Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Νίκος Θεοδ. Μήτσης : Καραπάνος Φώτιος (1770-1824)

Βουλευτής στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1821) και στη Β΄του Άστρους (1823), Μέλος του Βουλευτικού Σώματος (1822-1823), Γραμματέας του υπ. Πολέμου (1822), Έπαρχος Νάξου και Διοικητής Κυκλάδων, το άνθος της ελληνικής νοημοσύνης, ο οποίος και κατάγονταν από τη Ζάβιτσα (Αρχοντοχώρι) Ξηρομέρου Ακαρνανίας

 

 


 Η φωτογραφία, είναι η τυπογραφική αποτύπωση μιας λιθογραφίας του Δανού φιλέλληνα Adam Friedel που απεικονίζει τον Φώτιο Καραπάνο, ο οποίος υπήρξε αντιπρόσωπος της Ακαρνανίας στην Α΄ Εθνοσυνέλευση του 1821-1822 που έγινε στην Επίδαυρο τον πρώτο χρόνο της ελληνικής επανάστασης, συμμετείχε, ως μέλος, στην επιτροπή που συνέγραψε το πρώτο ελληνικό σύνταγμα και κατάγονταν από τη Ζάβιτσα το σημερινό Αρχοντοχώρι Ξηρομέρου της Ακαρνανίας. Επίσης, όπως αναφέρεται στο κείμενο κάτω από την προσωπογραφία, διατέλεσε εκτός από μέλος στο βουλευτικό Σώμα το 1822 και διοικητής της Νάξου το 1824. Ο Friedel το 1825 και 1826 εκτύπωσε και κυκλοφόρησε είκοσι τέσσερα λιθόγραφα πορτραίτα πολιτικών και στρατιωτικών αγωνιστών της ελληνικής επανάστασης, που είχε σχεδιάσει εκ του φυσικού και τα οποία λιθογράφησε και επιχρωμάτισε ο J. Bouvier. Περιέχεται σε συλλογή που βρίσκεται στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη-Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. (Πηγή: Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη), αλλά  και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Χαρακτικά, τεκμήριο 21.


Νίκος Θεοδ. Μήτσης 

 Καραπάνος  Φώτιος (1770-1824)



......

Κατάγονταν από τη διαπρεπέστερη Ακαρνανική οικογένεια των Καραπαναίων , γεννηθείς περί το 1770 στη Ζάβιτσα (νυν Αρχοντοχώρι ) Ξηρομέρου Ακαρνανίας και ήταν αδελφός με τον πεπαιδευμένο δάσκαλο και Λόγιο του ΙΗ και ΙΘ αιώνος, Κωνσταντίνο Καραπάνο, αλλά και, τους Πέτρο και Σπύρο Καραπάνο, αμφότεροι αδελφοί, ευπατρίδες της Ακαρνανίας και του Βραχωρίου (Αγρινίου) μετέπειτα, οι οποίοι διαβιούσαν στην περιοχή Καραπανέϊκα στο κέντρο του Αγρινίου. [Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς, τ.32, σελ.98 / περιοδικό ΠΑΝΔΩΡΑ, τ. ΙΖ΄, φύλλο 399, έκδ. 1866 / Κων/νου Κ. Σάθα, Βιογραφίαι των εν τοις Γράμμασι Διαπρεψάντων Ελλήνων, σελ.576, έκδ.1868 / Η Φύσις, Εγκυκλοπαιδικό Επιστημονικό Σύγγραμμα, φ.6 ,24 Μαΐου 1893/ Κων/νου Τριανταφυλλίδη, περιοδικό ΡΙΖΑ Αγρινίου, τεύχος 46, έκδοση 2002 / Νικολάου Μήτση , Λησμονημένοι Μαχητές, σελ.41, έκδοση από τον Σύλλογο Αρχοντοχωριτών Αθήνας το 1987 / περιοδικό Γλυκές Μνήμες Αγρινίου, 6 Δεκεμβρίου 2011 / εφημερίδα ΑΛΥΖΙΑ, φύλ.8, σελ. 3, έκδοση 2002].

Ως μέλος οικογένειας Λογίων και προεστών της Ακαρνανίας και με αυτή την «κληρονομιά», συνέβαλε τα μέγιστα στην έναρξη της επανάστασης του ΄21, συμμετέχοντας από θέσεις ευθύνης σε ανώτερα αξιώματα στο τότε νεοσύστατο ελληνικό κράτος, όπως :           

. Πληρεξούσιος στη Συνέλευση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος το 1821 στο Βραχώρι

. Πληρεξούσιος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822

. Βουλευτής Ακαρνανίας στο πρώτο Βουλευτικό Σώμα 1822-1823

. Αναπληρωτής Μινίστρος  Πολέμου, αλλά και μέλος στην Β΄ Εθνοσυνέλευση στο

  Άστρος το 1823

.  Έπαρχος Νάξου –Πάρου και Αντιπάρου 1823-1824 και , Διοικητής Κυκλάδων

. Παρασημοφορήθηκε  το 1837 με το Αργυρούν Αριστείο , έχοντας παράλληλα την πλήρη αναγνώριση από προσωπικότητες της εποχής, όπως οι: Δημήτριος Υψηλάντης, Γεώργιος Βαρνακιώτης, Γεώργιος Μαυρομμάτης, Θεόδωρος Νέγρης,   Παλαιών Πατρών Γερμανός, Γεώργιος Σισίνης, Ιωάννης Κωλέττης, Γιάννης Μακρυγιάννης, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Αναστάσιος Λοιδωρίκης, Ανδρέας Ζαΐμης, Ανάργυρος Πετράκης, Αναγνώστης Μοναρχίδης, Βενιαμίν Λέσβιος, Άνθιμος Γαζής, Γεώργιος Αινιάν, Πανούτσος Νοταράς, Δρόσος Μανσόλας και λοιπές  προσωπικότητες που διαδραμάτισαν σημαντικότατο ρόλο , στο άρτι νεοσυσταθέν, τότε , ελληνικό κράτος.

Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη Σχολή της Ζάβιτσας (Αρχοντοχώρι) ιδρυθείσα το 1765 υπό του Κοσμά του Αιτωλού (σημερινά ερείπια του Αγίου Αθανασίου Β.Α του χωριού) και ακολούθως φοίτησε στην Παλαμαία Σχολή στο Μεσολόγγι κοντά στον διαπρεπή δάσκαλο-Σχολάρχη της αναφερθείσης σχολής, Παναγιώτη Παλαμά (1722-1803) [Ματθαίου Κ. Παρανίκα, Σχεδίασμα περί της εν τω Ελληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων, έκδ.1867]. Δίδαξε στη Σχολή της Ζάβιτσας, της Κατούνας, στο Βραχώρι που ήδη είχαν κατέβει οι αδελφοί Καραπάνου από αρχές του 19ου αιώνος, αλλά και στη Βόνιτσα ως τα 1821 και γενικότερα στην Ακαρνανία, διαχέων ευκάρπως της παιδείας του τα νάματα μας αναφέρει περί αυτού, το 1866, ο Αραβαντινός. [ Παναγιώτη Αραβαντινού, Βιογραφική Συλλογή σοφών και Λογίων Ελλήνων, έκδοση 1866 / Περιοδικό ΠΑΝΔΩΡΑ , τ. ΙΖ΄, φύλλο 399, σελ.381, έκδοση 1866 ].  Στις 4-9 Νοεμβρίου 1821 έλαβε μέρος, ως εκπρόσωπος της επαρχίας Ξηρομέρου, στη Συνέλευση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας στο Μεσολόγγι, μαζί με τους επίσης Ξηρομερίτες Νικόλαο Θάνου (Επίτροπος του στρατηγού Γεωργίου Βαρνακιώτη), Επαμεινώνδα Μαυρομμάτη (Κατούνα), Γεώργιο Φαράντο (Μαχαλάς), Πέτρο Μπαμπινιώτη (Μπαμπίνη), Ιωάννη Μπάλμπη (Κατοχή), Πάνο Γουλιμή (Κατοχή).



Ο Φώτιος Καραπάνου ως Μέλος στη Συνέλευση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος 4-9 Νοεμβρίου 1821 στο Μεσολόγγι. [Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, Ανδρέου Ζ. Μάμουκα, τ. Α΄,1839 / Νικόλαου Πατσέλη, Οι πολιτικοί άνδρες της Ηπείρου, Ηπειρωτική Εστία, τ.ΣΤ,σελ.497, Ιωάννινα 1959 /Διονυσίου Α. Κόκκινου, τ. Β΄,σελ. 351]

Στις 19 Νοεμβρίου 1821 ο Καραπάνος , μαζί με τους πληρεξουσίους της Δυτικής Ελλάδος Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, Ιωάννη Κωλέττη, Φώτη Μπόμπορη, Αλέξανδρο Τσιμπουράκη και Σπυρίδων Κουρκουμέλη, έφθασε στην Πάτρα στο Αχαϊκό στρατόπεδο (εφημερίδα, Αχελώος 19 Νοεμβρίου 1821), δια να συνεχίσουν από εκεί την πορεία τους προς το Άργος. Εκεί οι δυτικοελλαδίτες πληρεξούσιοι υπέστησαν μια περιπέτεια. Οι ελληνικές δυνάμεις δέχθηκαν επίθεση από τον Γιουσούφ πασά και κατά την φυγή που επακολούθησε ο Μαυροκορδάτος και οι σύντροφοί του , έχασαν τις αποσκευές, αλλά και τα άλογά τους (Διον. Κόκκινου Ό.π.π). Και τον επόμενο μήνα, συμμετέχει ως πληρεξούσιος Δυτικής Χέρσου Ελλάδος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση  στην Επίδαυρο (20 Δεκ.1821- 15 Ιαν.1822), από την οποία διορίστηκε μέλος της Επιτροπής για την κατάρτιση του πρώτου Συντάγματος, μαζί με τους: Θεόδωρο Νέγρη, Γεώργιο Αινιάν, Δρόσο Μανσόλα, Ιωάννη Ορλάνδο, Πέτρο Σκυλίτζη, Αναγνώστη Μοναρχίδη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, Ιωάννη Κωλέττη, Π. Πατρών Γερμανό, Πανούτσο Νοταρά, Αθανάσιο Κανακάρη και τον Φιλέλληνα Γκαλίνα. (Διονυσίου Α. Κόκκινου, τ. Β΄,σελ.380 ), καθότι περιλαμβάνονταν στο άνθος της τότε ελληνικής νοημοσύνης στη Δυτική Ελλάδα κι όχι μόνον.

        


Ο Φώτης Καραπάνος, μέλος της Επιτροπής δια να συνθέσει τον Οργανισμό της Βουλής [ Παπαδόπουλος Νικόλαος. Τα κατά την κηδείαν του μακαρίτου Α. Ζαΐμη αποθανόντος της 4 Μαΐου του 1840, σελ. 16, Διονυσίου Α. Κόκκινου, τ. Β΄, σελ. 380]

Την 16η Ιανουαρίου 1822 εκλέχτηκε μέλος στο Βουλευτικό Σώμα, αποτελούμενο από 33 μέλη, μεταξύ των οποίων και οι γνωστές προσωπικότητες, όπως: Ανδρέας Ζαΐμης, Δημήτριος Υψηλάντης, Βενιαμίν Λέσβιος, Γεώργιος Σισίνης, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Σωτήρης Χαραλάμπης, Ιωάννης Σκανδαλίδης, Νικόλαος Πονηρόπουλος κλπ

        


      Τα ονόματα του Βουλευτικού Σώματος το 1822-3 (ΑΕΠ,τ.12ος, σελ.266)

        


                  



Οι υπουργοί του Πολέμου και οι  αντ΄ αυτού υπογράφοντες. Μεταξύ των γνωστών ονομάτων που διετέλεσαν υπουργοί Πολέμου, όπως οι : Ιωάννης Κωλέττης, Χριστόφορος Περραιβός, Διονύσιος  Μούρτζινος, Αναγνώστης Παπαγεωργίου, διακρίνεται και αυτό του Φώτη Καραπάνου από τη Ζάβιτσα Ξηρομέρου (ΑΕΠ, τ.14ος, σελ.352)

 Στις 26 Μαρτίου 1822, ως περιλαμβάνων το άνθος της ελληνικής νοημοσύνης, διορίστηκε μαζί με τον Σοφολογιότατο, Βενιαμίν Λέσβιο, ως Επίτροπος των Εξωτερικών υποθέσεων του υπουργείου των Εξωτερικών,

                   


Ενώ στις 26 Ιουνίου 1822, ανέλαβε τη θέση του Γενικού Γραμματέα του υπουργείου του Πολέμου και το δικαίωμα να υπογράφει, ελλείψει αυτού, σε όλα τα έγγραφα.

                       


[ Ιστορική Σημείωσις, Δημοσιευθείσα εν τη «ΦΥΣΕΙ» ΑΘΗΝΑΙΩΝ, εκ του Τυπογραφείου Ανέστη Κωνσταντινίδου, έκδοση 1893 ]

                    


Ο Φώτης Καραπάνου υπογράφει από το Άργος στις 25 Ιουνίου 1822, ως υπουργός Πολέμου, ελλείψει του Προσωρινού, σε έγγραφο απευθυνόμενο προς τον Χιλίαρχο Παναγιώτη Κεφάλα [ ΓΑΚ: Γραμματεία Εσωτερικών, φάκ. 3, έγγραφο 69 ]

 

Τον Ιούνιο του 1822, συμμετείχε στη Βουλευτική Επιτροπή και συγκαταλέγεται ανάμεσα στους παραστάτες που υπέγραψαν στις 9 Νοεμβρίου 1822 τη Δεύτερη Πράξη της, με την οποία θεσπίστηκε ο πρώτος εκλογικός νόμος. Τον επόμενο χρόνο, στις 24 Μαρτίου 1823, διορίστηκε στην Επιτροπή για τον έλεγχο των εγγράφων των παραστατών και πληρεξουσίων στην Β΄ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος Κυνουρίας , της οποίας υπήρξε και μέλος αυτής. (Λησμονημένοι Μαχητές, σελ.41-47, έκδοση Συλλόγου Αρχοντοχωριτών,1987)

Κατά τον Εμφύλιο του 1823, έδειξε φιλοπατρία και κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες προς άρση των αφορμών της οικτράς εκείνης διχόνοιας , ώστε το Βουλευτικό Σώμα που δημιουργήθηκε στο Άστρος Κυνουρίας στις 26 Μαρτίου του 1823, ανακήρυξε μεταξύ των άλλων, τον Φώτιο Καραπάνο, Γνήσιο τέκνο της πατρίδας και άξιο πολίτη της Ελλάδας !


 



                     Οι Καραπάνοι . Ιστορική Σημείωσις , Δημοσιευθείσα εν τη «ΦΥΣΕΙ» ΑΘΗΝΑΩΝ , εκ του Τυπογραφείου Ανέστη Κωνσταντινίδου, έκδοση 1893



 Η μαρμάρινη στήλη της Επιδαύρου, στην οποία αναγράφονται τα ονόματα των συμμετασχόντων πληρεξουσίων βουλευτών στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822. Μετά τον Ιωάννη Κωλέττη, διαβάζουμε το όνομα, Φώτιος Καραπάνου (7η σειρά από το τέλος προς επάνω της στήλης )

 


         Πληρεξούσιοι βουλευτές  στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822

 

Στις 10 Μαΐου 1823 ο Φώτης Καραπάνου διορίστηκε, κατόπιν κλήρωσης με τον ισοψηφήσαντα Λεονταρή Κοντακτζή, Έπαρχος Νάξου-Πάρου & Αντιπάρου στις Κυκλάδες (Α.Ε.Π, τ. Β΄, σελ.17/ τ.10ος, σελ.60), διαδεχόμενος τον Φιλικό, Παναγιώτη Δημητρακόπουλο, ο οποίος υπήρξε, τότε, Έπαρχος Νάξου από τον Ιούνιο του 1822. Πριν τον Δημητρακόπουλο, Έπαρχος Νάξου, ήταν ο Αλέξανδρος Ραφτόπουλος (28 Μαΐου 1822/ΑΕΠ,τ.10ος, σελ. 32). Τον Φώτιο Καραπάνο μετά τον θάνατό του στις 28 Σεπτεμβρίου 1824 τον διαδέχτηκε για λίγο διάστημα ο Αντώνιος Μάρκου από την Ύδρα (π. Έπαρχος Καλαμάτας), ο οποίος προσπάθησε με σκληρότητα να επιβληθεί στους κατοίκους του νησιού και ξέσπασαν μεγάλες εντάσεις. Ώσπου στις 18 Δεκεμβρίου 1824 Έπαρχος Νάξου αναλαμβάνει ο Αντώνιος Αλεξόπουλος (ΓΑΚ: Γραμματεία Εσωτερικών, φάκ. 49, έγγραφο 103). Την ίδια εποχή Έπαρχοι στην επαρχία είχαν διορισθεί οι: ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης στην Τρίπολη (Γραμ. Εσωτερικών, φάκ. 6), Γεωργάκης Βαλτινός στα Σάλωνα (Γραμ. Εσωτερικών, φάκ. 6), ο Χρήστος Βλασόπουλος στο Ναύπλιο, ο Εμμανουήλ Τομπάζης Αρμοστής στην Κρήτη (Γραμ. Εσωτερικών φάκ.7), ο Ιωάννης Κωλέττης στην Εύβοια (Γραμ. Εσωτερικών, φάκ.11), ο Γεώργιος Κανάρης στο Αιτωλικό (Γραμ. Εσωτερικών, φάκ. 64), ο Κουμουνδουράκης Γαλάνης στον Πύργο Ηλείας (Γραμ. Εσωτερικών, φάκ.8), ο Ιωάννης Λογοθέτης στην Κόρινθο (Γραμ. Εσωτερικών, φάκ. 49), ο Αθανάσιος Σέκερης στην Πάτρα (Γραμ. Εσωτερικών, φάκ.41), ο Γεώργιος Σπανιολάκης στην  Γαστούνη (Γραμ. Εσωτερικών, φάκ.49), ο Κων/νος Ράδος στην Άνδρο (ΑΕΠ, τ.10ος, σελ.33), ο Δρόσος Μανσόλας στην Αθήνα (ΑΕΠ,τ.10ος, σελ.47), ο Πιέρρος Τρουπάκης στην Αρκαδία (ΑΕΠ, τ.10ος, σελ.47), ο Π. Παρασκευάς στα Καλάβρυτα (ΑΕΠ,τ.10ος, σελ.47), κλπ, κλπ.

Πολλοί ερευνητές περιγράφουν ότι ο Φώτιος Καραπάνος απεβίωσε το 1823 (αναφέρεται τούτο αόριστα). Όμως η φωτογραφία του Δανού Φιλέλληνα Adam Friedel αναφέρει ότι ήταν Διοικητής Νάξου του 1824, αλλά και έγγραφο των ΓΑΚ στις 17 Οκτωβρίου το 1824 (Βλαχογιάννη /Αστυνομία , φάκ.60, έγγραφο 91), μας αναφέρει ότι οι Επίτροποί του, Γεώργιος Μαυρομμάτης, Σπυρίδων Τρικούπης αμφότεροι Αιτωλ/νες βουλευτές στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, καθώς και ο Ναυπάκτιος Λόγιος Κων/νος Λιβέριος, εντέλλονταν να παραδώσουν στην Γενική Αστυνομία, τα όσα πράγματα του Φώτη Καραπάνου βρίσκονταν στα χέρια τους, σύμφωνα με κατάλογο που περιέγραφε αυτά, αλλά και το ακόλουθο έγγραφο.



[ΓΑΚ: Αρχεία Γιάννη Βλαχογιάννη, φάκ. Αστυνομία 60/1824 , έγγραφο 91]

Ιδού και ο διορισμός του Καραπάνου ως Επάρχου Νάξου , όπως τούτο τον «αλιεύσαμε» στην αέναη έρευνά μας στα ΓΑΚ.



Ο διορισμός του Φώτη Καραπάνου, στις 10 Μαΐου 1823, ως Επάρχου στην νήσο Νάξο των Κυκλάδων δια υπογραφής των Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Ανδρέα Ζαΐμη, Ανδρέα Μεταξά και Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου {ΓΑΚ: Υπουργείο Εσωτερικών,φάκ.9}

 

 

Η κατάσταση στα νησιά των Κυκλάδων στα 1821 και μετά  και , ιδιαίτερα στην Νάξο, Πάρο και Αντίπαρο που ήταν Έπαρχος ο Φώτης Καραπάνος, δεν ήταν και τόσο ρόδινη. Συνάντησε ο Καραπάνος, στην άσκηση των Διοικητικών αρμοδιοτήτων του, αρκετά εμπόδια και δυσκολίες, μιας και οι καθολικοί στο θρήσκευμα κάτοικοι των Κυκλάδων, απολάμβαναν ειδικά προνόμια την εποχή της Τουρκοκρατίας και ήταν επιφυλακτικοί απέναντι σε κάθε επαναστατική ενέργεια και το κυριότερο από πριν την επανάσταση του ΄21, είχαν τεθεί υπό την προστασία του Γάλλου βασιλιά. Επικρατούσαν, τότε,  κατά τον Κασομούλη, τρείς τάξεις στο νησί, οι άρχοντες που ήταν επιφυλακτικοί στην επανάσταση, οι έμποροι και ο λαός (Νικολάου Κασομούλη : Ενθυμήματα Στρατιωτικά , τ. Α, σελ. 173 ) .

 

 Ο λαός και οι χωρικοί της Νάξου ενθαρρύνονταν από τον Μητροπολίτη Παροναξίας Ιερόθεο, τον διατελέσαντα μετέπειτα και Μητροπολίτη Αιτωλοακαρνανίας από 20 Δεκ.1841 ως και 7 Μαρτίου 1847.  Γι΄αυτό αρνούνταν να δώσουν τον φόρο της δεκάτης στο ελληνικό κράτος και οι άρχοντες του νησιού αρνούνταν να καταβάλουν τις εισφορές τους στο ταμείο του Αγώνα, μας αναφέρει μεταξύ άλλων και ο Δημ. Σκουλάτος. {Δημητρίου Σκουλάτου, Η Επανάσταση του 1821 και οι Κυκλάδες. Η περίπτωση της Νάξου,1ο ΠΕ.ΚΕ.Σ Νοτίου Αιγαίου, https://blogs.sch.gr/1pekesna}

Στις 26 Ιουνίου 1822 οι αρμοστές των νησιών, διορίζουν Έπαρχο Νάξου, τον Φιλικό και εκ της Πάρου καταγόμενο, Παναγιώτη Δημητρακόπουλο, για να φροντίσει την συγκέντρωση των εισφορών υπέρ του εθνικού Ταμείου, αλλά και για την ευταξία στο νησί. Συνάντησε όμως αντίδραση των αρχόντων  του νησιού, κυρίως των Καθολικών στο θρήσκευμα και ξέσπασαν κοινωνικές αναταραχές, ο δε Έπαρχος Δημητρακόπουλος, απευθυνόμενος με πολλαπλές διαμαρτυρίες του προς τους Αρμοστές των Νήσων του Αιγαίου: Βενιαμίν Λέσβιο, Νικόλαο Οικονόμου και Δημήτριο Λέντο, αναφέρει μεταξύ των άλλων στις 19 Οκτωβρίου 1822 :

 «…… Το παν γίνεται εις μάτην , και μόνον γίνονται ανωφελείς θυσίαι , όσοι έχουν ζήλον να εκπληρώσωσι πιστώς τα χρέη των »



{ έγγραφο διαμαρτυρίας στις 19 Οκτωβ. 1822 του Επάρχου Παναγιώτη Δημητρακόπουλου, με την υπογραφή του / ΑΕΠ, τ. 15αβ, Πίνακας 94, έγγραφο Αριθ. Β 117}



Τις ίδιες, αλλά  και χειρότερες δυσκολίες αντιμετώπιζε και ο από 10 Μαΐου 1823 διορισθείς έπαρχος Νάξου-Πάρου-Αντιπάρου, στη θέση του Δημητρακόπουλου, Φώτιος Καραπάνου.

Για οικονομία χώρου, παραθέτουμε προς το αναγνωστικό κοινό, μόνον δύο επιστολές του Έπαρχου, Φώτη Καραπάνου, η μια απευθυνόμενη  προς την Κεντρική Διοίκηση και η άλλη προς τον Γενικό Πρόξενο της Γαλλίας στην Σμύρνη και, οι κρίσεις δικές σας !

 

Ιδού και οι περί ης ο λόγος, επιστολές , του Επάρχου Νάξου , Φώτη Καραπάνου.





                                                                                                 [ ΑΕΠ, τ. 13ος , σελ. 235-6 ]

Είναι γεγονός , πλέον, ότι η είδηση της ελληνικής επανάστασης του 1821 έγινε δεκτή με απόλυτο αδιαφορία στη Νάξο (Ρόζος Ευάγγελος,Οι νησιώτες του Αιγαίου στον Αγώνα, 1971- Αθήνα, σελ. 97 και Αρχείο Ύδρα , τ. Β΄ σελ.72). Οι αφίξεις των Μαζαράκη προς το τέλος Μαΐου και των απεσταλμένων του Υψηλάντη , Σάλλα και Κασομούλη, δεν στάθηκαν ικανές να πείσουν τους Ναξιώτες. Παρότι πέρασε ένας χρόνος και ήρθαν στο νησί οι Αρμοστές Βενιαμίν Λέσβιος και Α. Μεταξάς, μόνον τυπικά προσχώρησε η Νάξος στην επανάσταση (ο Ρόζος υποστηρίζει ότι η Νάξος προσχώρησε το 1822, αλλά ήταν μάλλον εικονική προσχώρηση, τουλάχιατον όχι με έμψυχο δυναμικό. Η πρώτη συμμετοχή της Νάξου ήταν το αναγκαστικό δάνειο του 1823).Τουλάχιστον μέχρι το 1825 και αργότερα, οι αντιδράσεις συνεχίζονταν και από τους Έλληνες προεστούς του νησιού, για την φορολογία και τα αναγκαστικά δάνεια που προσπαθούσαν να αποσπάσουν οι Υδραίοι (Κορδάτος Γιάννης, Ιστορία της Ελλάδος, τ.10ος, σελ.289).

 Σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης οι Ναξιώτες και οι Παριανοί πολλές φορές αντέδρασαν και μάλιστα αμφισβήτησαν την κοινή καταγωγή τους με τους επαναστατημένους Έλληνες.

Μάλιστα μετά την καταστροφή των Ψαρών (21-6-1824)  ο διορισμένος Έπαρχος αναγκάστηκε να φύγει από φόβο μήπως τον παραδώσουν στους Οθωμανούς. Οι Ναξιώτες έστειλαν μια αναφορά στον Καπουδάν Πασά με υπογραφή του Μητροπολίτη Παροναξίας Ιερόθεου στην οποία δηλώνανε ότι η Νάξος προσκυνάει (Αρχείο Υδρας, τ. 4ος, σελ. 253-256 , Εταιρεία Κυκλαδικών Μελετών 1964, τ. Δ. σελ.129).

Αυτή την κοινωνία ,εστάλη από την Κεντρική Διοίκηση, να διοικήσει το 1823 ο εξ Ακαρνανίας, πεπαιδευμένος Λόγιος και Έπαρχος Νάξου, Φώτιος Καραπάνος.

Και η δεύτερη επιστολή που απευθύνονταν προς τον Γάλλο Γενικό Πρόξενο στη Σμύρνη Pierre David,  μία επιστολή απ΄ τις πολλές που βρίσκονται στο Αρχείο του David στο ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ.

   «                                                                     Προς τον Έξοχον

                                                              Κύριον Δαβίδ, Γενικόν Πρόξενον της Γαλλίας

                                                              Εις Σμύρνην

 

  Αριθ. 143                    Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

                                                                                                                                                                                                                                                                                            Κύριε

Σταλείς εδώ παρά της Διοικήσεώς μου ήλπιζα να εύρω τους Δυτικούς Έλληνας ενωμένους με τους Ανατολικούς, αλλά είδον ελθών το ανάπαλιν. Δεν έλειψα μ΄ όλον τούτο να περιθάλψω, κατά τας οποίας είχον επιταγάς, και να υπερασπιστώ τους Δυτικούς όλης δυνάμεσι, καθώς οι ίδιοι δεν το αρνούνται. Εγώ επεθύμουν να κάμω και συμβούλους εξ αυτών εις όλας της Πατρίδος τας περιστάσεις, αλλά δεν εκαταπείσθησαν ούτε προς επίσκεψιν μου να έλθω ποτέ. Δεν  μ΄ επείραξε. Ακολούθουν πάντοτε να τους περιποιούμαι κατά το πνεύμα των προς εμέ, ιδιαιτέρων επιταγών της Διοικήσεως μου.

Τους εζήτησα, όταν ήλθεν καιρός τα δέοντα, μοι τα ηρνήθηκαν λέγοντες ότι, επειδή υπερασπίζονται παρά της Μεγαλειότητος του Βασιλέως της Γαλλίας, δεν είναι εις χρέος να δώσουν δέκατα γης. Το ανέφερα  προς την Διοίκησιν μου, ήτις απορούσα εις το ακόλουθον φέρσιμόν των μ΄έγραψε να συνάξω χωρίς εξαίρεσιν απ΄ όλην της Νάξου την γην τα δέκατα και να μη δώσω ακρόασιν εις προβλήματα αντιτείνοντα φανερά εις το δίκαιον και εις τα οποία είναι αδύνατον να συγκατανεύση η Μεγαλειότης  του Βασιλέως της Γαλλίας και να καταδεχθή να περιφρονήση  κατ΄ αυτόν τον τρόπον το έθνος μας αφαιρούσα τα αναφαίρετα δικαιώματά του. Έγραψα μάλιστα και προς αυτούς χωριστά, το οποίον γράμμα τους το έστειλα δια να το αναγνώσουν επί συνειδήσει και να με δώσουν απόκρισιν. Τους ωμίλησα και δια στόματος, αλλά δεν κατόρθωσα τίποτε. Όλα εστάθησαν μάταια, μάταια. Έδωκα τέλος πάντων επιταγήν να μη μετρηθώσι τα γεννήματά των χωρίς να επιστατήσωσιν άνθρωποί μου δια να λάβωσι τα δέκατα.

 Τότε αμέσως συμφώνως με τον εδώ Πρόξενον της Μ. του Β. της Γαλλίας έστειλαν και ειδοποίησαν  τον αρχιναύαρχον της Γ.Θ.Δ  παρά του οποίου εστάλη ο Ναύαρχος της Γαλλίας Σαλαμάνδρας με άλλους τέσσαρας αξιωματικούς.

 Κι ελθών προς εμέ ομού με τον ρηθέντα Πρόξενον και τους αξιωματικούς αυτούς μ΄ εμπόδισεν εγγράφως να παραιτηθώ από τοιαύτην αίτησιν επαπειλών με εξ ονόματος του Αρχιναυάρχου, όστις θέλει μεταχειρισθή τα όπλα , αν κάμω το εναντίον. Παρητήθην στείλας το έγγραφον αυτό προς την Διοίκησιν μου.

Αυτή δε μ΄ έπεμψε το εσώκλειστον επιτάττουσά με να σας το στείλω και να σας γράψω κι εγώ, περιστατικώς  ό,τι συνέβη μεταξύ εμού και αυτών, το οποίον χρέος μου ιδού έκαμα. Κύριε ! Ως τόσον εγώ  μήτ΄ έπαυσα μήτε θέλω παύσει ποτέ φερόμενος προς αυτούς κατά τας επιταγάς της Διοικήσεώς μου. Τους περιποιούμαι, τους υπερασπίζομαι εις τα δίκαιά των, προφυλάττον τους καρπούς των υποστατικών των ως κόρην οφθαλμού, και τιμωρώ μ΄ όλην την αυστηρότητα τους τολμώντας να τους πειράξουν εις το παραμικρόν.

 Μένω με βαθύτατον σέβας εις τας διαταγάς σας.

Εκ Νάξου                                                                        Ο  Έπαρχος της Νήσου Νάξος

Τας 31 Αυγούστου 1823         Φώτιος Καραπάνου »

 

 






Επιστολή Φώτη Καραπάνου. Νάξος, 31 Αυγούστου 1823, προς τον Γάλλο Γενικό Πρόξενο στη Σμύρνη Pierre David { ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Α.Ε. 58 /01}

Η επιστολή του Επάρχου Νάξου , Φωτίου Καραπάνου, με ημερομηνία 31 Αυγούστου 1823, αποτελεί αναντίρρητα  κομβικό σημείο στη διπλωματική ιστορία των Κυκλάδων κατά την επανάσταση, έχει δε ιδιαίτερη ιστορική αξία , καθώς απευθύνεται προς τον Γάλλο Γενικό Πρόξενο στη Σμύρνη, Pierre - David , η οποία :

 

Αντανακλά την ένταση ανάμεσα στην κεντρική Διοίκηση και τις τοπικές ιδιαιτερότητες της Νάξου, ειδικά όσον αφορά τη θέση των Καθολικών του νησιού που βρίσκονταν υπό γαλλική προστασία. Εκθέτει την επιχειρηματολογία της ελληνικής πλευράς για την επιβολή φόρων (δεκάτη) και τη στρατολόγηση, διαδικασίες που οι Καθολικοί κάτοικοι συχνά αρνούνταν να αποδεχτούν, επικαλούμενοι τα παλαιά τους προνόμια.

Αναδεικνύει τον διπλωματικό αγώνα του Φώτη Καραπάνου να πείσει τη Γαλλία ότι η ελληνική επανάσταση σέβεται το χριστιανικό δόγμα, επιδιώκοντας να αποφύγει μια εχθρική στάση από τον γαλλικό στόλο και ότι ο αγώνας είναι καθαρά εθνικοαπελευθερωτικός, όχι θρησκευτικός. Διαβεβαιώνει ότι οι Καθολικοί κάτοικοι της Νάξου απολαμβάνουν την ίδια προστασία με τους Ορθοδόξους, αρκεί να αναγνωρίζουν τη νόμιμη ελληνική αρχή.

Αντικρούει τις κατηγορίες για αυθαιρεσίες ή "διωγμούς", παρουσιάζοντας τις οικονομικές συνεισφορές (φόρους) που ζητήθηκαν από τους Καθολικούς ως αναγκαίο καθήκον όλων των κατοίκων του νησιού για την άμυνα κατά των Οθωμανών. Χρησιμοποιεί διπλωματική γλώσσα για να υπενθυμίσει τους δεσμούς του ελληνικού έθνους με τον γαλλικό πολιτισμό, ζητώντας από τον Πρόξενο να μην παρασύρεται από "μεμονωμένα παράπονα" που στόχο έχουν να βλάψουν την επανάσταση.

Ο Γάλλος Γενικός Πρόξενος στη Σμύρνη, Pierre - David, αντέδρασε με αυστηρότητα, επιδιώκοντας να διασφαλίσει τα προνόμια των "προστατευομένων" της Γαλλίας και ταυτόχρονα, γαλλικά πολεμικά πλοία εμφανίζονται συχνότερα στις Κυκλάδες για να "επιτηρούν" την κατάσταση, σύμφωνα με το Αρχείο David  στο ΕΛΙΑ.

Ο David υποστήριξε ότι οι Καθολικοί, ως υπήκοοι υπό γαλλική προστασία, δεν όφειλαν να πληρώνουν τη «δεκάτη» ή άλλους έκτακτους επαναστατικούς φόρους στη νέα ελληνική Διοίκηση. Απείλησε εμμέσως με παρέμβαση του γαλλικού στόλου αν συνεχίζονταν οι πιέσεις στους Καθολικούς, θεωρώντας τις ενέργειες του Επάρχου , Φώτη Καραπάνου, ως παραβίαση των διεθνών συνθηκών. 

Οι Καθολικοί της Νάξου, θορυβημένοι από την αποφασιστικότητα του Επάρχου,  Φώτη Καραπάνου, υιοθέτησαν μια στάση "ένοπλης ουδετερότητας" και οι πρόκριτοι των Καθολικών έστειλαν αναφορές στον David καταγγέλλοντας τον Έπαρχο για αυθαιρεσία, ελπίζοντας ότι η γαλλική παρέμβαση θα τους απάλλασσε από τις οικονομικές υποχρεώσεις προς τον Αγώνα.

 

 

Όμως , ενώ η ηγεσία (άρχοντες και προεστοί), παρέμενε πιστή στη Γαλλία, ορισμένοι λαϊκοί Καθολικοί άρχισαν να συνεργάζονται με την ελληνική Διοίκηση, φοβούμενοι αντίποινα από τους Ορθόδοξους επαναστάτες.

Πολλές από αυτές τις αντιδράσεις είναι καταγεγραμμένες στο Αρχείο της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου, το οποίο περιέχει αναλυτικά τις διαμαρτυρίες και τους λογαριασμούς της εποχής. Η σύγκρουση αυτή τελικά οδήγησε την κεντρική Διοίκηση να παρέμβει, προσπαθώντας να συμβιβάσει τα πράγματα για να μη χάσει τη γαλλική υποστήριξη σε μια κρίσιμη καμπή της Επανάστασης.

Η διένεξη μεταξύ του Επάρχου Φωτίου Καραπάνου και της γαλλικής πλευράς (Pierre-David) το 1823-1824 αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της σύγκρουσης μεταξύ της αναδυόμενης ελληνικής κυριαρχίας και των παλαιών ευρωπαϊκών προνομίων.

 

Τον Νοέμβριο του 1823, η  Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος, θορυβημένη από τις γαλλικές διαμαρτυρίες, στέλνει οδηγίες στον Καραπάνο να φέρεται με «άκρα σύνεση». Η Επανάσταση είχε ανάγκη τη γαλλική διπλωματική στήριξη και δεν ήθελε ένα "θερμό επεισόδιο" στη Νάξο.

Ιανουάριος - Φεβρουάριος 1824, η ένταση κορυφώνεται. Ο Καραπάνος, βλέποντας ότι η κεντρική Διοίκηση δεν τον στηρίζει πλήρως στο θέμα της φορολόγησης των Καθολικών, αρχίζει να αντιμετωπίζει δυσκολίες στην επιβολή της τάξης στο νησί. Τον Μάιο του 1824 , μετά από συνεχείς πιέσεις των Γάλλων και των Καθολικών προκρίτων, η ελληνική Διοίκηση αποφασίζει μια προσωρινή υποχώρηση. Επιτρέπεται στους Καθολικούς να καταβάλλουν ένα μειωμένο ποσό ή να προσφέρουν υπηρεσίες αντί χρημάτων, ώστε να εκτονωθεί η κρίση.

Η κατάληξη ήταν ένας διπλωματικός συμβιβασμός, που όμως στην πράξη σήμαινε μερική υποχώρηση του Επάρχου της Νάξου , Φώτη Καραπάνου:

 

Οι Καθολικοί δεν εξισώθηκαν πλήρως φορολογικά με τους Ορθοδόξους εκείνη τη στιγμή, καθώς η Γαλλία πέτυχε να διατηρήσει de facto ένα καθεστώς προστασίας. Ο Έπαρχος,Φώτιος Καραπάνος, παρά τις πιέσεις, παρέμεινε ενεργός στα κοινά. Αργότερα, το 1824, τον συναντάμε να ασχολείται με τη διοίκηση και άλλων περιοχών (όπως η Πάρος, Αντιπάρος), και, κατ΄ άλλους και ως Διοικητής Κυκλάδων, συνεχίζοντας να υπηρετεί την επανάσταση από διάφορες θέσεις.

Η διένεξη αυτή ανάγκασε την ελληνική Διοίκηση να εκδώσει αργότερα ειδικές εγκυκλίους που διαβεβαίωναν τους Καθολικούς των Κυκλάδων για την ανεξιθρησκεία και τον σεβασμό των δικαιωμάτων τους, προκειμένου να σταματήσει η γαλλική παρέμβαση.

 

Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία, ο Φώτιος Καραπάνος, δεν ανέλαβε άλλη επίσημη θέση μετά τη θητεία του στη Νάξο, καθώς απεβίωσε στις 28 Σεπτεμβρίου 1824  στην ίδια την έδρα της επαρχίας του, τη Νάξο και, στις 18 Δεκεμβρίου 1824 αναλαμβάνει Έπαρχος  Νάξου, ο Αντώνης Αλεξόπουλος ( ΓΑΚ: Γραμματεία Εσωτερικών, φάκ. 61)

 

Η σταδιοδρομία του Ξηρομερίτη , Δασκάλου, Λόγιου και πολιτικού,  Φώτη Καραπάνου, πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, περιλάμβανε όπως είδαμε σημαντικά αξιώματα:

 

Το 1821 συμμετείχε στη Συνέλευση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος στο Μεσολόγγι ( 4-9 Νοεμβρίου 1821 ως πληρεξούσιος του Ξηρομέρου).

 

1822: Υπήρξε αντιπρόσωπος της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας στην Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, όπου συμμετείχε στην επιτροπή που συνέταξε το πρώτο Ελληνικό Σύνταγμα.

1822: Υπηρέτησε ως Βουλευτής  της Προσωρινής Διοικήσεως της Ελλάδος και Γραμματέας στο Μινιστήριο του Πολέμου , αλλά  και αναπληρωτής υπουργός Πολέμου.

1823: Διορίστηκε Έπαρχος Νάξου, θέση την οποία κατείχε μέχρι τον θάνατό του. 

Ο θάνατός του στη Νάξο σήμανε το τέλος της πολιτικής του δράσης, η οποία είχε ξεκινήσει από την Αιτωλοακαρνανία και τη Φιλική Εταιρεία, οδηγώντας τον στα υψηλότερα διοικητικά κλιμάκια της επαναστατημένης Ελλάδας.

 

Η καταγωγή του από τη Ζάβιτσα , το σημερινό Αρχοντοχώρι της Ακαρνανίας, εξηγεί και την ισχυρή πολιτική του παρουσία στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, καθώς η οικογένεια Καραπάνου ήταν από τις πλέον επιφανείς της περιοχής σε όλο το Κάρλελι (Αιτωλοακαρνανία ).

 

Πριν διοριστεί στη Νάξο, η δράση του ήταν επικεντρωμένη στην πατρίδα του:

 

Ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, όπως το ίδιο και όλη η οικογένειά του και Λόγιος.

Συμμετείχε ενεργά στον οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος (Δυτική Ελλάς).

Ως πληρεξούσιος της Επαρχίας Ξηρομέρου, μετέφερε το "πνεύμα της Ρούμελης" στη διοίκηση των Κυκλάδων, κάτι που ίσως εξηγεί και την αποφασιστική (και συχνά άκαμπτη) στάση του απέναντι στις γαλλικές αξιώσεις στη Νάξο.

Η μετακίνησή του από την Ακαρνανία στο Αιγαίο δείχνει την προσπάθεια της τότε κυβέρνησης να τοποθετήσει έμπειρα στελέχη από την ηπειρωτική Ελλάδα σε κρίσιμα νησιά, όπως αυτό της Νάξου, για την επιβολή της κεντρικής εξουσίας.

 

Η οικογένεια Καραπάνου από τη Ζάβιτσα (Αρχοντοχώρι) Ξηρομέρου υπήρξε μία από τις ισχυρότερες πολιτικές και στρατιωτικές «δυναστείες » της Ακαρνανίας, με δράση που εκτείνεται από την προεπαναστατική περίοδο έως τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.

 

Εκτός από τον Φώτιο, σημαντικά μέλη της οικογένειας ήταν και ο Κωνσταντίνος Καραπάνος, αδελφός του Φωτίου, Δάσκαλος-Λόγιος και πεπαιδευμένος σπουδάσας στη Κωνσταντινούπολη, ο οποίος έδρασε κυρίως στην περιοχή της Ακαρνανίας και στο Βραχώρι. Συμμετείχε ενεργά στις επιχειρήσεις στη Δυτική Ελλάδα και για τον οποίο θα ασχοληθούμε εκτενέστατα σε επόμενη εργασία μας. Όπως και οι Πέτρος και Σπύρος Καραπάνος αμφότεροι αδέλφια και ασχολούμενοι με το εμπόριο στο Βραχώρι και στο Αιτωλικό.

 

Οι Καραπάνοι ήταν παραδοσιακοί «κοτζαμπάσηδες» και προεστοί της περιοχής .Σύμφωνα με το Αρχείο της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, το όνομά τους εμφανίζεται σε δεκάδες ψηφίσματα και αναφορές της επαρχίας Ξηρομέρου. Σχεδόν όλα τα ενήλικα μέλη της οικογένειας είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, προετοιμάζοντας το έδαφος για την εξέγερση στη Δυτική Ελλάδα. Μετά την απελευθέρωση, η οικογένεια συνέχισε να κυριαρχεί στην πολιτική ζωή.

Η οικογένεια Καραπάνου διατηρούσε στενές σχέσεις με άλλες ισχυρές οικογένειες της Ακαρνανίας, όπως με τους Βαρνακιώτηδες και τους Γριβαίους, τον Γαλάνη Μεγαπάνο, τους Μαυρομματαίους και τους Μαγγιναίους, αν και συχνά έρχονταν σε σύγκρουση για τον τοπικό έλεγχο. Με τους Μαγγιναίους είχαν συγγένεια. Η αδελφή τους ήταν σύζυγος του προεστού Κώστα Μαγγίνα και μάνα του πολιτικού Τάτζη Κ. Μαγγίνα.

 

Η οικογένεια Καραπάνου από τη Ζάβιτσα Ξηρομέρου είχε καθοριστική συμβολή στις μεγάλες στιγμές του Αγώνα στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, με δράση που συνδέεται άμεσα με το Μεσολόγγι και τις γύρω περιοχές. Τα μέλη της οικογένειας, ως πρόκριτοι και οπλαρχηγοί, υπήρξαν στυλοβάτες της άμυνας της πόλης και συμμετείχαν ενεργά στον εφοδιασμό και την οργάνωση των στρατιωτικών σωμάτων της Ακαρνανίας που επάνδρωναν τα τείχη του Μεσολογγίου. Λόγω της μεγάλης τους περιουσίας, ενίσχυσαν επανειλημμένα το ταμείο της άμυνας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της πείνας πριν από την Έξοδο της 10ης Απριλίου 1826

 

Η οικογένεια είχε παρουσία και στην τραγική μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου 1822), στην οποία ως γνωστόν συμμετείχαν σχεδόν όλοι οι προεστοί της Δυτικής Ελλάδας.

 

Ως μέλη της τοπικής διοίκησης της Δυτικής Ελλάδας, συνεργάστηκαν με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο για τη συγκέντρωση τροφίμων και πολεμοφοδίων για τα ελληνικά τμήματα και το Τάγμα των Φιλελλήνων και , μετά την ήττα στο Πέτα, οι Καραπάνοι βοήθησαν στην ανασύνταξη των δυνάμεων που κατέφυγαν στο Μεσολόγγι για την πρώτη μεγάλη πολιορκία.

Στις 18 Σεπτεμβρίου του 1835 ο βασιλιάς Όθων με βασιλικό Διάταγμα απένειμε, το αργυρούν Αριστείον , στα μέλη τα οποία συγκρότησαν την Α΄ Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο το 1822, με την υποχρέωση, οι δικαιούχοι, να το φέρουν εις το αριστερόν του στήθους προσηρτημένο με πράσινη ταινία. Σε όσους έχουν πεθάνει, όπως εν προκειμένω  ο Φώτης Καραπάνος, τα μετάλλια χορηγούνταν στους συγγενείς τους (Εφετηρίς του Βασιλείου της Ελλάδος, σελ.167, έκδ.1837).



    


 

Επίλογος:

Η ιστορική μνήμη δεν διασώζεται μόνο από τα μεγάλα ονόματα που καθιερώθηκαν στα σχολικά εγχειρίδια, αλλά και από εκείνους τους άνδρες που εργάστηκαν αθόρυβα, επίμονα και με αίσθημα ευθύνης για τη θεμελίωση του νέου κράτους. Ο Φώτιος Καραπάνος υπήρξε ένας τέτοιος λειτουργός της επανάστασης. Ένας πολιτικός αγωνιστής που δεν κράτησε σπαθί στα πεδία των μαχών, αλλά κράτησε την πένα της νομοθέτησης, της διοίκησης και της διπλωματίας σε στιγμές εξίσου κρίσιμες για την επιβίωση του Αγώνα.

Η πορεία του από τη Ζάβιτσα  το σημερινό Αρχοντοχώρι της Ακαρνανίας, έως τα ανώτατα διοικητικά κλιμάκια της επαναστατημένης Ελλάδας, αποτυπώνει τη μετάβαση από την τοπική προεστική ηγεσία στη συγκρότηση εθνικών θεσμών. Η συμμετοχή του στη σύνταξη του πρώτου Συντάγματος, η παρουσία του στα Βουλευτικά Σώματα και η δοκιμασία του στη Νάξο, μέσα σε ένα περίπλοκο διεθνές περιβάλλον, μαρτυρούν άνθρωπο με πολιτική συγκρότηση, διοικητική τόλμη και βαθιά πίστη στην έννοια της εθνικής κυριαρχίας.

Ο πρόωρος θάνατός του το 1824 στέρησε από την πατρίδα ένα έμπειρο στέλεχος σε μια καμπή όπου η επανάσταση δοκιμαζόταν από εσωτερικές διχόνοιες και εξωτερικές πιέσεις. Ωστόσο, το έργο και η παρουσία του παραμένουν χαραγμένα τόσο στα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, όσο και στη συλλογική ιστορική συνείδηση της Ακαρνανίας και των Κυκλάδων γενικότερα.

Η ανάδειξη μορφών όπως ο Φώτιος Καραπάνος δεν αποτελεί απλώς μια πράξη τοπικής δικαίωσης. Αποτελεί πράξη εθνικής αυτογνωσίας. Διότι η επανάσταση του 1821 δεν οικοδομήθηκε μόνο από τους στρατιωτικούς ηγέτες, αλλά και από τους πολιτικούς, Λόγιους, νουθετητές, θεσμικούς θεμελιωτές και τους διοικητικούς εργάτες που έθεσαν τα πρώτα λιθάρια του ελληνικού κράτους.

Και ίσως αυτό να είναι το ουσιαστικότερο δίδαγμα της ζωής του: ότι η ελευθερία δεν κατακτάται μόνο με ηρωϊσμό, αλλά εδραιώνεται με θεσμούς, ευθύνη και διορατικότητα.

Αυτός ήταν εν ολίγοις, ο εκ Ζαβίτσης (σημερινό Αρχοντοχώρι) Ακαρνανίας, Δάσκαλος, Λόγιος, Φιλικός, Πολιτικός, Φώτιος Καραπάνος , ο οποίος, αναντίρρητα, ανήκει στην κατηγορία των «πολιτικών αγωνιστών» της επανάστασης του ΄21 και ,

Συνέβαλε στη θεμελίωση των θεσμών του νεοσύστατου κράτους.

Υπήρξε συντάκτης του πρώτου ελληνικού Συντάγματος.

Εκπροσώπησε τη Δυτική Στερεά σε κρίσιμες εθνικές στιγμές.

Συγκρούστηκε με ευρωπαϊκές δυνάμεις υπερασπιζόμενος την ελληνική κυριαρχία.

 

                                                                                       

Νίκος Θεοδ. Μήτσης

Ιστοριοδίφης-ιστορικός ερευνητής

τ. Διευθυντής Δήμου Αθηναίων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο