Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Το πρώτο σχολείο στην απελευθερωμένη Βόνιτσα - Γράφει ο Στυλιανός Ντίνος

ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑ ΑΚΑΡΝΑΝΩΝ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Το πρώτο σχολείο στην απελευθερωμένη Βόνιτσα



Γράφει ο Στυλιανός Ντίνος



Η απελευθέρωση της Βόνιτσας έγινε στις 22 Δεκεμβρίου του 1828, μετά από  μάχη που δόθηκε στους πρόποδες του κάστρου, στην θέση «Τελωνείο»......

Από τις πρώτες ημέρες της απελευθέρωσης και παρά την τυπική[1]  κατοχή του κάστρου από τους Οθωμανούς που συνεχίστηκε μέχρι την 5ην Μαρτίου 1829, άρχισε η οργάνωση της στρατιωτικής και διοικητικής δομής της πόλης. Η εκπαίδευση των μικρών παιδιών συζητήθηκε, αλλά εκτός από τους μαθητές χρειαζόταν αίθουσα διδασκαλίας , καθώς και δάσκαλος.

Από το 1829 άρχισε να λειτουργεί το πρώτο σχολείο στην απελευθερωμένη Βόνιτσα. Ως χώρος εκπαίδευσης επιλέχθηκε η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στα σύνορα του Borgo (σημερινό Παζάρι)  και του Cochini (Κόκκινος), στην θέση Restella (Ρεστέλλα).

Ο δάσκαλος ήταν πενήντα ετών, μονόφθαλμος, και για να συμπληρώσει «τα προς το ζήν» έφτιαχνε ή επιδιόρθωνε ψάθες. Συνδετικό υλικό στα χρησιμοποιούμενα ψαθιά ήταν τα βούρλα, τα οποία τα είχε κρεμασμένα στους τοίχους της εκκλησίας για επεξεργασία.

Οι μαθητές καθόταν σε μικρά σκαμνιά που έφερναν από το σπίτι τους ή σε ψάθες. Το δάπεδο της εκκλησίας[2]  ήταν ακανόνιστο και χωμάτινο.

Υπήρχαν τρείς τάξεις για τους μαθητές και το μάθημα των τριών τάξεων γινόταν συγχρόνως. Στη μάθηση συμμετείχε και η δίμετρη βίτσα του δασκάλου, η οποία ήταν σε συχνότατη χρήση. Βιβλία για την μάθηση χρησιμοποιούταν τα εκκλησιαστικά βιβλία.

Όλες αυτές τις σημαντικές πληροφορίες μας τις παρέχουν τα απομνημονεύματα του Σπυρίδωνα Μόστρα[3] , ο οποίος μικρός σε ηλικία εισήρθε στη Βόνιτσα φιλοξενούμενος του από την μητέρα θείου του (του Μιχαήλ Μόστρα-πολιτικού διοικητή Βόνιτσας). Το σπίτι που διέμεινε ήταν στην Μπούχαλη (Boccale)  και μια  ημέρα του 1830 ,  ο Σπυρίδων μαζί με την νταντά του (την Ελένη )  πέρασε από την περιοχή της Ρεστέλλας, όπου εκεί ήταν η εκκλησία του Αγίου Νικολάου.

Το τι είδε, και μετά το συμπεριέλαβε στα απομνημονεύματα του, το παραθέτουμε στην συνέχεια:


 

Σπυρίδων Μόστρας (Αθανασίου)


Βόνιτσα 1829


 [πολιτάρχης της οποίας διωρίσθη, μετά την


 απελευθέρωσιν της, ο Μιχαήλ Μόστρας,



 προσκαλέσας, τότε, παρ’ αυτώ και την οικογένειαν


 Δημητρίου Αθανασίου ]


….Εγώ ούτε την Κέρκυραν ένθυμαμαι, ούτε την


 Λευκάδα. Όταν όμως μετέβημεν διά ξηράς, εκ της


 απέναντι της Λευκάδος παραλίας , της Πλάκας ,εις


 Βόνιτσαν…


….ενθυμούμαι ότι διερχόμεθα εν μέσω ωραίου και


 καταστόλιστου κήπου –ως δ’ έμαθον αργότερον, ο 


κήπος αυτός  ητο το  δάσος και αι πικροδάφναι 


ανθισμέναι.



….Η Βόνιτσα είναι το πρώτον μέρος οπου ενθυμούμαι το φρούριον και τον ποταμόν, οστις διέρχεται εν τω μέσω της πόλεως τον ναον του Άγιου Σπυρίδωνα επί της δεξιάς, με τον μέγαν πλάτανον του,

Διέμεινα εις οικίαν του χωρίου Μπόχαλη.

Ατυχώς όλας αυτάς τας ωραιότητας της Βονίτσης , άτινας ενθυμούμαι καλλίτερα από τους Παρισίους και το Λονδίνον και τόσας άλλας  μεγαλούπολεις της Ευρώπης , όπου επί έτη αρκετά διέμεινα , δεν τας εχάρην  επί πολύ.


Διότι οι [ελώδεις] πυρετοί , μας κατέβαλον όλους, ιδίως εμέ και τα τρία αδέλφια μου. Ενθυμούμαι ότι η κοιλία μου ητο πρησμένη και το προσωπόν μου κίτρινον και εις κακήν κατάστασιν .


Ευτυχώς , οι θείοι μου Μιχαλάκης και Γεώργιος, μας εστέλλοντο καλοκαίρι εις εξοχάς, Μοναστηράκι ή Παραδείσι ονομαζομένας.


….Ως γλυκέα όνειρα ενθυμούμαι…..τα μέρη ταύτα τα ωραία δάση των, τα ρέοντα καθαρά νερά των.


και τα γκόριτσα (άγρια αχλάδια) τα οποία εν άφθονία ευρίσκομεν. Τα ετοποθετούσαμεν δε, άγουρα όντα, εντός κοφίνου και ούτο ωρίμαζον.


…Τότε , κατά τα δύο καλοκαίρια όπου επεράσαμεν εις τας άγριας μεν αλλ’ ωραίας αυτάς εξοχάς , πρέπει να ημην 4 έως 5 ετών [1829-1830].


….Ατυχώς το μέρος ητο πολύ άγριον, με οικίσκους αθλίους και ετρέχομεν τον κίνδυνον των ληστών , εκ των οποίων ο τόπος ητο γεμάτος….


….Κατά το έτος 1831, αν δεν απατώμαι, ο καλός μας  θείος Αναγνώστης έγραψε του πατρός μου (εύρισκόμενου είς Βόνιτσαν) νά  στείλη  είς  Ναύπλιον  τον  άδελφόν μου Αθανάσιον  δεκαετή περίπου παίδα, διά να τον βάλη είς  το σχολείον , καθόσον είς  Βόνιτσαν, όπου,  τότε, εύρίσκετο η οίκογένεια, δεν ύπήρχεν


…Είς  την μικράν δηλαδή έκκλησίαν του Αγίου Νικολάου(Βονίτσης), της όποίας  το έδαφος ήτο χώμα άκανόνιστον  με μικρούς λάκους (και όταν έβρεχε το έδαφος αυτό μετεσχηματίζετο είς λάσπην),


…ήσαν συσσωρευμένα 40 ή 50 παιδία, από 7 έως 15 ετών, καθήμενα ή επί μικρών εύτελεστάτων ψαθών , τας όποίας κατεσκεύαζεν ο ίδιος ο διδάσκαλος και τας έπωλούσε  είς τους μαθητάς ή μικρά χαμηλά ξύλινα σκαμνάκια, τα όποία έφερον έκ της οίκίας  των.


…Ήσαν δε διηρημένα τα παιδία είς τρείς ομίλους  ή τάξεις:

  Ή τάξις του άλφαβητάριου,

  ή τάξις του όκτωηχίου και

  ή τάξις των μεγάλων μαθητών,

 

…οίτινες εκράτουν εις χείρας των τα μεγάλα εκκλησιαστικά βιβλία, με τας πράξεις των Αγίων Αποστόλων.

Ο διδάσκαλος, χωρικός 50ούτης, περίπου, βρωμερότατα ενδεδυμένος, με την φλοκάτη του και το λιγδωμένο φέσι του, είχε βάλει καρφιά εις τον τοίχον  της εκκλησίας.


…Και επι των καρφίων  είχε κρεμάσει σχοινία ή βούρλα  και επισκεύαζε τας ψάθας.

…Ητο δε μονόφθαλμος. Μαζί με τα ψαθιά εκράτει και μίαν βέργαν από λυγαριάν, εως 2 μέτρων μήκους.

Τα παιδιά δε, όλα μαζί, έπρεπε μεγαλοφώνως να αναγινώσκωσι.

Τά μεν μικρότερα, την φυλλάδα των:  «α,β,γ,δ,ε…ω»  Η: «αω,βψ,γχ,δφ,ευ,ζτ,ηρ…μι».


Τά παιδιά του οκτωηχίου έπρεπε να φωνάζουν όλα μαζί:  «Τάς εσπερινάς ημών ευχάς πρόσδεξε Άγιε Κύριε κ.λ».    


 Τα δε μεγαλύτερα παιδιά να φωνάζουν όλα μαζί : «Προς Κορινθίους επιστολή Παύλου το ανάγνωσμα. Αδελφοί, κλ»


Ας φανταστεί ο αναγνώστης οποία χάβρα φωνών εγίνετο εκεί μέσα εις την εκκλησίαν από 40 – 50 στόματα. Ο διδάσκαλος, βέβαια δεν ηδύνατο να διακρίνει ποιος αναγιγνώσκει το μάθημά του καλώς ή κακώς.


Αλλ’ αλοίμονον στο μαθητή εκείνον , του οποίου τα χείλη δεν εκινούντο σπασμωδικώς. Ο μόνος αριστερός οφθαλμός του διδασκάλου διέκρινε τα μη κινούμενα χείλη και η λυγαριά  επιπτε μετά δυνάμεως εις την κεφαλήν του, αδιάφορον αν εκτυπώντο οι οφθαλμοί ή τα ώτα, ως εξέχοντα, και τα οποία έβλεπέ τις εματωμένα.


O διδάσκαλος δεν έδιδε μεγάλην προσοχήν εις τα αποτελέσματα της λυγαριάς του, αλλά μάλλον εις το πλέξιμο της ψάθας του.


Αν δε ο σοφός ούτος ακαδημαικός διδάσκαλος έκρινε εύλογον να τιμωρήση μαθητήν τινά, ή μαθητάς, αυστηρότερον, τότε, τον τιμωρούμενον


Τον τιμωρούμενον τον έβαζε καβάλλα επί του άλλου μαθητού, εσήκωνε την φουστανέλλαν του παιδιού, και η λυγαριά εκτελούσε το χρέος της, επί του γυμνού σώματος του ατυχούς μαθητού, εις τρόπον ώστε να ανατριχιάζουν  όλοι οι θεαταί από τα μουγκρίσματα του τιμωρούμενου.


Αν δε , δια μεγαλυτέραν έτι τιμωρίαν, κρίνετο άξιον ατυχές τι παιδάκι, υπήρχε ο φάλαγγας.


Το εργαλείον [τούτο] συνίστατο από ξύλο και σχοινία, με αυτά δε εσφίγγοντο οι δύο γυμνοί πόδες του παιδιού, ριπτομένου επί του εδάφους.  Η λυγαριά έπιπτε εις τα πέλματα των δυο ποδών, εις τρόπον ώστε αιμάτωνε αυτά, και ενίοτε εξερρίζωντο και οι όνυχες. Το δε παιδίον επί πολλάς ημέρας έμενε πληγωμένον και χωλόν.


 …… Από το τοιούτον σχολείον ελευθερώθη ο καλός μου αδελφος Αθανασιος, χαριν της φιλοστοργίας του θείου Αναγνώστη οστις τον εκάλεσεν εις Ναύπλιον, πλησίον του, και τον έστειλεν εις τακτικόν αλληλοδιδακτικόν σχολείον,


…..εν από εκείνα, με τα οποία επροίκησε τα περισσοτέρας πόλεις της Ελλάδας ο αείμνηστος πατήρ του Εθνους Ι. Καποδίστριας


…..Εγώ ότε ήμην εις Βόνιτσαν , μόλις ήμην 5 ετών και επομένως δεν είχον την λαμπράν τύχην να είμαι μαθητής του μονόφθαλμου καθηγητού. Δύο ή τρείς φορές έτυχεν να διαβώ εκείθεν μετά της καλής μου Νταντάς Ελένης και να ίδω μετά φρίκης τας ωραίας θεατρικάς παραστάσεις και την ευφρόσυνον και ευεργετικήν ενέργειαν της λυγαριάς.


Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου της Ρεστέλλας συνέχισε να φιλοξενεί τους μαθητές για την εκπαίδευσή τους μέχρι και τις αρχές του 1838. Τότε το σχολείο μετακομίζει στην πρόχειρα επισκευασμένη οικία πρώην ιδιοκτησίας Ιεράς Μονής Ρόμβου, στην παραλία της Βόνιτσας θέση «Ραυτάκια». Η παραχώρηση του οικοπέδου μετά της ερειπωμένης οικίας έγινε στις 28 Αυγούστου 1838 με απόφαση του Βασιλέα Όθωνα  για να λειτουργήσει εκεί η «αλληλοδιδακτική σχολή»

. Η παραχώρηση έγινε στον τότε Δήμο Ανακτορίου ο οποίος με δικά του έξοδα επισκεύασε πρόχειρα την ερειπωμένη οικία.  Η οριστική επισκευή του σχολείου στην θέση «Ραυτάκια» έγινε λίγο μετά την επίσκεψη του Όθωνα στην Βόνιτσα (το 1839) , όπου ο τότε δάσκαλος N. Μπούας, στο λογύδριο του καλωσορίσματος  του Όθωνα, επεσήμανε την ανάγκη επισκευών.

 

Η εκκλησία του Αγίου Νικολάου στα τέλη της  δεκαετίας  του 50 και την δεκαετία του 60 χρησιμοποιείται πάλι σαν αίθουσα διδασκαλίας από τους μαθητές του Γυμνασίου , το οποίο στεγαζόταν στο απέναντι της εκκλησίας κτίριο.  Επίσης τα απογεύματα από τις καθημερινές αλλά και την Κυριακή, η  εκκλησία του Αγίου Νικολάου της Ρεστέλλας λειτουργούσε σαν αναγνωστήριο, αφού πλήθος μαθητών πήγαινε εκεί για να διαβάσει με ησυχία.

Προσωπικά θυμάμαι που μικρός περνούσα μπροστά από την εκκλησία, καθώς  και όλοι οι συνομήλικοι μου,  κάναμε ησυχία. Σε εκείνα τα στασίδια της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου μελετούσε καθημερινά και η Γλυκερία του Αποστολόπουλου, η οποία για εκείνη την εποχή και για την μικρή πόλη της Βόνιτσας κατόρθωσε και εισήλθε στην Νομική Αθηνών.

 

ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑ ΑΚΑΡΝΑΝΩΝ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ  ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

 



[1] [1] Στην περίοδο 23 Δεκεμβρίου 1828 μέχρι 5 Μαρτίου 1829, ημερομηνία αποχώρησης των Οθωμανών από το κάστρο, οι συναλλαγές μεταξύ κάστρου και πόλης δεν διακόπηκαν. Εντός του κάστρου λειτουργούσε ο Νοτάριος Δάγλας  (συμβολαιογράφος) και σύντασσε  νοταριακές πράξεις των κατοίκων. (βλέπε αναρτήσεις του Νικόλα Βερνίκου).

[2] Το 1829 η εκκλησία του Αγίου Νικολάου της Ρεστέλας ήταν πολύ μικρότερη της σημερινής. Ανάμεσα στα έτη 1829-1877 άρχισε να επιμελείται με δάπεδο και ιερό τέμπλο. Το 1877 ολοκληρώθηκε η ανακαίνιση σε μέγεθος και συνεχίστηκε μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα με τις αγιογραφίες του Λευκάδιου Σίδερη

[3] Ο Σπυρίδων Μόστρας ήταν γιός του Δημήτριου Αθανασίου και της Παρασκευής Μόστρα. Ο Παππούς του ήταν πρωτογραμματέας του Αλή Πασά, ενώ ο πατέρας του ήταν στην «γραμματεία» του Αλή Πασά, με αντικείμενο τις αντιγραφές των επιστολών πριν αυτές αποσταλούν στους αποδέκτες. Οι θείοι του Σπυρίδωνα ανέλαβαν την εκπαίδευσή του και για την «προώθηση» του, του έδωσαν ως επώνυμο όχι το πατρικό του  (Αθανασίου) , αλλά αυτό της μητέρας του (Μόστρα). Η εκπαίδευση του Σπυρίδωνα συνεχίστηκε ως αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και στη συνέχεια ανέλαβε σημαντικές θέσεις στο ναυτικό, όπως αυτή του αρχιναυπηγού.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο