθε Χριστιανοί… Προς διαφύλαξιν της Πίστεως και ελευθερίαν της Πατρίδος, φροντίσατε να συστήσετε Σχολείον Ελληνικόν…» τους έλεγε. Σε μια διδαχή του μας λέει  : «Δεν έχω μήτε σακκούλα, μήτε σπίτι, μήτε κασέλλα, μήτε άλλο ράσο, αλλά παρακαλώ τον Θεό να μη μου δώσει μέχρι το τέλος της ζωής μου, διότι ωσάν κάμνω αρχήν να παίρνω άσπρα έχασα τον αδελφόν μου».

Για να μην χαθεί, μέσα από τη σκλαβιά το Ελληνικό Γένος, ο Άγιός μας θυσιάστηκε με μαρτυρικό θάνατο, δι’ απαγχονισμού, μετά από εντολή του Κούρτ Πασά στο Κολικόντασι της Βορείου Ηπείρου, στις 24 Αυγούστου 1779, γιατί έθιξε τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα των πλουσίων Εβραίων της περιοχής.

Ο απαγχονισμός του Αγίου Κοσμά

Οι τέσσερες  περιοδείες του ξεκινούν από το 1760 και τελειώνουν το 1779.  Αεικίνητος, ακούραστος,  γύρισε πολλά μέρη της Ελλάδας κηρύττοντας, διδάσκοντας, κτίζοντας εκκλησίες και σχολεία. Περπάτησε σε όλα τα μέρη της Αιτωλοακαρνανίας, της Πρέβεζας, της  Άρτας, των Ιωαννίνων, της Βορείου Ηπείρου μέχρι το Κολικόντασι.

Το έργο του υπήρξε πολυσχιδές και Εθνοσωτήριο. Ο λαός μας κατά καιρούς τίμησε με πολλούς τρόπους τον  Άγιό του  όπως,  ανέγερση Ιερών Ναών, ανδριάντων, προτομών, φορητών εικόνων, ονοματοθεσία Σχολείων, Πλαταιών και οδών. 

Ιερό Λείψανο του Αγίου Κοσμά

Μπορούμε να μεγαλώσουμε την αγάπη μας προς τον Άγιό μας και με μια «ΔΥΝΑΤΗ» φωνή να ενισχύσουμε την πρόταση του ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΩΝ «ΟΣΙΟΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ» που ζητά από την Πολιτεία η σήραγγα «Κλόκοβα» να λάβει την ονομασία «ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ». Για τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό,  οι πιστοί  Χριστιανοί έδωσαν πάρα πολλά προσωνύμια στο πέρασμα του χρόνου όπως:   Ο Καλόγηρος Κοσμάς, ο Άγιος Κοσμάς, ο Μάρτυς ή Μεγαλομάρτυς Κοσμάς, ο Γέρο Κοσμάς, ο Άη Κοσμάς,  Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Μέγας Διδάχος του Γένους, ο Θεόπνευστος  Προφήτης, ο Ιερομάρτυς, ο Εθνομάρτυς, ο Εθνοϊερομάρτυς,  ο Πρόδρομος της Ελευθερίας, ο Διάδοχος των Αποστόλων, ο Ισαπόστολος, ο  Ιεραπόστολος, ο Πατροκοσμάς, των Θερμίων το καύχημα,  Κοσμάς ο μαργαρίτης, ο Παπαδάκος.

Ο Άγιος Ανδρέας ο Ερημίτης, ο Προστάτης του Ορεινού Βάλτου.



Κοντά στη λίμνη των Κρεμαστών στο χωριό Χαλκιόπουλοι, στην περιοχή του Ορεινού Βάλτου και πέντε χιλιόμετρα βορειοανατολικά του χωριού συναντάμε το σπήλαιο του Αγίου Ανδρέα του Ερημίτη. Από το χωριό ως το σπήλαιο ο προσκυνητής θα πρέπει να περάσει από βατό χωματόδρομο και να φθάσει στη σπηλιά όπου ασκήτεψε ο Άγιος Ανδρέας. Η απόσταση είναι περίπου είκοσι λεπτά και η διαδρομή φανταστική αφού θα αντικρίζει συνεχώς τη λίμνη των Κρεμαστών.

Το Ιερό σπήλαιο όπου έμεινε ο Άγιος, έχει βάθος διακοσίων μέτρων και πλάτος πέντε περίπου μέτρων. Κάποιοι σπηλαιολόγοι λένε ότι η σπηλιά αυτή φθάνει μέχρι το χωριό Εμπεσός. Μέσα στη σπηλιά όπου έζησε ο Άγιος, υπάρχει ο χώρος του Ιερού Βήματος, η Αγία Τράπεζα όπου Δεσπόζει η Πλατυτέρα, ο κύριος Ναός και ο μαρμάρινος τάφος του Αγίου. Στο σπήλαιο υπάρχουν τοιχογραφίες Αγίων που το κοσμούν, όπως οι τέσσερις Ιεράρχες Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Άγιος Αθανάσιος, ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ξεχωριστή θέση έχει ο Πρωτομάρτυρας Στέφανος και ο Άγιος Επιφάνιος.

Επίσης στο σπήλαιο υπάρχει η θαυματουργή εικόνα του Αγίου, η οποία χρονολογείται από το 1875. Η αρχική εκλάπη, αντίγραφο βρίσκεται στον Ιερό Ναό του Τιμίου Ιωάννου Προδρόμου στο χωριό Χαλκιόπουλοι, όπου βρίσκεται και η λειψανοθήκη.

Ο Ανδρέας, γεννήθηκε το 1209 στο Μονοδένδρι της Ηπείρου, καταγόταν από φτωχή οικογένεια και εργαζόταν στα κτήματα του πατέρα του. Μετά από τις δουλειές της ημέρας παρακολουθούσε όλες τις Ιερές ακολουθίες της εκκλησίας. Όταν μεγάλωσε παντρεύτηκε και απέκτησε πολλά παιδιά. Δημιούργησε μια χριστιανική οικογένεια και φρόντιζε για την σωστή ανατροφή των παιδιών με στόχο να βαδίσουν στο δρόμο του Θεού. Αγαπώντας την ασκητική ζωή, εγκατέλειψε την οικογένειά του για να βρεθεί σε κάποια έρημο για περισσότερη προσευχή, άσκηση και ησυχία. Η ζωή του «γέμισε» από θλίψη, στεναχώρια, πείνα και κακουχίες˙ και όλα αυτά τα υπέμεινε για να σώσει την ψυχή του.

Αφού γύρισε κάποια ιστορικά για την εποχή εκείνη μοναστήρια, εγκαταστάθηκε σε σπηλιά ψηλά στο βουνό Καλάνα του ορεινού Βάλτου, σε ύψος 1520 μέτρων, κοντά στο χωριό Χαλκιόπουλοι.

Στη σπηλιά αυτή ο Άγιος έζησε τριάντα ολόκληρα χρόνια, τρέφονταν με καρπούς δένδρων και άγρια χόρτα, μέλημά του ήταν πάντα οι ολονύκτιες προσευχές, νηστείες και η μελέτη των βίων των Αγίων Πατέρων της εκκλησίας μας.

Ο διάβολος άρχισε να τρομοκρατεί τον Άγιο με διάφορους τρόπους, όμως αυτός με τη δύναμη του Σταυρού έδιωχνε τους δαίμονες από τη σπηλιά, νικούσε τον κάθε πειρασμό. Η Αγιότητά του εξαπλώθηκε σε όλη την περιοχή του Βάλτου και της Ακαρνανίας. Χριστιανοί, καθημερινά, πήγαιναν στη σπηλιά για να πάρουν την ευλογία του και να του ζητήσουν μια συμβουλή.

Με ταπείνωση, αγάπη και στοργή μιλούσε σε όλους και για όλους ήταν ο πνευματικός τους πατέρας, ο Θεοφόρος δάσκαλος, ο γιατρός των ψυχών. Τα χρόνια περνούσαν και ο Άγιος ένιωσε τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν ώσπου μια μέρα σταμάτησε και να μιλά˙ ήταν η 15η Μαΐου 1282, ο Άγιος την ημέρα αυτή παρέδωσε το πνεύμα του στον Άγιο Θεό μας σε ηλικία 73 ετών. Την ημέρα εκείνη θαύμα μεγάλο έγινε όπου στον ουρανό φάνηκαν αναμμένες λαμπάδες που σταματούσαν στο σπήλαιο ακριβώς πάνω από το λείψανο του Αγίου. Ήταν πραγματικά ένα θαύμα, και όλο αυτό το μεγάλο θέαμα έγινε αντιληπτό σε όλα τα γύρω χωριά έως την μακρινή Άρτα.

Στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, Βασίλισσα ήταν η ευσεβής Θεοδώρα, μετέπειτα η Αγία Θεοδώρα πολιούχος της Άρτας. Όταν έμαθε το γεγονός, το θάνατο του Αγίου Ανδρέα, με συνοδεία αξιωματούχων και πιστών πήγαν στο σπήλαιο, ασπάστηκαν το λείψανο του Αγίου Ανδρέα παίρνοντας την ευλογία του, στη συνέχεια το κήδεψαν με τιμές εκεί, στο σπήλαιο της μετάνοιάς του. Μετά από όλα αυτά, η Βασίλισσα Θεοδώρα έδωσε εντολή και κτίστηκε ο Ιερός Ναός του Αγίου Ανδρέα του Ερημίτη κάτω στο χωριό.

Τα Άγια και Ιερά λείψανα του Αγίου Ανδρέα, το 1794, ο ευλαβής ιερέας Ιωάννης Γεροδήμος τα πήρε και με τις οδηγίες του τότε Επισκόπου Αγράφων Δοσίθεου, τα μετέφερε στο Καρπενήσι προκειμένου να τοποθετηθούν σε αργυρές λειψανοθήκες.

Ο τάφος του Αγίου Ανδρέα στο εσωτερικό του σπηλαίου.

 Στη συνέχεια, ο ιερέας επέστρεψε στο χωριό και με την προτροπή του Αγίου έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του τα οποία δόθηκαν στα Μοναστήρια του Προσσού, της Αγίας Παρασκευής Σαρδηνίων, της Ιεράς Μονής Τατάρνης, της Βαρετάδας και στην Ιερά Μονή Ρέθα. Τα θαύματα του Αγίου φθάνουν μέχρι στις ημέρες μας και είναι πολλά. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση κάποιου πιστού, ο οποίος επικαλούμενος τον Άγιο Ανδρέα έγινε καλά από το άγχος και το φόβο που είχε. Άλλο θαύμα έκανε ο Άγιος όταν μία μάνα αρρώστησε βαριά το παιδί της προσευχήθηκε πάνω από τον τάφο του Αγίου και το παιδί της έγινε καλά και τόσα άλλα…

Ο Άγιος Βάρβαρος ο Πενταπολίτης και Μυροβλύτης 


Ο Άγιος Βάρβαρος γεννήθηκε το 800 μ. Χ. στην Πεντάπολη της Αιγύπτου, την εποχή κατά την οποία η εκκλησία μας δοκιμαζόταν από την αίρεση της εικονομαχίας. Έζησε στα χρόνια της Βασιλείας του Μιχαήλ Τραυλού του Β΄ (820 - 829), ο οποίος ήταν Βυζαντινός Αξιωματούχος από το Αμάριο της Φρυγίας. Ο Μιχαήλ διακήρυξε την ελευθερία των βυζαντινών να εκφράζονται για την τιμή των ιερών κανόνων και ανακάλεσε από την εξορία τους φίλους των εικόνων.

Ο Άγιος Βάρβαρος ήταν Αιθίοπας και οι γονείς του μάλλον ήταν χριστιανοί. Την εποχή εκείνη βρέθηκε να είναι μέλος αραβικής πειρατικής συμμορίας με την οποία έφθασε στην Ακαρνανία σφάζοντας, λεηλατώντας και ερημώνοντας σχεδόν όλη την περιοχή του Ξηρομέρου.

 

Η συμμορία αυτή απειλούσε ακόμα και το Βυζάντιο. Κατόρθωσε, όμως, να περάσει από την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Σικελία, την Κρήτη και έφθασε στην Ήπειρο. Από την Ήπειρο ήρθαν στο Άκτιο και μέσα από τον Αμβρακικό κόλπο προχώρησαν προς την επαρχία Ξηρομέρου. Στο πέρασμά τους λήστευαν και σκότωναν. Η πρώτη μάχη με τους πειρατές, που ήταν σκληρή και αιματηρή, έγινε στο χωριό Δραγαμεστό, το σημερινό Καραϊσκάκη, δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Αστακού. Οι Ακαρνάνες πολέμησαν με γενναιότητα και νίκησαν του πειρατές από τους οποίους σώθηκε μόνο ένας, ο οποίος κρύφτηκε μέσα σε θάμνους ή όπως πολλοί λένε μέσα σε ένα αμπέλι. Στη συνέχεια ζούσε σε μέρη δύσβατα μακριά από ανθρώπους, σχεδόν, σαν αγρίμι, η τροφή του ήταν καρποί και ρίζες δέντρων, νερό δε έπινε από τις πηγές των Ακαρνανικών βουνών που ήταν κοντά στο χωριό Τρύφου.

Ο πειρατής Βάρβαρος έγινε ο φόβος και ο τρόμος στα χωριά της Ακαρνανίας και οι κάτοικοι νόμιζαν ότι η παρουσία του στην περιοχή τους θα ήταν καταστροφική. Προσπάθησαν πολλές φορές να τον συλλάβουν όμως δεν τα κατάφεραν.

Κάποια μέρα, ο Βάρβαρος, είδε από μακριά τον παπά του χωριού να μπαίνει στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου Τρύφου Ξηρομέρου της περιοχής Νύσσας λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Αμφιλοχίας και χωρίς να χάσει καιρό προχώρησε με εχθρικές διαθέσεις προς τον π. Ιωάννη τον Νικοπολίτη. Βρέθηκε, όμως, μπροστά σ΄ ένα μεγάλο θαύμα. Δύο νεαροί άνδρες που κρατούσαν τον π. Ιωάννη έλαμπαν καλύτερα και από τον ήλιο. «Ο Βάρβαρος θυμήθηκε όλη του τη ζωή, το αμαρτωλό παρελθόν του, κλαίει λες και είναι μικρό παιδί» μας λέει ο αείμνηστος  Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας   Κοσμάς στο Θείο κήρυγμά του στις 23 Ιουνίου 2008, ημέρα Δευτέρα, μετά τη Θεία λειτουργία στην οποία ιερούργησε πλαισιωμένος από ιερείς της περιοχής.

Ο Βάρβαρος έντρομος από το θαύμα αυτό, συγκινήθηκε, ο νους του φωτίστηκε και τα άγρια ένστικτά του υποχώρησαν. Στη συνέχεια, αναγεννήθηκε, και δέχθηκε το μυστήριο του βαπτίσματος. Ακολούθως, εκάρη μοναχός και ζούσε με νηστεία και προσευχή, ενώ για σπίτι του είχε ένα σπήλαιο. Πολλοί χωριανοί μετά από το θαύμα αυτό του είπαν να πάει να μείνει στο χωριό. Όμως ο Βάρβαρος παρέμεινε στο σπήλαιο κάνοντας ασκητική ζωή.

Έζησε αλυσοδεμένος σ΄ όλη του τη ζωή στερούμενος τα πάντα και επί δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια σερνόταν στο χώμα. «Η άλυσις είναι ο χρυσός στολισμός μου, με αυτήν έδεσα την σάρκα και την υπέταξα στο πνεύμα» έλεγε ο Βάρβαρος τιμωρώντας έτσι τον εαυτό του. Κάποια μέρα βρέθηκαν κοντά στη σπηλιά κυνηγοί που ήρθαν από την Νικόπολη, τη σημερινή Πρέβεζα, οι οποίοι δεν γνώριζαν ότι μέσα στη σπηλιά ήταν άνθρωπος. Ο Βάρβαρος εκείνη τη στιγμή βγήκε για να βρει τροφή, ήταν απόγευμα ο ήλιος βασίλευε. Μέσα στην πυκνή βλάστηση οι κυνηγοί αντελήφθησαν κάποιο θήραμα, νόμισαν, δηλαδή, ότι ήταν κάποιο ζώο και άθελά τους το τραυμάτισαν. Δυστυχώς ο τραυματισμός ήταν θανάσιμος για το «θήραμα».

 

Ο Τάφος του Αγίου Βάρβαρου

Ο Άγιος Βάρβαρος, με δυσκολία έλεγε τα τελευταία του λόγια. Συντετριμμένοι οι κυνηγοί παρακολουθούσαν τις τελευταίες στιγμές του. Με αυτόν τον τρόπο ο Θεός θέλησε να τον ελευθερώσει από τη σκληρή και επίπονη άσκηση. Όταν ο θάνατος του ασκητή Βαρβάρου, έγινε γνωστός στα γύρω μοναστήρια, μοναχοί πήγαν εκεί, ετοίμασαν το λείψανο και με τιμές το ενταφίασαν στις 23 Ιουνίου, όπου η εκκλησία μας τιμά και την μνήμη του. Από τον τάφο ανέβλυσε μύρο, γι΄ αυτό ονομάστηκε και Μυροβλύτης.

 

Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Βλάσιος ο Ακαρνάν


Ο Άγιος γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου το 950 και πέθανε με μαρτυρικό θάνατο στα Σκλάβαινα στις 24 Ιουνίου 1006, ημέρα Κυριακή και πριν τελειώσει η Θεία Λειτουργία, σε ηλικία 56 ετών. Η εμφάνιση του Αγίου έγινε στη θέση που βρίσκεται σήμερα ο Ιερός Ναός στο κέντρο του χωριού. Στο σημείο εκείνο μαζί με άλλα δένδρα υπήρχε μια αγριελιά και σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής ηλικιωμένος άνδρας είδε στο σημείο αυτό σε όνειρό του τον Άγιο. Το ίδιο όνειρο έβλεπαν και άλλοι κάτοικοι του χωριού όπου ο Άγιος τους έλεγε να σκάψουν εκεί και θα βρουν τα λείψανά του.

Ο Άγιος, όπως γράφει ο αείμνηστος Αρχιμανδρίτης Αυγουστίνος Κατσαμπίρης, εμφανιζόταν πολλές φορές αυτοπροσώπως και στην σεβαστή γερόντισσα του χωριού Ευφροσύνη Σπύρου Κατσαρά. Μία από αυτές, ήταν η νύκτα στις 23 Αυγούστου 1923. Το βράδυ εκείνο η κυρία Ευφροσύνη φρόντιζε την κόρη της που ήταν βαριά άρρωστη. Εδώ ο Άγιος εμφανίστηκε στη γερόντισσα με ενδυμασία κληρικού δηλαδή φορούσε την Αρχιερατική του στολή και με καλοσύνη και αγάπη άρχισε να της λέει ότι είναι ο Άγιος Βλάσιος και είναι θαμμένος στο σημείο που έλεγε και στους άλλους χωριανούς και τους παρότρυνε να σκάψουν και θα βρουν τα λείψανά του και εκεί να κτίσουν εκκλησία.

Η γερόντισσα Ευφροσύνη μετά από πολλές υποδείξεις του Αγίου και αφού πείρε κι άλλους χωριανούς άρχισαν την εκσκαφή. Στο σημείο εκείνο βρέθηκαν τα Ιερά λείψανα του Αγίου Βλασίου και μαζί με τα οστά του βρέθηκαν και τα καρφιά που τρύπησαν την καρδιά του την ώρα των βασανιστηρίων καθώς και ο σταυρός που φορούσε. Μέσα στον τάφο βρέθηκε και μια πλάκα που έγραφε 1006. Όλα τα παραπάνω δεν υπάρχουν σήμερα.

Τα λείψανα του Αγίου αφού καθαρίστηκαν τοποθετήθηκαν σε λειψανοθήκη η οποία βρίσκεται μέχρι σήμερα μέσα στον Ιερό Ναό πάνω στον τάφο του Αγίου. Μετά από όλα τα παραπάνω η γερόντισσα μαζί με τους κατοίκους του χωριού άρχισαν εράνους προκειμένου να κτίσουν το Ναό του Αγίου.


Τα Ιερά λείψανα του Αγίου Βλασίου

Ο Ιερός Ναός άρχισε να κτίζεται το 1926 και ολοκληρώθηκε το 1928. Στον αριστερό τοίχο υπάρχει η θαυματουργή εικόνα του Αγίου που γράφει, «ΑΓΙΟΣ ΒΛΑΣΙΟΣ» «ΔΑΠΑΝΗΣ ΖΕΡΒΟΥ» «ΛΕΥΚΑΣ 1928» και αγιογραφήθηκε από την Ουρανία Γαζή.

Ο Άγιος αποκάλυψε στη γερόντισσα το μαρτυρικό θάνατο που βρήκε από τους Αγαρηνούς πειρατές που έδρασαν στην περιοχή την εποχή εκείνη και πως, άλλους κατοίκους του χωριού τους έπαιρναν σκλάβους για τα σκλαβοπάζαρα της Αφρικής και άλλους τους σκότωναν. Ο Άγιος ήταν Ηγούμενος στην Ιερά Μονή Εισοδίων της Θεοτόκου στα Σκλάβαινα όπου στις 24 Ιουνίου 1006 Σάββατο προς Κυριακή και σύμφωνα με την πέτρινη πλάκα που βρέθηκε, μαζί με τρείς Ιερομόναχους, τρείς Μοναχούς και πολλούς Χριστιανούς έκαναν ολονύκτια αγρυπνία προς τιμή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και θα ακολουθούσε η Θεία Λειτουργία.

Κάποια στιγμή έρχονται αγριεμένοι οι Αγαρηνοί πειρατές και άρχισαν τα βασανιστήρια και τις σφαγές με αποτέλεσμα η Θεία Λειτουργία να διακοπή και να μην τελειώσει ποτέ. Στον Άγιο του κάρφωσαν πέντε μεγάλα καρφιά, που βρέθηκαν στον τάφο του, ακολούθησαν οι σφαγές σε κληρικούς, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Οι συλλειτουργοί του Αγίου ήταν, ο Αρχιμανδρίτης Θεόκλητος, ο Ιερομόναχος Συμεών, ο Μοναχός Νικηφόρος, ο Μοναχός Χαρίτων, ο Μοναχός Παντελεήμων και ο Ιερομόναχος Ιγνάτιος. Όλοι τους βρήκαν φρικτό θάνατο.

Η γερόντισσα Ευφροσύνη μας λέει ότι σε κάθε εμφάνιση του Αγίου είναι και ένα θαύμα. Στις 15 Αυγούστου 1944, γιορτή της Παναγίας μας, αντάρτες βρέθηκαν στα Σκλάβαινα και πήραν πολλούς αιχμαλώτους τους οποίους πήγαν στο χωριό Κονοπίνα Ξηρόμερου για να τους εκτελέσουν. Όλοι τους προσευχόταν στον Άγιο Βλάσιο καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας με αποτέλεσμα να μην εκτελεστεί κανείς και όλοι τους επέστρεψαν στα σπίτια τους.

Άλλη παρουσίαση του Αγίου ήταν στον αείμνηστο Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Τσαταλιόν στο νησί Σχοινούσα στις Κυκλάδες, 6 Δεκεμβρίου 1978. Αμέτρητες οι παρουσίες του Αγίου σε πιστούς όχι μόνο σε Αιτωλοακαρνάνες αλλά σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η Αθανασία Νεδέλκα από το Τορόντο γράφει σε επιστολή που έστειλε στις 14 Μαρτίου 2005 στον αείμνηστο Αρχιμανδρίτη Αυγουστίνο, ότι είδε τον Άγιο και της είπε, «…μη φοβάσαι παιδί μου, είμαι ο Άγιος Βλάσιος ο Ακαρνάν. Γεννήθηκα την 18 Δεκεμβρίου το έτος 950 και εμαρτύρησα το 1006 και ήμουν 56 χρόνων…» και στη συνέχεια ο Άγιος έφυγε.

Μια άλλη παρουσίαση του Αγίου ήταν και στον Γέροντα Παΐσιο τον Αγιορείτη. Ο Γέροντας Παΐσιος ανταπέδωσε αμέσως την επίσκεψη πηγαίνοντας από το Άγιο Όρος στα Σκλάβαινα στις 20 Μαΐου 1980, ο οποίος ομολόγησε την Αγιότητα του Αγίου Βλασίου. Τον Γέροντα συνόδευε ο τότε Αρχιμανδρίτης αείμνηστος Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας  Κοσμάς.

Στις 11 Φεβρουαρίου 2006, δηλαδή 1000 χρόνια μετά, πραγματοποιήθηκε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό του Αγίου Βλασίου στα Σκλάβαινα από τον Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας κυρό Κοσμά, ο οποίος και μίλησε σχετικά για τον Άγιο. Οι κάτοικοι της περιοχής είπαν ότι, ο εργάτης αυτός του Ευαγγελίου, είναι ο πρώτος Επίσκοπος που λειτούργησε στα «ξεχασμένα» Σκλάβαινα και ολοκλήρωσε την Θεία Λειτουργία που δεν είχε τελειώσει ο Άγιος Βλάσιος την εποχή εκείνη, γιατί τον σκότωσαν οι βάρβαροι πειρατές την ώρα της Θείας Λειτουργίας.

Η Αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία δια του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου, Προεδρεύοντος της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στις 29 Αυγούστου 2016, προέβει στην Αγιοκατάταξη του Αγίου Βλασίου και ώρισε να εορτάζεται η μνήμη του κάθε χρόνο στις 7 Ιουλίου δηλαδή την ημέρα του μαρτυρίου του.

 

Όσιος Δαυίδ, υποτακτικός Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Άρτας

 


Ο Όσιος Δαυίδ, ο υποτακτικός του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Άρτας, Ακακίου, που γεννήθηκε στη Γαρδενίτσα Λοκρίδος το 1485. Ο Όσιος Δαυίδ εξαιτίας της άριστης μορφώσεώς του και των καλλιεργημένων αρετών του κατόρθωσε να χαράξει μια υπέρλαμπρη και απαστράπτουσα πνευματική πορεία, αντιμετωπίζοντας πολλές δυσκολίες, κατορθώνει να χτίσει Μοναστήρι στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, αφού είχε φύγει από το Μοναστήρι τηςΒαρνάκοβας. Ύστερα από ασκητικό βίο, προβλέπει το θάνατό του και πεθαίνει ειρηνικά το 1570.


Ο Όσιος  Δαυίδ γεννήθηκε στο μέσο της Τουρκοκρατίας στο παραθαλάσσιο χωριό Γαρδινίτζα της επαρχίας Λοκρίδος γύρω στο 1485. Ο πατέρας του Χριστόδουλος ήταν ευσεβής και ενάρετος ιερέας και η μητέρα του ήταν η Θεοδώρα. Είχε ένα αδελφό και δύο αδελφές. Μόλις τριών ετών, ο Δαυίδ είδε μία νύκτα να του φανερώνεται ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και να τον οδηγεί στη γειτονική εκκλησία που ήταν αφιερωμένη στο όνομά του. Έμεινε εκεί για αρκετές ημέρες μπροστά στη εικόνα του Αγίου.

 Άφησε το πατρικό του σπίτι σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων και ακολούθησε τον  ιερομόναχο Ακάκιο ακουστό για τα κήρυγμά του στα χωριά της περιοχής.

Ο Δαυίδ έλαβε το μοναχικό Σχήμα στη Μονή του Ακακίου, κι εκεί έδειξε τέλεια υπακοή συνοδευόμενη από ταπείνωση και αδιάλειπτη προσευχή. Καθώς ο Γέροντάς του επιθυμούσε να βρει μία μονή περισσότερο με πνευματική ζωή, τον ακολούθησε στην Όσσα κοντά στον Όλυμπο, στη συνεχεία χειροτονήθηκε διάκονος, σε ένα προσκύνημα στις μονές του Αγίου Όρους.

Ο Ακάκιος πήγε στην Κωνσταντινούπολη αφήνοντας τον Δαυίδ στη Μεγίστη Λαύρα. Χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Άρτης και Ναυπάκτου από τον Πατριάρχη Ιερεμία και κάλεσε μετά από λίγο τον Δαυίδ στην Επισκοπή του για να τον βοηθήσει στα ποιμαντικά του καθήκοντα. Έγινε σύντομα ιερέας και ορίστηκε Ηγούμενος της Ιεράς Μονής  Βαρνάκοβας, κοντά στη Ναύπακτο. Ως νέος Ηγούμενος, άνοιξε με γενναιοδωρία την ψυχή του μεταδίδοντας αγάπη, βοήθεια, παρηγοριά. Πολλές φορές πόνεσε και δάκρυσε.

Ο Άγιος Δαυίδ ακολουθεί πιστά τον μεγάλο του προστάτη, τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και στο Μοναστήρι της Βαρνάκοβας δημιούργησε σχολή για τα Ελληνόπουλα για να μαθαίνουν γράμματα παρά την απαγόρευση του κατακτητή. Το 1530 επισκέπτεται το Μοναστήρι ο Πατριάρχης Ιερεμίας και αναγνώρισε το μεγάλο έργο και την Αγιοσύνη του Δαυίδ και του πρότεινε το Επισκοπικό Αξίωμα το οποίο ο Άγιος αρνήθηκε και θέλησε να παραμείνει στο Μοναστήρι της Παναγίας ως πνευματικός πατέρας της περιοχής.

Τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Δαυίδ

Το 1532 κάποια ελληνόπουλα από τη Λειβαδιά πήγαν στον Άγιο στο Μοναστήρι της Παναγίας  για να σωθούν. Ο Πασάς έδωσε αμέσως διαταγή να συλλάβουν τον Άγιο  ο οποίος βασανίζεται σκληρά από τους στρατιώτες. Κάποιοι Λειβαδιώτες αφού πλήρωσαν τον Πασά πήραν τον Άγιο ο οποίος στη συνέχεια πήγε στην πατρίδα του την Εύβοια όπου στο χωριό Ροβιές ιδρύει μοναστήρι αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, εδώ ο Άγιος Δαυίδ έζησε το υπόλοιπο της ζωής του. Πέθανε σε βαθιά γεράματα το 1570.

Μετά την κοίμηση του Αγίου  πολλά θαύματα έλαβαν χώρα στον τάφο του.

 

Ο Άγιος Ευγένιος Ιωαννούλιος ή Γιαννούλης ο Αιτωλός.


Ο Ευγένιος Γιαννούλης γεννήθηκε στις αρχές του 1597 στο Μέγα Δένδρο Θέρμου.  Οι γονείς του, Νικόλαος και Στάμω, ήταν φτωχοί αλλά πιστοί στο Θεό. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε από τον Ιερομόναχο Αρσένιο στο Μοναστήρι της Ιεράς Μονής Βλοχού. Ο Ευγένιος ζήτησε να παραμείνει στη Μονή πρώτα –πρώτα για τη μαθητεία του, αλλά και να υπηρετεί τους πατέρες με ζήλο, όπως και έγινε στα τέσσερα χρόνια της εκεί παραμονής του.

Ο Ευγένιος βρίσκεται σε υπακοή και ωριμάζει εσωτερικά, καθαρίζοντας την καρδιά του και πλουτίζοντας με αληθινή και τελεία ταπείνωση, βοηθούμενος από το ζωοποιό Άγιο Πνεύμα. Οι Πατέρες της Μονής του Βλοχού ήταν πραγματικοί διδάσκαλοι μελετητές των Ιερών κειμένων και επιτελούσαν Εθνικό και Θρησκευτικό έργο, στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν, κυρίως τη γλώσσα, εκ της οποία θα προερχόταν η μελέτη Ιερών κειμένων και εν τέλει, η Εθνική και Θρησκευτική συνείδηση.

Από κάποιον μοναχό της Μονής ονόματι Αρσένιο πείστηκε ο Ευγένιος και πηγαίνει στο ορεινό χωριό Τροβάτο, των Αγράφων όπου δίδασκε ο Αντώνιος, ο οποίος είχε λάβει μεγάλη μόρφωση στην Κωνσταντινούπολη. Το 1610 στη Μονή Τροβάτου ο Ευγένιος εκάρη Μοναχός. Στον Αντώνιο μαθήτευσε ο Ευγένιος και αυτός ήταν ο επίσημος δάσκαλός του, παραμένοντας κοντά του για μεγάλο διάστημα. Οι γνώσεις τις οποίες έλαβε ο Ευγένιος, ήταν πολλές, σπάνιες και μοναδικές για την εποχή εκείνη. Συγχρόνως έλαβε συμπληρωματικές σπουδές στα Τρίκαλα, στη Σχολή την οποία ίδρυσε ο Γρηγόριος Αρχιεπίσκοπος Λαρίσης.

Το 1616 βρίσκεται στην Ιερά Μονή Τατάρνας όπου χειροτονήθηκε Διάκονος. Το 1626 πηγαίνει στην Ιερά Μονή της Παναγίας στη Βαρνάκοβα για περισσότερη μόρφωση από τον καλογεροδιδάσκαλο Καλλίνικο. Αργότερα πηγαίνει στη Κεφαλονιά, στη Ζάκυνθο, στη Κωνσταντινούπολη, στους Αγίου Τόπους, στην Αλεξάνδρεια όπου εκεί το 1619, χειροτονείται Ιερέας από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο Λούκαρη. Στη συνέχεια πηγαίνει στα Ιεροσόλυμα και παραμένει για πολύ χρόνο εφημέριος στον Ιερό Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.

Μετά από πολύχρονη περιπλάνηση στα μεγάλα θρησκευτικά κέντρα της εποχής εκείνης έρχεται στην Πατρίδα του την Ακαρνανία και ιδρύει Σχολεία, στο Αγρίνιο, στο Αιτωλικό, στο Μεσολόγγι. Στο Αιτωλικό έμεινε πολύ χρόνο διδάσκοντας στη Σχολή που ίδρυσε. Μαθητές του μεταξύ των άλλων ήταν, ο Γρηγόριος Μάνεσης και ο Επίσκοπος Αγράφων Ιάκωβος. Ο Ευγένιος φρόντισε και έφερε καταξιωμένους Δασκάλους στη Σχολή του Αιτωλικού η οποία λειτουργούσε ανελλιπώς για διακόσια περίπου χρόνια.

Στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς, η Σχολή του Αιτωλικού λειτουργούσε ως μια πνευματική κολυμβήθρα όχι μόνο για την πόλη του Αιτωλικού αλλά και για την ευρύτερη περιοχή. Στη συνέχεια ο Άγιος Ευγένιος το 1645 γίνεται Σχολάρχης στο Καρπενήσι, πραγματοποιεί ανακαίνιση του Ιερού Ναού της Αγίας Τριάδος Καρπενησίου και το 1661 μεταφέρει την έδρα της Σχολής των Αγράφων στα Βραγγιανά Ευρυτανίας και ονομάζει τη Σχολή αυτή «Ελληνομουσείον Αγράφων».

Η πνευματική μεγαλοφυΐα του Αγίου Ευγενίου απλώνεται σε ολόκληρη την Ελλάδα. Σαν Δάσκαλος, ο Ευγένιος, ήταν ένας από τους πιο καταρτισμένους με γνώσεις, Αρχαίας Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας, Φιλοσοφίας, Θεολογίας και ποιητικής.

Ο Άγιος Ευγένιος πεθαίνει στις 5 Αυγούστου 1682 στη Ιερά Μονή της Αγίας Παρασκευής, στη Γούβα των Βραγγιανών, όπου ασκήτεψε και δίδαξε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Οι Άγιοι Νεομάρτυρες Θεόδωρος, Λάμπρος και Ανώνυμας,


Οι Άγιοι Νεομάρτυρες Θεόδωρος, Λάμπρος και Ανώνυμας, και οι τρείς ήταν από την Πελοπόννησο. Την εποχή εκείνη βρέθηκαν στα Ιωάννινα και όταν τελείωσαν τις δουλειές τους αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Πατρίδα τους. Όταν έφθασαν στην πόλη του Αγρινίου, έπρεπε να πληρώσουν κάποιους φόρους στους Τούρκους και για να αποφύγουν την πληρωμή των φόρων μεταμφιέζονται σε Τούρκους, το σχέδιό τους αυτό πέτυχε και στη συνέχεια διανυκτέρευσαν σε κάποιο σπίτι της πόλης.

Όμως, κάποιος Τούρκος πήγε στο σπίτι που έμειναν οι τρείς Μάρτυρες και τους άκουσε να λένε πως κατόρθωσαν να γλιτώσουν τους φόρους. Ο Τούρκος ενημέρωσε τους ανωτέρους του  ότι, οι τρείς ξένοι που τους εξαπάτησαν είναι Χριστιανοί. Αμέσως οι Τούρκοι έτρεξαν, σαν άγρια θηρία, τους άρπαξαν, τους βασάνισαν και τους πήγαν στον Κατή όπου μαζί με τον Μουσελίμη αποφάσισαν να θανατώσουν τους τρείς Μάρτυρες. Έτσι οι τρείς Νεομάρτυρες μαρτυρικά θανατώθηκαν στην πόλη του Αγρινίου στις 2 Νοεμβρίου 1786.


Ο Άγιος Θεωνάς, Αρχιερέας Θεσσαλονίκης

 


      Ο Άγιος Θεωνάς ήταν μαθητής του Αγίου Ιακώβου του Νεομάρτυρα. Γεννήθηκε στις αρχές του 15 ου αιώνα και πέθανε στα τέλη του ιδίου αιώνα. Έγινε Αρχιερέας της πόλης της Θεσσαλονίκης.

 

Κατ'αρχήν ασκήτεψε στη Μονή Παντοκράτορος, ως Πρεσβύτερος. Αργότερα όμως εγκατέλειψε τη Μονή και πήγε στη συνοδεία του Αγίου Ιακώβου του Νεομάρτυρα, ο οποίος στη Μονή Ιβήρων. Το 1518 ο Άγιος Ιάκωβος με τη συνοδεία έξι μαθητών του, μεταξύ
αυτών και του Θεωνά, εγκατέλειψε την Σκήτη του Προδρόμου και κατέφυγε στα ενδότερα του Άθωνος, αλλά μετά από μία οπτασία ο Γέροντας αποφάσισε να εξέλθουν από το
Άγιον Όρος. Έτσι το έτος 1518, ο Άγιος Ιάκωβος και η συνοδεία του εγκατέλειψαν το Άγιον Όρος και εγκαταστάθηκαν στη μονή του Τιμίου
Προδρόμου, στη Δερβεκίστα , Ανάληψη, της Αιτωλίας, όπου και έμειναν.

Ο Άγιος Θεωνάς ήταν ο  καλύτερος μαθητής του Ιακώβου. Για τον λόγο αυτό έστειλε στον Επίσκοπο Άρτας, Ακάκιο. Επειδή ο Άγιος Ιάκωβος σύντομα έγινε λαοφιλή στο Μοναστήρι, ο Επίσκοπος Ακάκιος τον ζήλευε. Αποδέχθηκε τις συκοφαντίες κάποιων διέβαλε τον Άγιο Ιάκωβο στους Τούρκους ως επαναστάτη. Ο Μπέης των Τρικάλων
απέστειλε αμέσως στρατιώτες, οι οποίοι συνέλαβαν τον Ιάκωβο και δύο μαθητές του, τον Διάκονο Ιάκωβο και τον Μοναχό Διονύσιο και τους μετέφεραν στα Τρίκαλα, όπου παρέμειναν στη
φυλακή για πολύ καιρό. Εκεί επισκέφθηκαν τον Ιάκωβο και δύο άλλοι μαθητές του, ο Θεωνάς και ο Μαρκιανός και τον ρώτησαν για την τύχη της μονής και των υπολοίπων Μοναχών. Τότε ο Ιάκωβος προφήτευσε ότι αυτοί θα εγκαταλείψουν τη μονή και θα συγκεντρωθούν σε κάποιο μοναστήρι κοντά στην Θεσσαλονίκη. Με  επιστολή του,  όριζε τον Άγιο Θεωνά ως διάδοχο και Ηγούμενο της Μονής Προδρόμου.

Την 1η Νοεμβρίου του έτους 1519 ο Άγιος Ιάκωβος και οι δύο μαθητές του, Ιάκωβος και Διονύσιος, αφού βασανίσθηκαν φρικτά στο Διδυμότειχο και μετά στην Αδριανούπολη  απαγχονίστηκαν. Τα ιερά σκηνώματα των τριών Νεομαρτύρων αγοράσθηκαν από τους Χριστιανούς και ενταφιάσθηκαν στο χωριό Αρβανιτοχώρι, έξω από την Αδριανούπολη.
Το ιερό λείψανο του Αγίου Θεωνά, ενταφιάσθηκε στη Ιερά Μονή της Αγίας Αναστασίας όπου φυλάσσεται με ευλάβεια μέχρι σήμερα.

Όσιος Ιάκωβος ο Νεομάρτυρας


Ο Ιάκωβος, κατά κόσμο Ιωάννης, γεννήθηκε σε κάποιο χωριό της Καστοριάς. Ήταν βοσκός και ασκούσε το επάγγελμα του κρεοπώλη. Απόκτησε πολλά χρήματα και έκανε πολλά έργα. Ο αδελφός του άρχισε να τον ζηλεύει γιατί φεύγει και πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη όπου γνωρίζεται με τον Πατριάρχη Νήφωνα ο οποίος του δίδαξε όλα τα μυστήρια της Χριστιανικής Πίστης. Ο Ιωάννης άρχισε και έδινε τα πλούτη του στους φτωχούς και στη συνέχεια φεύγει για το Άγιο Όρος. Όταν έφθασε εκεί έμεινε στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου όπου έλαβε και το όνομα Ιάκωβος.

Ο Ιάκωβος άρχισε νηστεία, προσευχή, εξομολόγηση, αγρυπνία στην Ιερά Μονή Ιβήρων. Όνειρό του ήταν να έλθει στην Αιτωλία, αφού περνά από τα Μετέωρα έρχεται στην Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου στην Ανάληψη-Δερβέκιστα Τριχωνίδας. Η φήμη του Αγίου ήταν μεγάλη και πολλοί πιστοί πήγαιναν να εξομολογηθούν.

Ο Επίσκοπος της Άρτας Ακάκιος, τυφλός από την ζήλια  ενήργησε για την εξόντωσή του και «πρόδωσε» τον Ιάκωβο στον Μπέη των Τρικάλων ο οποίος στέλνει Τούρκους στρατιώτες να τον συλλάβουν  αμέσως μετά τη Θεία Λειτουργία. Οι στρατιώτες πήραν τον Ιάκωβο και τους μαθητές του Ιεροδιάκονο Ιάκωβο και Μοναχό Διονύσιο και αφού τους έδεσαν με αλυσίδες τους πήγαν στον Μπέη στα Τρίκαλα και με διαταγή του Βασιλιά τους έστειλαν στην Ανδριανούπολη και από εκεί στο Διδυμότειχο όπου τους βασάνισαν και στη συνέχεια τους έφεραν πάλι στην Ανδριανούπολη. 

Εδώ τους υπέβαλαν σε ατελείωτα βασανιστήρια για πολλές ημέρες, τους μετέφεραν στον τόπο της εκτέλεσης για να τους θανατώσουν αφού πρώτα τους κρεμάσουν. Το τέλος του Ιακώβου και των μαθητών του ήταν ο απαγχονισμός την 1η Νοεμβρίου του 1520, χριστιανοί πήραν τα Άγια λείψανα τους και με την πρέπουσα τιμή τα κήδευσαν κοντά στο χωριό.

 

Ιεροδιάκονος Ιάκωβος και Μοναχός Διονύσιος

 


Οι Ιεροδιάκονοι Ιάκωβος και ο Μοναχός Διονύσιος, ήταν μαθητές του Οσίου Ιακώβου του Νεομάρτυρα που ασκήτεψαν και αυτοί στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου στην Ανάληψη Τριχωνίδας, Δερβέκιστα. Πέθαναν και αυτοί μετά από φρικτά βασανιστήρια την 1 Νοεμβρίου 1520, όπως και πιο πάνω αναφέρεται.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Νεομάρτυρας ο Βραχωρίτης



Ο Άγιος Ιωάννης ο Νεομάρτυρας, ο Βραχωρίτης, γεννήθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου το 1790. Οι γονείς του ήταν Μωαμεθανοί. Το όνομά του πριν γίνει Χριστιανός ήταν Χασάν και ο πατέρας του ήταν ιερωμένος και θρησκευτικός αρχηγός της περιοχής και έφερε το αξίωμα του Σεΐχη και η μητέρα του ήταν τουρκάλα.

Ο Χασά μόλις έγινε είκοσι χρονών έφυγε από την Κόνιτσα και πήγε στα Γιάννενα, του Αλή Πασά. Στα Γιάννενα κάθισε πολύ καιρό και έλαβε τον τίτλο του Δερβίση, οι Τούρκοι της περιοχής τον εκτιμούσαν λόγω του πατέρα του. Κάποια ημέρα ο Χασάν εγκαταλείπει τα Γιάννενα και έρχεται στο Βραχώρι σημερινό Αγρίνιο, μεγάλο εμπορικό κέντρο την εποχή εκείνη. Την εμπορικότητα αυτή την είχαν μεγάλες τούρκικες οικογένειες. Διοικητής στο Αγρίνιο ήταν ο φίλος του πατέρα του , Γιουσούφ Αράπης, οποίος πήρε το Χασάν στο Διοικητήριό του.

Ο νεαρός Χασάν αγαπούσε το Χριστό και αυτό το έδειχνε με το να φοράει χριστιανικές ενδυμασίες, να συναναστρέφεται με χριστιανούς και στο τέλος εξέφρασε την επιθυμία να βαπτιστεί Χριστιανός. Την επιθυμία του αυτή την εκπλήρωσε στην Ιθάκη όπου βαπτίστηκε και έλαβε το όνομα, Ιωάννης, ο οποίος δέχτηκε το Άγιο Χρίσμα, την ευλογία και τις νουθεσίες του Γέροντα της εκκλησίας που τον βάπτισε.

Ο Ιωάννης έρχεται στη συνέχεια στο Μαχαλά Ξηρομέρου, Φυτείες. Άρχισε να δουλεύει στα κτήματα και οι κάτοικοι τον αγαπούσαν για τη συμπεριφορά του, πήγαινε στην εκκλησία και κοινωνούσε τακτικά. Εκεί που εργαζόταν, ο Ιωάννης, ανακάλυψε μια σπηλιά στην οποία τοποθέτησε εικονίσματα και εκεί φυσικά προσευχόταν τακτικά.

Οι γονείς του ανησύχησαν και το 1813 ο πατέρας του πληροφορήθηκε τα πάντα για το γιό του. Από το Μαχαλά κάποιος Τούρκος ενημερώνει τον Μουσελίμη του Αγρινίου και αμέσως στρατιώτες πηγαίνουν και συλλαμβάνουν τον Ιωάννη και τον φέρνουν να δικαστεί από το Δικαστήριο στο Αγρίνιο. Στον ανακριτή ο Ιωάννης ομολόγησε ότι είναι Χριστιανός, τότε ο Μουσελίμης διέταξε τους στρατιώτες να τον κλείσουν στη φυλακή και να τον βασανίσουν. Οι στρατιώτες αφού του πέρασαν μια αλυσίδα στο λαιμό άρχισαν τα βασανιστήρια που με μεγάλη καρτερικότητα υπέφερε.

Στη συνέχεια ο Μουσελίμης διέταξα να θανατωθεί, ο Ιωάννης, με ξίφος. Οι δήμιοι τότε έφεραν τον Ιωάννη μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου- Αγρινίου κοντά στον πλάτανο και πριν τον θανατώσουν ο Ιωάννης παρακάλεσε τους δήμιους να του λύσουν τα χέρια για να κάμει το σημείο του σταυρού πράγμα που δεν έγινε και ο Ιωάννης τότε είπε: «Μνησθητί μου Κύριε, όταν έλθεις εν τη Βασιλεία σου». Ο Ιωάννης στη συνέχεια θανατώθηκε, ημέρα Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 1814. Ευλαβείς Χριστιανοί πήραν το λείψανο του Αγίου και το ενταφίασαν σε κάποιο χωράφι. Στη συνέχεια μετέφεραν τα Άγια λείψανα του Αγίου στην Ιερά Μονή Προυσιωτίσσης και τα τοποθέτησαν σε κρύπτη πάνω από το Μοναστήρι.

 

Τα βασανιστήρια του Αγίου Ιωάννη

Ο Νεομάρτυρας Άγιος Ιωάννης ο Βραχωρίτης απέδειξε ότι η Πίστη δεν είναι μόνο θεωρητική αλλά ομολογία δυναμική σε περιόδους δύσκολες, είναι μαρτυρία έτσι όπως την έζησαν νεώτεροι μάρτυρες, άνδρες και γυναίκες. Στην Κόνιτσα οι Χριστιανοί έχτισαν Ναό προς τιμή Του. Μετά από πολλά χρόνια κάποιο παιδί άκουσε μια φωνή που ερχόταν από τις ρίζες του πλατάνου, αυτό γινόταν σχεδόν κάθε ημέρα ώσπου οι Ιερείς του Ναού κάνουν Αγιασμό.


Λειψανοθήκη του Αγίου Ιωάννη του Βραχωρίτη

Αργότερα γίνονται έρευνες για τα λείψανα του Αγίου και οι πληροφορίες έφθασαν μέχρι την Ιερά Μονή Προσσού, όπου ο Γρηγόριος, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής, και ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Ευρυτανίας Δαμασκηνός Κοντζιάς, σεβόμενοι την επιθυμία της Αδελφότητας άνοιξαν την κρύπτη που βρισκόταν το σκευοφυλάκιο, 1974, όπου διέκριναν τα λείψανα του Αγίου.


Παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Βραχωρίτη 
 δίπλα στον Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου στο Αγρίνιο

Μετά από χρόνια ο μακαριστός Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνανίας Θεόκλητος, στις 26 Οκτωβρίου 1983, θεμελιώνει το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη του Νεομάρτυρα, του Βραχωρίτη δίπλα στο πλάτανο που είναι κοντά στον Άγιο Δημήτριο Αγρινίου. Στην πόλη του Αγρινίου η Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας και Ακαρνανίας με τη συνεργασία της ενορίας του Αγίου Δημητρίου και του Δήμου Αγρινίου διοργανώνουν λατρευτικές εκδηλώσεις προς τιμή του Αγίου Ιωάννη του Νεομάρτυρα του Βραχωρίτη.

 

Οι Άγιοι αυτάδελφοι Συμεών και Θεόδωρος


Οι Άγιοι αυτάδελφοι Συμεών και Θεόδωρος κτήτορες της Ιεράς Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου, γεννήθηκαν στη Θεσσαλονίκη και έζησαν τον 4ο αιώνα μ. Χ. Με την καλή ανατροφή που πήραν έγιναν χρήσιμοι άνθρωποι στην κοινωνία, ασχολήθηκαν με τη Θεολογία, την Αγία Γραφή, ενώ αναζητούσαν τον προορισμό του ανθρώπου πάνω στη γη.

Πήγαν στους Αγίους Τόπους και προσκυνήσαν τη Βηθλεέμ, επισκέφθηκαν τον Ιορδάνη ποταμό, το όρος Θαβώρ. Έφθασαν ξανά στην Ελλάδα, διέσχισαν τη Μακεδονία, το Άγιο Όρος, τη Θεσσαλονίκη, πέρασαν τη Θεσσαλία και για μεγάλο χρονικό διάστημα έμειναν στην Αιτωλοακαρνανία

Ο βίος τους ήταν ασκητικός, αγωνίστηκαν ψυχικά και πνευματικά για τη μετάδοση του Ευαγγελίου. Προσπάθησαν να μεταλαμπαδεύσουν την άσβεστη φλόγα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και στην Αιτωλοακαρνανία, απεβίωσαν ειρηνικά.


Ο Άγιος Χρύσανθος, αδελφός του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού

  


Ο Χρύσανθος ο Αιτωλός ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Γεννήθηκε στον Ταξιάρχη Θέρμου το 1712. Φοίτησε στη Σχολή των Βραγγιανών των Αγράφων, με δασκάλους τον Αναστάσιο Γόρδιο και τον Θεοφάνη από τη Φουρνά Ευρυτανίας. Στη συνέχεια σπούδασε μαθηματικά και φιλοσοφία στα Γιάννενα. Συνέχισε τις σπουδές του στην Πατριαρχική Ακαδημία Κωνσταντινούπολης και στην Κέρκυρα, όπου κοντά στον φιλόσοφο Νικηφόρο Θεοτόκη παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας και ρητορικής.

Το 1759 επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και εργάστηκε ως δάσκαλος στον γιο του μεγάλου διερμηνέα Νικολάου Σούτζου. Το 1763 διορίστηκε καθηγητής Ελληνικών γραμμάτων στην Πατριαρχική Ακαδημία, στην οποία δίδαξε μέχρι το 1768. Το 1769 διορίστηκε Διευθυντής της Πατριαρχικής Ακαδημίας, δάσκαλος φιλοσοφίας και μαθηματικών για πέντε χρόνια.

Το 1759 τον επισκέφθηκε στην Κωνσταντινούπολη ο Πατρο- Κοσμάς για να ζητήσει άδεια από τον Οικουμενικό Πατριάρχη να περιοδεύσει ανά την Ελλάδα ώστε να εμψυχώσει το φρόνημα του λαού. Ο Χρύσανθος, με μεγάλη αγάπη για τον αδελφό του, όχι μόνο μεσολάβησε στο Πατριαρχείο γι’ αυτόν αλλά και τον έφερε σε επαφή με τους κύκλους του Οικουμενικού Θρόνου.

Το 1773 πήγε στη  Νάξο, όπου διορίστηκε Σχολάρχης. Η φήμη του έκανε τη Σχολή του ονομαστή ως περιώνυμο παιδευτικό και πνευματικό κέντρο. Με τη φροντίδα του σχηματίστηκε πλούσια βιβλιοθήκη για τα δεδομένα της εποχής, που περιλάμβανε χρηστικά βιβλία για τη διδασκαλία και άλλες αξιόλογες εκδόσεις. Ο ίδιος διέθετε 90 τόμους, που τους κληροδότησε με τη διαθήκη του στη Σχολή της Νάξου.

Πέθανε πάμφτωχος στη Νάξο το 1785 και ενταφιάστηκε στην αυλή της Σχολής του. Η συνεισφορά του υπήρξε σημαντική στα Ελληνικά γράμματα κατά την εποχή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Με τον αδερφό του, Πατρο-Κοσμά, έκαναν γνωστή και λάμπρυναν τη γη της Αιτωλίας.

Ο Όσιος Αρσένιος ο Βαρνακοβίτης

  

Ο Όσιος Αρσένιος ο Βαρνακοβίτης ήταν ιδρυτής και πρώτος Ηγούμενος της ιστορικής Ιεράς Μονής Βαρνάκοβας. Γεννήθηκε αρχές του 11 ου αιώνα στο χωριό Καρυές του νομού Φωκίδος. Έζησε πρώτα την κάθαρση της ψυχής του και στη συνέχεια προχώρησε στη θέωση του Αγίου Πνεύματος. Ο χρόνος που οικοδόμησε το Μοναστήρι της Παναγίας της Βαρνάκοβας ήταν το 1077. Οργανώνει το Μοναστήρι και δέχεται πνευματικούς ανθρώπους. Η χάρη του Αγίου φθάνει σε όλη τη Δυτική και Στερεά Ελλάδα. Ήταν μια δυνατή πνευματική παρουσία. Εκοιμήθη το 1111 παραδίδοντας την Αγιασμένη του ψυχή στον Κύριό Του. Τα Άγια Λείψανά του βρίσκονται στην Ιερά Μονή.

Ο Άγιος Καλλίνικος, Μητροπολίτης Εδέσσης 

 


Το ΠουλαίΊκο γένος κατάγεται από τον Πλάτανο Ναυπακτίας. Γενάρχης της οικογένειας ήταν ο Χαράλαμπος Πούλος, που γεννήθηκε το 1803, και είχε σύζυγο την Αργυρή. Το γένος αυτό  μεγάλωνε και σκόρπισε σ΄όλα τα μήκη και τα πλάτη της Πατρίδας μας και όχι μόνο, μορφωμένους - λόγιους ανθρώπους.  Σπούδασαν όλοι τους, έγιναν Δικηγόροι, Δάσκαλοι, Γιατροί, Βουλευτές, Στρατιωτικοί, Ιερείς και Αρχιερείς.  Ο Γεώργιος Δημητρίου Πούλος ασχολήθηκε με το εμπόριο και παντρεύτηκε τη μοναχοκόρη του Ιερέα Αθανασίου Καρζιάκη, Αικατερίνη και εγκαταστάθηκε στα Σιταράλωνα Θέρμου. Η οικογένεια απόκτησε επτά παιδιά, τον Κωνσταντίνο, την Ελένη, τη Χαρίκλεια, τον Δημήτριο, τον Αθανάσιο, τον Ιωάννη και τη Θωμαΐδα. 

«Οι γονείς του Γέροντός μου ήταν πραγματικά ευλογημένοι. Ο πατέρας του Γεώργιος ήταν απλός και καλοκάγαθος άνθρωπος. Η μητέρα του Αικατερίνη ήταν πανέξυπνη γυναίκα και πραγματική ασκήτρια…  Για την ανατροφή των παιδιών έχει μεγάλη σημασία η ατμόσφαιρα της οικογενειακής ζωής στην οποία μεγαλώνουν… Όταν όμως το περιβάλλον είναι Άγιο, τότε βοηθιέται στην ανάπτυξη της προσωπικότητός του… Ο Δημήτριος Πούλος, αξιώθηκε από τον Θεό να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί μέσα σ' ένα Άγιο περιβάλλον, που ήταν ποτισμένο με τις παραδόσεις της Ρωμιοσύνης, γι' αυτό και η ανατροφή του και η εξέλιξή του ήταν κατά πάντα φυσιολογική… Μια από τις μεγάλες αρετές της οικογένειας αυτής ήταν η φιλοξενία και γενικά η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Όποιος περνούσε από το χωριό έπρεπε να φιλοξενηθεί στο σπίτι του παπά»,  γράφει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος.

Ο Δημήτριος, ήταν το τέταρτο παιδί της Πολύτεκνης οικογένειας, γεννήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1919 στα Σιταράλωνα,  Δημοτικό Σχολείο πήγε στο χωριό του και την τελευταία τάξη πήγε στη Δερβέκιστα. Τελείωσε  το Γυμνάσιο στο Θέρμο, ήταν άριστος μαθητής. Μέσα σε όλη αυτήν την οικογενειακή – εκκλησιαστική ατμόσφαιρα του σπιτιού του, ο Δημήτριος ανδρώθηκε πνευματικά και αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στη  Θεολογία.


Ο Δημήτριος Πούλος, μικρός

 Έδωσε εξετάσεις το 1937 στη Θεολογική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Οικονομικά τον βοηθούσε ο αδελφός του Κωνσταντίνος, έμεινε σε οικοτροφείο μαζί με άλλους συμφοιτητές του. Ένας από τους συμφοιτητές του ήταν ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος ο οποίος σε επιστολή του γράφει:

«…Είχα την ευτυχία και την απέραντη χαρά να ζήσω όλα τα φοιτητικά μου χρόνια με τον αξέχαστον αδελφόν Καλλίνικον. Θα αδικούσα ασφαλώς αν αποτολμούσα να περιγράψω τα ψυχικά και πνευματικά του χαρίσματα. Τον βλέπω πάντα μπροστά μου και η σκέψη μου πετάει στις ωραίες πνευματικές μας συζητήσεις, την ωραία αναστροφή, το πνευματικό και εξυγιασμένο παράδειγμά του.  Φτωχούλια φοιτητάκια, στερημένα, αλλά χαρούμενα, ευτυχισμένα, με νεανική χαρά και ενθουσιασμό μιας αγάπης σωστής, μιας πίστεως γεμάτης οράματα, όνειρα, ελπίδες. Μοιάζαμε στη φτώχεια, στη στέρηση, στις λαχτάρες και στα χτυποκάρδια.

Δεν ήταν μόνο συμφοιτητής ο Καλλίνικος. Ήταν κάτι παραπάνω. Δεν ήταν μόνο φίλος. Είχαμε κοινά ενδιαφέροντα, ψυχική επαφή και ο σύνδεσμός μας ήταν αδελφικός, ολοκληρωμένος και αδιάσπαστος. Καθόμασταν πάντα στο ίδιο θρανίο. Δεν μας χώριζε τίποτε. Σμίξαμε στο ίδιο θρανίο το μόχθο, την αγωνία, τη στέρηση, με τη μάθηση, τη γνώση, τη μόρφωση. Κοινές οι χαρές, κοινές οι λύπες. Και επειδή οι λύπες ήταν περισσότερες, φροντίζαμε κάθε μέρα να τις μοιραζόμαστε για να λιγοστεύει το φορτίο και ο πόνος τους…»   

Ήταν πολύ μελετηρός και γι' αυτό ήταν άριστος φοιτητής. Επειδή είχε πολύ μεγάλο φιλότιμο, γι' αυτό και δεν μπορούσε να ανεχθεί να μη μελετά τα μαθήματα. Παρακολουθούσε τις Πανεπιστημιακές παραδόσεις και μελετούσε ακατάπαυστα, μας γράφει στη συνέχεια ο Σεβαμιώτατος κ. Ιερόθεος. Αρίστευσε σε όλα τα μαθήματα και  έλαβε το δίπλωμα της Θεολογίας από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών το έτος 1942 με Άριστα.

 Σε ηλικία είκοσι επτά χρονών στρατεύτηκε στα ΛΟΚ (Δυνάμεις Ορεινών Καταδρομών ), ως ιεροκήρυκας,  ήταν η εποχή του συμμοριτοπόλεμου  και ως στρατιώτης κήρυττε το λόγο του Θεού εμψυχώνοντας στρατό και λαό. Τελείωσε το Στρατό την 1 Απριλίου 1949.  Είχε  όμως διοριστεί από το 1942 ως  Γραμματέας στην Ιερά Μητρόπολη Αιτωλίας και Ακαρνανίας, οπότε συνεχίζει και μετά από το στρατό να εργάζεται εκεί. 

 


Ο Δημήτριος Πούλος, Στρατιώτης στα ΛΟΚ, δεξιά

Από τη θέση  αυτή δίνει μεγάλη σημασία στη Κατήχηση των παιδιών. Λειτουργεί Κατηχητικά Σχολεία, διδάσκει το λόγο του Θεού με θέρμη, γίνεται αγαπητός σε όλα τα παιδιά των Σχολείων.  Γράφει τις  εγκυκλίους του Μητροπολίτου Ιεροθέου, τον ακολουθεί  σε όλες τις περιοδείες. Παραμένει συνεχώς στα Γραφεία της Μητροπόλεως  και εργάζεται για την διεκπεραίωση των υποθέσεών της. Ο Επίσκοπος Ιερόθεος τον αγαπά πάρα πολύ και είναι το στήριγμά του.

Ο Δημήτριος Πούλος μαθητής Γυμνασίου, αριστερά.

 Μετά την εκλογή του αδελφού του Κωνσταντίνου σε Μητροπολίτη Διδυμοτείχου και Ορεστιάδας, ο Επίσκοπος Ιερόθεος προκειμένου να αναπληρώσει τη θέση  του Πρωτοσύγκελου προχώρησε σε χειροτονία,  το Δημήτριο. Έτσι  γράφτηκε στην Ιερά Μονή Μυρτιάς Τριχωνίδας και η κουρά του έγινε στον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος Μεσολογγίου στις 23 Νοεμβρίου 1957. Το όνομα που έλαβε ήταν Καλλίνικος. Την επόμενη ημέρα 24 Νοεμβρίου και στον ίδιο Ναό χειροτονήθηκε Διάκονος από τον αδελφό του Επίσκοπο Κωνσταντίνο. Η φήμη του Καλλινίκου είχε φθάσει σε όλο το Νομό.

Ακολούθησε η χειροτονία του σε Πρεσβύτερο και η προχείρισή του σε Αρχιμανδρίτη έγινε μετά από μια εβδομάδα,  την 1 Δεκεμβρίου 1957, στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Αγρινίου. 

Ως Πρωτοσύγκελος έχει περισσότερες ευθύνες.  Ο Μητροπολίτης Ιερόθεος  προσβάλλεται  από  καρκίνο και  τον περισσότερο καιρό βρίσκεται για θεραπεία στην Αθήνα. Ο Καλλίνικος τώρα γίνεται η ψυχή και η καρδιά της Μητροπόλεως. Η  αγάπη του για την Εκκλησία είναι μεγάλη και πραγματική.  Οι σχέσεις του με τον Ιερόθεο ήταν άριστες, η προσωπικότητα του Επισκόπου τον επηρέασε πάρα πολύ.  Δύο χρόνια πριν την κοίμησή του έγραφε για τα  προσόντα και τα χαρίσματα που είχε ο Πρωτοσύγκελός του:

«Από της 31ης Ιουλίου 1942 μέχρι του διορισμού του ως Πρωτοσυγκέλου διετέλεσε Γραμματεύς της Ιεράς Μητροπόλεως επιδειξάμενος εξαιρετικήν διοικητικήν και επιστημονικήν ικανότητα και έκτακτον δραστηριότητα και αφοσίωσιν εις το καθήκον, εργατικός και εν τοις Γραφείοις και εκτός αυτών ως Ιεροκήρυξ εν τοις Ιεροίς Ναοίς Πόλεων και υπαίθρου, εν Φυλακαίς και εν τω Στρατεύματι ομιλών ου μόνον κατά τας Εορτάς, αλλά πολλάκις και κατά τας καθημερινάς, έχει δε το εξαιρετικόν χάρισμα να ενθυμήται τα Ιερά Κείμενα και να χρησιμοποιή αυτά κατά την διαλάλησιν του λόγου του Θεού, μελετηρός, ανώτερος χρημάτων και προσεκτικός εις την ζωήν του».


Ο Δημήτριος Πούλος με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αιτωλίας & Ακαρνανίας Ιερόθεο

Στις 12 Μαΐου 1961 μετά από πολύμηνη ταλαιπωρεί με τον καρκίνο,  εκοιμήθει ο Μητροπολίτης Ιερόθεος. Τώρα ο Καλλίνικος καλείται να δείξει  περισσότερο  ενδιαφέρον για την λειτουργία της Μητροπόλεως, έτσι και έγινε.  Ο Ιερόθεος όρισε τον Καλλίνικο και εκτελεστή της Διαθήκης του.

Τοποτηρητής, της Μητροπόλεως ορίζεται από την Ιερά Σύνοδο ο Μητροπολίτης Άρτας Ιγνάτιος. Ο οποίος παρέμεινε μέχρι το Νοέμβριο του 1965 όπου και έγινε η  τοποθέτηση του νέου Μητροπολίτη  Θεόκλητου Αβραντινή. Στο διάστημα αυτό ο Καλλίνικος συνεργαζόταν άριστα με τον Ιγνάτιο ο οποίος τον χειροθέτησε Πνευματικό και σε σχετικό πιστοποιητικό του γράφει:

«Ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης κ. Καλλίνικος Πούλος κατά το χρονικόν διάστημα της από 12ης Μαΐου 1961 μέχρι της 20-11-1965, καθ' ό διετέλεσα Τοποτηρητής της Θεοσώστου Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας, υπηρέτησεν ως Πρωτοσύγκελλος αυτής ανταποκριθείς πλήρως εις τα εαυτού καθήκοντα, επιδείξας εξαιρετικήν διοικητικήν δράσιν, αναπληρώσας με θαυμαστώς εις τα καθήκοντά μου.

Ο διαληφθείς Πρωτοσύγκελλος ανέπτυξεν εξαιρετικήν και απαράμιλλον θρησκευτικήν, κατηχητικήν, κηρυκτικήν και κοινωνικήν δράσιν ηγούμενος της συντελεσθείσης εκείσε καθ' όλου Εκκλησιαστικής και Χριστιανικής κινήσεως, διακρίνεται δε δι' αγιότητα βίου και ανεπίληπτον συμπεριφοράν και απολαύει βαθείας εκτιμήσεως παρά τω Κλήρω και τω Λαώ της ανωτέρω Μητροπολιτικής Περιφερείας».

Ο νέος Μητροπολίτης Θεόκλητος, κατάλαβε ότι ο Καλλίνικος είχε πολλά χαρίσματα και έτρεφε μεγάλη αγάπη και εκτίμηση στο πρόσωπό του. Τον διατήρησε στην ίδια  θέση με όλες τις αρμοδιότητες που είχε προηγουμένως. Ήταν ο Συν επίσκοπός του, όπως συνήθιζε να λέει για τον Καλλίνικο. Έτσι βλέπουμε τον Καλλίνικο να συνεργάζεται άριστα με τρείς Επισκόπους, τον Ιερόθεο, τον Ιγνάτιο και τον Θεόκλητο. Μετά από δύο χρόνια άψογης συνεργασίας, ο Μητροπολίτης Θεόκλητος διαβιβάζει στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών τα σχετικά δικαιολογητικά για την εγγραφή του Καλλινίκου στον κατάλογο προς Αρχιερατεία και μερίμνησε να τοποθετηθεί  το όνομά του και στον κατάλογο των εκλόγιμων Επισκόπων.

Στο πιστοποιητικό μεταξύ των άλλων γράφει: «… έχει ορθώς και υγιώς περί την πίστιν, διακρίνεται δια την σύνεσιν αυτού, δια το ακέραιον και ανεπίληπτον του ήθους και δια την αφιλοχρηματίαν και παρουσιάζει αγιότητα βίου…καθ' όλον το διάστημα της υπηρεσίας του επεδείξατο εξαιρετικήν διοικητικήν και επιστημονικήν ικανότητα, προσήλωσιν εις το καθήκον, επιπροσθέτως δε εξαιρετικήν θρησκευτικήν, κατηχητικήν, κηρυκτικήν και κοινωνικήν δράσιν. Η δραστηριότης του ανωτέρω μη περιοριζομένη εις τα πολλαπλά διοικητικά του καθήκοντα επεξετείνετο αξιοζηλεύτως και εκτός των Γραφείων της Ιεράς Μητροπόλεως. Διετέλεσε τακτικός Ιεροκήρυξ εν ταις ενταύθα Φυλακαίς και εν τω εν Μεσολογγίω εδρεύοντι Κέντρω Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων Μεσολογγίου... Υπήρξε τακτικός Ιεροκήρυξ του Ραδιοφωνικού Σταθμού Μεσολογγίου…

Ο ρηθείς Αρχιμανδρίτης διαλαλεί τον Θείον Λόγον από του έτους 1941 εν Πόλεσι, Κωμοπόλεσι και χωρίοις… Κατά το διάστημα της Αρχιερατείας μου εγνώρισα τον άνω Κληρικόν και ανέταμον την ψυχήν αυτού, πεισθείς απολύτως περί των άνω Πνευματικών και ψυχικών προσόντων του, όστις κατέστη πολυτιμότατος και δυσαναπλήρωτος συνεργάτης μου, ούτινος η σύνεσις είναι αξιομίμητος…ο εκλεκτός ούτος Εργάτης του Ευαγγελίου έχει ήθος εξαιρετικόν, χαρακτήρα αδαμάντινον και ότι εξάπαντος θα ευδοκιμήση και τιμήση με την Χάριν του Αγίου Θεού το Αρχιερατικόν Αξίωμα, δι' ό και τον προτείνομεν».

Τον Καλλίνικο εκείνη την εποχή, Κλήρος και λαός τον εκτιμούσαν πάρα πολύ και ήθελαν  να ανέλθει σε Επισκοπικό θρόνο, γι΄αυτό το λόγο έστειλαν προς την Ιερά Σύνοδο επιστολές που επαινούσαν τον Πρωτοσύγκελο για τις δραστηριότητες του και τα χαρίσματά του αλλά και ως Άξιο Κληρικό. 

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, προεδρεύοντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου,  συνεδριάζει στις 24 Ιουνίου 1967 για να εκλέξει Επισκόπους σε Μητροπόλεις ανά την Επικράτεια.  Ο Αρχιμανδρίτης  Καλλίνικος Πούλος τοποθετείται Μητροπολίτης στην Ιερά Μητρόπολη Εδέσσης και Πέλλης. Η χειροτονία του έγινε την Κυριακή 25 Ιουνίου του ιδίου έτους,  στον Ιερό Ναό του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, προεξάρχοντος του Μητροπολίτου Τρίκκης και Σταγών Διονυσίου, συμπαραστατούμενος  των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Διδυμοτείχου Κωνσταντίνου, Αιτωλίας και Ακαρνανίας Θεοκλήτου, Κυθήρων Μελετίου, Κασσανδρείας Συνεσίου και Άρτας Ιγνατίου. Την ίδια ημέρα έγινε η χειροτονία και των Μητροπολιτών, Φλωρίνης Αυγουστίνου, Χίου Χρυσοστόμου και Περιστεράς Ηλία.

 


Ο Καλλίνικος στον Επισκοπικό Θρόνο κατά την χειροτονία του, 1967.

Στο  λόγο του ο Καλλίνικος μεταξύ των άλλων είπε:

 «…Συγχρόνως η παρούσα είναι και ημέρα αναλήψεως τεραστίων ευθυνών. Αι τίμιαι χείρες της Υμετέρας Σεβασμιώτητος εναποθέτουν επί των ώμων μου φορτίον βαρύτατον, βράχον πελώριον, όρος ογκώδες.

Η Αγία Εκκλησία με τοποθετεί εις την πρώτην γραμμήν του Πνευματικού Πυρός ου μόνον να πολεμήσω, αλλά και να ηγηθώ αγώνων Πνευματικών, να οδηγήσω τον Λαόν Κυρίου εις νίκας… Πνευματοκίνητοι Πατέρες, δοχεία του Παναγίου Πνεύματος, έτρεμον το της Αρχιερωσύνης Αξίωμα και ανεχώρουν δια την έρημον αναλογιζόμενοι τας υποχρεώσεις εκ της Αρχιερωσύνης. Τί να είπω ο ελάχιστος εγώ… Η αγάπη μου μετά πάντων υμών εν Χριστώ Ιησού. Αμήν».

Η ενθρόνιση έγινε στον Καθεδρικό Ιερό Ναό της Αγίας Σκέπης στην Έδεσσα, έδρα της Μητροπόλεως, την Κυριακή 16 Ιουλίου 1967 στις 5 το απόγευμα. Στην είσοδο της Πόλης τον υποδέχθηκαν, ο πρώην Μητροπολίτης Διονύσιος, ο Κλήρος, οι Πολιτικές και Στρατιωτικές Αρχές, ο Νομάρχης, το Δικαστικό Σώμα και πλήθος πιστών ενώ τμήμα Στρατού απέδιδε τιμάς. Τον νέο Ποιμενάρχη τον προσφώνησε ο Τοποτηρητής της Μητροπόλεως Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πιερράκος καθώς και ο αναπληρωτής Δημάρχου κ. Κοκκινίδης.

Ακολούθησε  η προσφώνηση του Μητροπολίτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Θεοκλήτου. Ο οποίος μεταξύ των άλλων τόνισε: « …Αυτήν την στιγμήν ως εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και ως Ποιμενάρχης της ευάνδρου Ρούμελης και της Ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου, είμαι επιφορτισμένος με το Ιερόν χρέος να σάς προσφέρω και να σάς παραδώσω ενθρονίζων έναν πολύτιμον μαργαρίτην και ακαταπόνητον εργάτην της πρώτης, ου μην αλλά και εκλεκτόν βλαστόν της ετέρας...  Ημείς που τον ζήσαμε και γνωρίσαμε την αξίαν του είμεθα πεπεισμένοι ότι θα κρατήση γερά την έπαλξι που του ενεπιστεύθη ο Θεός. Εις σάς απομένει να τον δεχθήτε ως πατέρα, αδελφόν και φίλον, ως ποιμενάρχην και διδάσκαλον…».

Ο Μητροπολίτης Καλλίνικος στον ενθρονιστήριο λόγος του μεταξύ των άλλων είπε: «Σεβασμιώτατοι εν Χριστώ Αδελφοί… Εάν πάντες οι άνθρωποι οφείλουν, όπως και πράγματι οφείλουν, να ευγνωμονούν τον Θεόν, πολύ περισσότερον είναι υποχρεωμένος, να δοξάζη το υπερύμνητον Όνομα αυτού, ο ενώπιον υμών εμφανιζόμενος, ο απεσταλμένος Κυρίου προς διαποίμανσιν των λογικών προβάτων της Ιεράς ταύτης Μητροπόλεως…

Μετά τον Θεόν ευχαριστώ και τα όργανα του Θεού… ευχαριστώ τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ. Θεόκλητον δια την στενωτάτην συνεργασίαν εν τω Αμπελώνι του Κυρίου, δια τας πολλάς εκδηλώσεις της αγάπης του προς το πρόσωπόν μου, δια την πλήρη εμπιστοσύνην αυτού εις την ταπεινότητά μου…Ο Κύριος ας αποδώση αυτώ εκατονταπλασίονα ανθ' ών υπέρ εμού έπραξε και ας περιφρουρή αυτόν, ίνα επί έτη μακρά ποιμαίνη το λογικόν ποίμνιον της ιδιαιτέρας μου Πατρίδος… Ευχαριστώ και πάντας τους συνελθόντας εις την χαράν ταύτην και παρακαλώ τον Άγιον Θεόν, ίνα επιδαψιλεύη αυτοίς ουράνια και επίγεια δωρήματα… Καλούμαι να αγρυπνώ, να εποπτεύω, να επισκοπώ, να παρατηρώ, να παρακολουθώ τα λογικά πρόβατα…».


Οι γονείς και τα αδέλφια του Αγίου Καλλινίκου την ημέρα της χειροτονίας του, 1967.

Από την νέα του θέση συνέχισε το έργο των προκατόχων του και το έργο των Επισκόπων που στήριξαν την Ορθοδοξία, τον  Ελληνισμό, στα μαρτυρικά χώματα της Μακεδονίας μας. Η εργατικότητά του, η θερμή πίστη του, η αφιλοχρηματία του, η συμπαράστασή του σε κάθε ανάγκη που είχαν οι πιστοί Χριστιανοί της Μητροπόλεώς του, τον έκαναν αξιαγάπητο και σεβαστό. Εποίμανε επί δεκαεπτά χρόνια τη Μητρόπολη Εδέσσης. Αγαπούσε το χωριό του τη  Δερβέκιστα - Ανάληψη Θέρμου,  κάθε χρόνο, στις 29 Αυγούστου εορτή του Τιμίου Προδρόμου,  και  την 1η Νοεμβρίου,  ερχόταν για να γιορτάσει μαζί με τους δικούς του ανθρώπους τον τοπικό μας  Άγιο Ιάκωβο τον Νεομάρτυρα μετά των συναθλητών αυτού Ιάκωβο και Διονύσιο. Το μεσημέρι μετά τη Θεία λειτουργία, όλο το Πουλαίϊκο σόι έτρωγε στο πατρικό τους σπίτι. Ήταν όλοι τους χαρούμενοι που είχαν τον Καλλίνικο μαζί τους.


Αναμνηστική έξω από τον Ιερό Ναό του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου μετά την ενθρόνιση του. Διακρίνονται οι Μητροπολίτες, ο αδελφός του Κωνσταντίνος και ο Θεόκλητος άλλοι ιερείς και πολλοί Μεσολογγίτες, 1967.

 Τον Ιανουάριο του 1984 ο  εκλεκτός  αυτός  Ιεράρχης πάσχει  από κακοήθη όγκο στο κεφάλι και  ο γιατρός του είπε ότι θα πρέπει να πάει στην Αγγλία για εγχείρηση. Ο Καλλίνικος όμως δεν μπορεί να ανταποκριθεί οικονομικά και λέει στους συνεργάτες του ότι έχει κουράσει πολύ τους δικούς του που πάντοτε τον βοηθούσαν. Τελικά τα έξοδα της νοσηλείας του καλύφθηκαν από τους δικούς του ανθρώπους.

 Στις 23 Ιανουαρίου 1984, συντάσσει την διαθήκη του, συνοπτικά αναφέρουμε: «… Όταν με καλέσει ο Κύριος, επιθυμώ να ταφώ εις την Έδεσσαν, όπισθεν του Ιερού Ναού του Κοιμητηρίου… φέρετρον να χρησιμοποιηθεί απλούν και ταπεινόν, απλούς και απέριττος να είναι ο τάφος μου… ουδείς στέφανος να κατατεθεί… επικήδειοι να μην εκφωνηθούν… ακίκητον περιουσίαν δεν έχω… χρήματα δεν έχω…η βιβλιοθήκη μου να μείνει εις την Ιεράν Μητρόπολιν… εκφράζω την βαθυτάτην ευγνωμοσύνην μου προς τους συνεργάτες μου και τους κατά σάρκα και πνεύμα αδελφούς μου δια παν ό,τι  προσέφερον εις την ταπεινότητά μου. Ιδιαιτέρως ευχαριστώ τον αδελφόν μου Κωνσταντίνον με τον τίμιον ιδρώτα του οποίου εσπούδασα… Τέλος εκφράζω εκ των μυχίων της καρδίας μου την άπειρον ευγωμοσύνην μου προς τον Τριαδικό Θεόν ημών, διότι είμαι Ορθόδοξος  Χριστιανός εκ γονέων Ορθοδόξων Χριστιανών… και ανέθεσεν εις την ελαχιστότητά μου την διαποίμανσιν λαού εκλεκτού και ευσεβούς…» 

Στους επτά μήνες νοσηλείας του, στο Λονδίνο και στην Αθήνα ήταν μαζί του το πνευματικό του παιδί, ο Αρχιμανδρίτης και νυν Μητροπολίτης της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος, ο οποίος και του έκλεισε τα μάτια όταν κοιμήθηκε ο Γέροντάς του,  την 7η Αυγούστου 1984.


Ο Μητροπολίτης Καλλίνικος στο Νοσοκομείου Κληρικών Ελλάδος, λίγες μέρες πριν την κοίμηση του, με τον τότε Αρχιμανδρίτη και νυν Μητροπολίτη Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, 1984.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Ιερόθεος έγραψε όλη την ζωή του μακαριστού Καλλινίκου με κάθε λεπτομέρεια στο βιβλίο του με τίτλο: Κόσμιμα της Εκκλησίας – βίος και πολιτεία «του ταπεινού και πράου Επισκόπου κοσμήσαντος την Εκκλησίαν του Χριστού» αειμνήστου Μητροπολίτου Εδέσσης Καλλινίκου. Γράφει για τα δεκαπέντε χρόνια που ήταν μαζί του,  «…ο αείμνηστος Μητροπολίτης Εδέσσης Πέλλης και Αλμωπίας κυρός Καλλίνικος, τον οποίο είχα την μεγάλη ευλογία από τον Θεό να έχω πνευματικό πατέρα, από τα τίμια χέρια του οποίου έλαβα την ιερωσύνη και ο οποίος με εισήγαγε στην εκκλησιαστική ζωή, υπήρξε, κατά κοινή ομολογία, ένας δημιουργικός και αθόρυβος Ιεράρχης. Επειδή ήταν αθόρυβος, γι’ αυτό και ήταν δημιουργικός…   άφησε μνήμη πράου, ησύχου, προσηνούς, σώφρονος, σεμνού, αγαθού και Αγίου Επισκόπου...».


Το Ιερό σκήνωμα του Αγίου Καλλινίκου στο μέσον του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού της Αγίας Σκέπης Εδέσσης

Αναφέρεται επίσης, στο βίο και την πολιτεία του, στο οικογενειακό περιβάλλον, την νηπιακή και  παιδική του ζωή, την φοιτητική  και την στρατιωτική του ζωή, την χειροτονία του σε Διάκονο και Πρεσβύτερο και την εκλογή του σε Μητροπολίτη Εδέσσης.

Στην εξόδιο ακολουθία, που έγινε στις  10 Αυγούστου 1984 στον Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Σκέπης στην Έδεσσα, έλαβαν μέρος 29 Επίσκοποι,  εκατοντάδες Ιερείς και χιλιάδες λαού από όλα τα μέρη της Ελλάδος που συνόδευσαν,  τον φλογερό αυτό Επίσκοπο,  που σκόρπιζε πάντα φως και ελπίδα, στην στερνή του κατοικία.

Ο Καλλίνικος , ήταν ένας ακάματος Εργάτης του Ευαγγελίου, πάμπτωχος σε όλη του τη ζωή, αυτοδημιούργητος, δεν γνώρισε χλιδή, ούτε αγάπησε ποτέ την πολυτέλεια, ήταν προσηλωμένος στην Μοναχική ζωή, ήταν ο πτωχότερος Επίσκοπος της εποχής.


Ο τάφος του Αγίου Καλλινίκου στο Δημοτικό Κοιμητήριο Εδέσσης

Η διαθήκη του είναι ένα μνημείο εκκλησιαστικού ήθους. Πάντα λιτός στην τροφή του, στην ενδυμασία του «ανάξιος Μοναχός» όπως έλεγε. Αγωνίσθηκε για μια αξιοπρεπή εμφάνιση της Εκκλησίας, δεν ενδιαφερόταν για παράσημα και τιμητικές εκδηλώσεις. Οι νεότεροι θα πρέπει να ταυτίζουν την πορεία του με την γνήσια πίστη, την ανυπόκριτη αγάπη, την διαυγή συμπεριφορά και ότι άλλο που συνθέτει τον Άνθρωπο του Θεού.

Αυτός ήταν ο Καλλίνικος Πούλος, το αγνό και ταπεινό χωριατόπουλο, που υπηρετούσε υπάκουα τον παππούλη του στο Ιερό Βήμα, ήταν το άκακο πρόβατο του Χριστού μας. Ο Άγιος Επίσκοπός μας να μας ευλογεί από τον ουρανό όπου βρίσκεται η Άγια ψυχή του.

 

  

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο