Αδάμης Ευθύμιος (Φιλόλογος – Αρχαιολόγος)
Το αρχαίο Αγρίνιο
Η προέλευση του ονόματος
Η ονομασία «Αγρίνιο» παραπέμπει μυθολογικά στον βασιλιά των Αιτωλών, Άγριο, αδελφό του Οινέα (ευρετή του οίνου, βασιλιά της Καλυδώνας και παππού του Διομήδη (Ιλιάδα, Ξ 115/7, «Άγριος, Μέλας και Οινεύς»), όπως επίσης, στο αιτωλικό φύλο των Αγραίων,...
στη χώρα τους την «Αγραία», ενώ σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο λέγονταν και Αγραείς. Αναφέρονται, επίσης από τον Θουκυδίδη (Γ΄ 106, 111, 114), ως σύμμαχοι των Σπαρτιατών στον Πελοποννησιακό πόλεμο (έχουν βασιλιά τον Σαλύνθιο) και ως αιτωλικό φύλο από τον γεωγράφο Στράβωνα (Γεωγραφικά Ι΄ ΙΙ. 5 και ΙΙΙ. 6). Κατοικούσαν παράπλευρα στη ροή του Αχελώου (ανάμεσα στον Αχελώο και Αγραφιώτη, «Αγραίο» αρχ. ονομασία) σε μια ζώνη που έφτανε μέχρι τη Στράτο, το Αγρίνιο ίσως μέχρι τον χείμαρρο Ερημίτσα (ανατολικά).Η
ονομασία του φύλου (Αγραίοι) ετυμολογικά παραπέμπει στην «άγρα» δηλαδή το
κυνήγι και στο επίθετο «ἀγραῖος, -α, -ον» που συνοδεύει τον Απόλλωνα και την Άρτεμη
αφού η περιοχή τους θα παρείχε με βεβαιότητα πλούσιο κυνήγι (άγρα), ανέπτυξαν
τοπικές λατρείες, γιορτές και έκτισαν ιερά ενώ διατήρησαν την πανάρχαια σχέση
με το κυνήγι και την φύση.
Ενδέχεται βέβαια η πόλη κατά την εκτίμηση μελετητών να προέκυψε από μεταγενέστερες
τοπικές λατρείες (είτε του «Αγρίου Απόλλωνα» (θεού του κυνηγιού), είτε του
«Αγριωνίου ή Αγρίου Διονύσου») και αυτό ίσως συνέβη μετά την ανάπτυξη της
λατρείας και ενδεχομένως με την εγκατάσταση κατοίκων σε ήδη γνωστούς χώρους
κοινής λατρείας εάν όντως υπήρξε κάποιο τοπικό ιερό ή χώρος τέλεσης κοινών
ιεροπραξιών αγροτικής λατρείας.
Συνεπώς οι κάτοικοι της
αρχαίας πόλης του Αγρινίου σχετίζονται φυλετικά μαζί τους, αφού μνημονεύονται
ως «Αγρινιείς» π.χ. ο Υβρίστας, Βουλάρχου, στρατηγός των Αιτωλών,
είναι «Αγρινιεύς».
Πότε
εμφανίζεται η πολιτεία του Αγρινίου στις πηγές;
Μια σημαντική μαρτυρία για την πόλη έχουμε από το Διόδωρο το Σικελιώτη(19. 67.4) και αναφέρεται στα γεγονότα μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, όταν οι Αιτωλοί εμπλέκονται στις διενέξεις των διαδόχων και η αυξανόμενη δύναμη της Συμπολιτείας προκαλεί τριβές με τους γείτονες και τους Μακεδόνες. Μαθαίνουμε λοιπόν ότι οι Ακαρνάνες κατέλαβαν το Αγρίνιο το 321 π.Χ. ίσως επειδή αυτοί κατείχαν τις Οινιάδες και αργότερα, το 314 π.Χ., όταν ο Κάσσανδρος ήλθε στην Αιτωλία, θέλοντας να ενισχύσει τους Ακαρνάνες, έναντι των Αιτωλών που συντάχτηκαν με τον Αντίγονο, τους συμβούλευσε να εγκατασταθούν σε οχυρές πόλεις. Μάλιστα οι Δεριείς ή Δηριείς εγκαταστάθηκαν στο κατακτημένο Αγρίνιο, γεγονός που αποδεικνύει ότι, την εποχή αυτή, η πόλη ήταν οχυρωμένη. Λίγο μετά την αποχώρηση του Κάσσανδρου, η πόλη πολιορκήθηκε από τους Αιτωλούς και παραδόθηκε, όμως οι Αιτωλοί εξόντωσαν τους Δεριείς. Το επόμενο έτος, το θέρος του 313 π.Χ. ο Κάσσανδρος στέλνει τον αδελφό του Φίλιππο, με στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες ενώθηκαν με τους Ακαρνάνες και κατέστρεψαν την πόλη, η οποία όμως εμφανίζεται ξανά στο ιστορικό προσκήνιο, ακόμη πιο ισχυρή.
Αυτό πληροφορούμαστε στην αναφορά του
Πολύβιου (Ιστορίαι 5.7.7) η οποία
αφορούσε τη διαδρομή
του Φιλίππου του Ε΄ το 218 π.Χ. κατά την
εισβολή του στις περιοχές
της Αιτωλίας όπου για να καταστρέψει το
Θέρμο, την πρωτεύουσα των Αιτωλών, ακολουθεί από την Ακαρνανία μια πορεία, που
αποκαλύπτει την θέση της αρχαίας πολιτείας: «Διαβάς δε Φίλιππος τον Αχελώον
ποταμόν, … παρήει δε εκ μεν ευωνύμων απολείπων Στράτον, Αγρίνιον, Θεστιείς, εκ
δε δεξιών Κωνώπην, Λυσιμαχίαν, Τριχώνιον, Φοίτεον». Δηλαδή περνώντας
τη Στράτο και τον Αχελώο (για
να μπει στην λεκάνη
των δύο λιμνών ) αφήνει στα
αριστερά του πρώτα το Αγρίνιο, αφού περάσει το
ποτάμι και μετά
τους Θεστιείς… Άραγε δεν μπορούσε εύκολα να καταλάβει μια
καλοτειχισμένη πόλη όπως είναι το Αγρίνιο και πιθανόν στο τέλος του 3ου
αι αλλά και του 2ου αι είναι, ίσως, αρκετά δυνατή.
Ως προς αυτό, έχει σημασία να παρατηρήσουμε ότι
στον κατάλογο των Αιτωλών Στρατηγών ο οποίος έχει συνταχθεί από τον GunderKlaffenbach (Γερμανό Επιγραφολόγο), διαπιστώνουμε ότι τον 2ο αι π.Χ.
απογράφονται δύο στρατηγοί με καταγωγή από το Αγρίνιο :
165/164
ΥβρίσταςΒουλάρχουΑγρινιεύς
143/142
Σάτυρος Ανδρονίκου Αγρινιεύς
Α΄(θητεία)
136/135
Σάτυρος Ανδρονίκου Αγρινιεύς
Β΄(θητεία)
129/128
Σάτυρος Ανδρονίκου Αγρινιεύς
Γ΄(θητεία)
Φαίνεται λοιπόν ότι τον 2ο αιώνα το Αγρίνιο αποτελεί μια πολιτεία που έχει παρέμβαση στα κοινά παρότι βρισκόμαστε στο τέλος της Συμπολιτείας (τυπικά υπάρχει) όμως έχει ενδιαφέρον ότι μια αιτωλική πεδινή πόλη εκπροσωπείται στο αξίωμα του στρατηγού η οποία στη συνέχεια σταδιακά ξεχνιέται.
Όσον
αφορά την υπόλοιπη της πορεία στο χρόνο, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να
μιλήσουμε γι’ αυτή, δηλαδή τι συμβαίνει μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση και μετά την
δημιουργία της Νικόπολης, αφού πολλές πολιτείες στη δυτική Ελλάδα συρρικνώθηκαν γιατί οι κάτοικοί τους
μεταφέρθηκαν εκεί, όμως σκοτάδι υπάρχει και κατά την βυζαντινή περίοδο διότι
απουσιάζουν οι πηγές, βέβαια πολλά δείχνουν ότι παρότι δεν απετέλεσε σημαντική
πόλη διατήρησε κατοίκους αφού ναοί όπως η Αγία Τριάδα του Μαύρικα (9ος
αι) τόσο κοντά στην αρχαία της θέση, όσο και η βασιλική της Κοίμησης της
Θεοτόκου της Μεγάλης Χώρας (6ος αι) ένας επιβλητικός κοιμητηριακός
ναός, εξίσου κοντά, αλλά και ευρήματα
από τον αρχαιολογικό χώρο οι δύο πλάκες όπου η μια απεικονίζει λιοντάρι
όπως τα ανάλογα βυζαντινά (με σηκωμένη την ουρά και τη γλώσσα έξω) και η άλλη
δύο φίδια (ΜαστροκώσταςΕυθ. Αρχ. Δελτίο 22/1967), επίσης στη θέση «Ψηλή Παναγιά», κοντά στη
Μεγάλη Χώρα, ανασκάφηκαν και λείψανα από ρωμαϊκή έπαυλη, με λουτρά και ψηφιδωτά
δάπεδα, αλλά και στο Αγρίνιο βρέθηκε τμήμα από βυζαντινό πινάκιο,
ενώ στην ευρύτερη περιοχή βρέθηκαν νομίσματα, όλα αυτά αποδεικνύουν ότι η
κατοίκηση συνεχίστηκε αν και οι θέσεις των οικισμών, δίπλα ακριβώς στο αρχαίο
Αγρίνιο, έγιναν πλέον δύο το Ζαπάντι (Μεγάλη Χώρα, ένας οικισμός που συστήνεται
τον 13ο αι) και το Βραχώρι που σημαίνει ότι η πόλη εγκαταλείφθηκε ή
καταστράφηκε. Αυτές τις δύο συναντάμε
την περίοδο της Τουρκοκρατίας, μάλιστα το Βραχώρι εξελίχτηκε σε ισχυρό
διοικητικό κέντρο των Τούρκων ιδίως μετά το 1684. (και στο σημερινό Αγρίνιο
π.χ. στην οδό Δεσποτάτου Σμύρνης, Μαρία Κάλλας … βρέθηκαν κατάλοιπα)
Η πολιτεία του Βραχωρίου απελευθερώθηκε την 11η
Ιουνίου 1821, μετά από πολιορκία και συνθηκολόγηση και σύντομα, το 1836, άλλαξε
το όνομα της σε Αγρίνιο, ενώ γρήγορα αναδείχτηκε σε σημαντικό οικονομικό κέντρο της Δυτικής
Ελλάδας.
Κατά τον Μεσοπόλεμο, όταν η πόλη ευημερούσε
οικονομικά λόγω του καπνεμπορίου και το όνομά της έγινε γνωστό σε όλη την
Ελλάδα και στην Ευρώπη, πολλοί διακεκριμένοι πολίτες επιχείρησαν, μαζί με την
οικονομική ανάπτυξη, να προβάλουν το ιστορικό της παρελθόν αναζητώντας τα
κατάλοιπα από την αρχαία πολιτεία του Αγρινίου( μια έξυπνη πολιτική στόχευση).

Ο εντοπισμός
του αρχαίου Αγρινίου αποτέλεσε, αρχαιολογικά, μια δύσκολη διαδικασία γιατί η
θέση της σημερινής πόλεως δεν συντηρούσε εμφανή αρχαιολογικά κατάλοιπα και οι
μελετητές πρότειναν ως υποψήφιες διαφορετικές θέσεις. Έτσι, το 1927 με
χρηματοδότηση 80.000 δρχ. του δήμου (Παναγόπουλος) αλλά και 100.000 δρχ την
άλλη χρονιά, χρήματα των Αδελφών Παπαστράτου, ξεκινούν ανασκαφές από τον
αρχαιολόγο Ι. Μηλιάδη (Ο Μηλιάδης κάνει ανασκαφές στην περιοχή από το 1920)
όπου έρχονται στο φως ευρήματα και σε κοντινή περιοχή εντοπίζεται η
πολιτεία.
Πρόχειρο
σχεδίασμα του τείχους από τον αρχαιολόγο κ. Μηλιάδη
Από την έκθεση του Μηλιάδη (1928) (Πρακτικά της εν Αθήναις
Αρχαιολογικής Εταιρείας Τεύχος 1928, σελίδες 96 - 110), τα συμπεράσματα του
αρχαιολόγου Ρωμαίου (Αρχαιολογικό Δελτίο 1924-1925, Παράρτημα σελ.7-11) και τις
εκτιμήσεις μελετητών που αξιολόγησαν την θέση, προκύπτει ότι η πόλη
πράγματι εντοπίστηκε κοντά στον οικισμό Διαμανταίικα (νότια), δυτικά από τον
οικισμό του Αγίου Κωνσταντίνου, όπου ήρθε στο φως οχύρωση (αποσπασματικά
σωζόμενη) 12-15 σταδίων, δύο οικίες, αγορά(μια στοά μήκους 72μ με 11
καταστήματα), ναός (ναόσχημο κτίσμα), ακρόπολη (στο ύψωμα Δ) και νεκροταφείο
(νοτίως, έξω από την οχύρωση)…
|
|
Η θέση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον αφού απέναντι από αυτή, Βορείως του σημερινού οικισμού του Αγίου Κωνσταντίνου, στην κoρυφή του υψώματος, όπου βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας της Βλαχέρνας σώζεται αρχαίος πύργος, κυκλικής κάτοψης με διάμετρο 7μ κατασκευασμένος κατά ψευδοϊσόδομο τραπεζιόσχημο σύστημα (ονομαζόταν Παλιόπυργος ή Παλαιόπυργος), ο οποίος λειτουργούσε ως παρατηρητήριο και σημείο επικοινωνίας με την πόλη του Αγρινίου και γειτονικά σημεία εποπτικού ελέγχου.
Το 1992 με την δημοσίευση του ΦΕΚ 506/β/6-8-1992 «χαρακτηρίζεται» με σαφήνεια ο
προαναφερόμενος αρχαιολογικός χώρος, ως «Αρχαίο Αγρίνιο» ο οποίος
προσδιορίζεται γεωγραφικά με συντεταγμένες και τοπογραφικό διάγραμμα.
Αναφέρεται επίσημα ότι για την έκδοσή του ΦΕΚ ελήφθησαν υπόψη συγκεκριμένα
δεδομένα όπως σχετική εισήγηση (ομόφωνη), η υπ. αρ.3/26-6-92 Τ.Σ. Μνημείων ΝΔ
Ελλάδος, η οποία, όπως είναι λογικό, στηρίχτηκε στα ευρήματα και στην ερμηνεία
τους μετά τις ανασκαφές του Μηλιάδη (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής
Εταιρείας Τεύχος 1928, σελίδες 96 - 110), τα συμπεράσματα του Ρωμαίου (Αρχαιολογικό Δελτίο
1924-1925, Παράρτημα σελ.7-11) και τις εκτιμήσεις μελετητών που αξιολόγησαν την
θέση, μάλιστα ο χαρακτηρισμός του χώρου της αρχαίας πολιτείας συνοδεύτηκε από
συγκεκριμένες απαλλοτριώσεις (ΦΕΚ
190/24-3-79(Αγορά), ΦΕΚ 716/16-10-91, ΦΕΚ 214/4-3-94(Λόφος)) ενώ το περιεχόμενο
του ΦΕΚ 506 /β/6-8-92 ποτέ δεν
αναθεωρήθηκε με δημοσίευση επιστημονική. Πρόκειται λοιπόν για χώρο που επίσημα αποτυπώνεται στο αρχαιολογικό κτηματολόγιο με δύο θέσεις
ευρημάτων από τις παλαιότερες ανασκαφές, περιφραγμένες και απαλλοτριωμένες, και όπως όλοι
αντιλαμβανόμαστε η μη ανεύρεση κάποιου
επιγραφικού τεκμηρίου δεν συνιστά σήμερα ουσιώδη λόγο παραμέλησης, εγκατάλειψης
ή αποχαρακτηρισμού της συγκεκριμένης θέσης… (επιγραφικά ευρήματα που να
τεκμηριώνουν τη θέση δεν βρέθηκαν ούτε στις Μυκήνες, ούτε στην Τροία με
χιλιάδες επισκέπτες ετησίως!)
Ο
αρχαιολογικός χώρος σήμερα βρίσκεται παραμελημένος αφού δεν έγιναν προσπάθειες
να ενοποιηθούν οι επιμέρους ενότητες όπου έγιναν ανασκαφές και διαθέτουν εμφανή
κατάλοιπα. Παρότι περιέχει εμφανείς
δομές που αξίζουν να γίνουν γνωστές και
ν’ αποτελέσουν αντικείμενο επίσκεψης,
και γνώσης ο χώρος είναι υποβαθμισμένος.
Στο πλαίσιο αυτό, ομάδα 200 πολιτών, υπέβαλαν
αίτημα, αρχικά στο Δήμο Αγρινίου και στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας
προκειμένου να αναλάβουν ενέργειες για την ανάδειξη του χώρου, ενώ στη συνέχεια
υποβλήθηκε το αίτημα το Υπουργείο Πολιτισμού. Βασικά έθεταν το ζήτημα της
διαμόρφωσης του χώρου με την περιγραφή των καταλοίπων, την σύνδεση των δύο
θέσεων(αγοράς και λόφου) με την διεύρυνση των παράπλευρων αγροτικών δρόμων και
η διάνοιξη μικρού τμήματος (100 μέτρων μέχρι την παλαιά εθνική οδό) για
υπάρξει ενοποίηση των δύο επισκέψιμων
θέσεων (λόφου και αγοράς), τέλος να εκδοθεί ενημερωτικό φυλλάδιο εγκεκριμένο
από το Υπουργείο Πολιτισμού που να υπάρχει στον αρχαιολογικό χώρο και να
δίνεται στους επισκέπτες, να αναρτηθεί στο διαδίκτυο
(http://odysseus.culture.gr/), στην επίσημη ιστοσελίδα του Δήμου και να
αποσταλεί στα σχολεία της περιοχής.
Βιβλιογραφία
Διόδωρος
Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 19.
67.4
Θουκυδίδης
, Ιστορία, Γ΄ 106, 111, 114
Όμηρος, Ιλιάδα, Ξ 115/7,
Πολύβιος Ιστορίαι 5.7.7
Στέφανος Βυζάντιος, Εθνικά
Στράβων ΓεωγραφικάΙ΄ ΙΙ. 5 και
ΙΙΙ. 6
Αιτωλοακαρνανική και Ευρυτανική Εγκυκλοπαίδεια,
σελ 177-178.
Θ. Χαβέλλας Ιστορία των Αιτωλών, 1883
Κατωπόδης
Γεράσιμος, Αιτωλική Συμπολιτεία, 1990
ΜαστροκώσταςΕυθ. Αρχ. Δελτίο 22/1967
Κ.
Ρωμαίος, Αρχαιολογικό Δελτίο 1922, και 1924-1925
Παπατρέχας Γεράσιμος, Ιστορία του Αγρινίου, 1991
Πρακτικά
της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Τεύχος 1928.
ΣτεργιόπουλοςΚώσταςΗΑρχαίαΑιτωλία, 1939
Leake, Travels in Northern Greece




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο