Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

ΠΑΝΟΣ ΧΟΛΗΣ : Η ΜΥΡΜΙΓΚΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 


ΠΑΝΟΣ ΧΟΛΗΣ

Η ΜΥΡΜΙΓΚΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Ήμουν περίπου είκοσι πέντε χρονών όταν, στη δουλειά μου, γνώρισα έναν αγαπημένο φίλο, μεταφραστή της Ισπανικής λογοτεχνίας, τον Βασίλη, καλή του ώρα όπου και αν είναι. ....

Στα διαλείμματα της εργασίας και στις εξόδους μας μιλούσαμε αδιάκοπα για τον άνθρωπο, για τη ζωή, για τη φιλοσοφική θεώρησή της και για όλα εκείνα που μας απασχολούσαν τότε και, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν έπαψαν ποτέ να μας απασχολούν.

Κάποια στιγμή, μέσα από αυτές τις συζητήσεις, άρχισα να παρατηρώ περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο κινούνταν οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους.

Εκείνη την εποχή υπήρχε κάτι που θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητο. Η έξοδος του Σαββατοκύριακου. Νέοι και μεγαλύτεροι έπρεπε να βγουν, να διασκεδάσουν, να πάνε κάπου, να μη μείνουν πίσω από τους άλλους. Το Σαββατοκύριακο έμοιαζε να έχει τη δική του υποχρέωση.

Αν τολμούσες να πεις ότι δεν βγήκες το Σάββατο, ή ότι δεν ένιωθες την ανάγκη να φύγεις ένα τριήμερο, ή ότι διακοπές θα πας στο χωριό σου, υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να σε κοροϊδέψουν ή, ακόμη χειρότερα, να αισθανθείς ότι απομονώνεσαι από τους άλλους. Σαν να υπήρχε ένας άγραφος κανόνας που έλεγε πως όλοι έπρεπε να κάνουν τα ίδια πράγματα, περίπου τις ίδιες ημέρες, για τους ίδιους λόγους.

Εγώ τότε αναρωτιόμουν γιατί να συμβαίνει αυτό;

Γιατί πρέπει να κάνουμε αυτό που κάνουν όλοι; Για να αισθανόμαστε ότι ανήκουμε στη μάζα; Γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να πούμε «δεν θέλω» όταν όλοι οι άλλοι λένε «πρέπει»; 

Από αυτές τις σκέψεις, και από τις ατέλειωτες συζητήσεις με τον Βασίλη,  για τον άνθρωπο και τη ζωή, γεννήθηκαν συμπεράσματα που και σήμερα είναι περισσότερο ορατά..

Όταν ο άνθρωπος βλέπει γύρω του το πλήθος να τρέχει αδιάκοπα πίσω από τα μικρά, τα πρόσκαιρα και τα ασήμαντα, κινδυνεύει σιγά σιγά να ξεχάσει τον εαυτό του.

Παρακολουθεί τι κάνουν οι άλλοι, τι λένε, τι αγοράζουν, τι φορούν, τι πιστεύουν, τι χειροκροτούν, τι γράφουν και τι καταδικάζουν κι έτσι, μέσα στην αδιάκοπη παρακολούθηση του κόσμου, παύει να ακούει τη δική του φωνή.

Δεν θυμάται πια το ανθρώπινο όνομά του ενώπιον του Θεού. 

Μέσα στο διαδίκτυο κρύβετε ακόμα ποιο βαθιά πίσω από την ανωνυμία του. Μέσα στο πλήθος και κρυπτώμενος με την ανωνυμία του εύκολα κρίνει και δείχνει με το δάχτυλο εκείνον που ξεχωρίζει με το όνομα του, την προσωπικότητα του και το θάρρος της γνώμης του. Νομίζει ότι έτσι αποκτά ξανά το όνομα του. Ζει στην αιώνια ψευδαίσθηση του. 

Δεν τολμά να είναι ο εαυτός του, το βρίσκει παρακινδυνευμένο. 

Του φαίνεται επικίνδυνο να ξεχωρίσει, δύσκολο να σταθεί μόνος, σχεδόν παράλογο να  ακολουθήσει έναν δρόμο που δεν ακολουθούν οι πολλοί, σχεδόν αδύνατο να εκφράσει δημόσια τη γνώμη του και πολύ περισσότερο όταν αυτή διαφέρει από τη γνώμη  των πολλών.

Αντίθετα, του φαίνεται εύκολο και ασφαλές να γίνει ένας ακόμη μέσα στους πολλούς, να επαναλάβει, να μιμηθεί, να προσαρμοστεί, να χωρέσει, να είναι ίδιος με όλους, να νιώθει ότι είναι μέλος του συστήματος.

Και σήμερα η μυρμηγκιά έχει γίνει ακόμη πιο πυκνή.

Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται πια να βγει στον δρόμο για να συναντήσει το πλήθος. Το κουβαλά στην παλάμη του.

Το πλήθος μπαίνει κάθε μέρα στο σπίτι του, του δείχνει τι να κοιτάξει, τι να φοβηθεί, τι να επιθυμήσει, τι να φάει, τι να παρακολουθήσει, τι να απορρίψει και, ακόμη, τι να σκεφτεί, τι να ακολουθήσει, τι να χειροκροτήσει. 

Κι εκείνος, χωρίς να το καταλάβει, μπορεί να περάσει ολόκληρη τη ζωή του κοιτάζοντας τους άλλους, ακολουθώντας τους άλλους  και ξεχνώντας να κοιτάξει μέσα του.

Έτσι ο άνθρωπος γίνεται απομίμηση. Γίνεται αριθμός. Γίνεται προφίλ. Γίνεται μια ακόμη μονάδα μέσα στη μυρμηγκιά. Ανήκει στη περιβόητη κατευθυνόμενη μάζα. 

Το μεγαλύτερο θάρρος της εποχής μας δεν είναι να φωνάξεις πιο δυνατά από το πλήθος, αλλά να μπορέσεις, μέσα στον θόρυβό του, να σταθείς για λίγο σιωπηλός και να ρωτήσεις:

Ποιος είμαι εγώ, όταν κανείς δεν με βλέπει;

Και ποιο είναι το όνομά μου ενώπιον του Θεού;

Ο άνθρωπος δεν πλάστηκε για να γίνει ένας από τους πολλούς. Πλάστηκε για να γίνει και να απομείνει ο εαυτός του. 

Και ίσως εκεί, ακριβώς εκεί, αρχίζει η αληθινή ελευθερία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο