Ειρήνη Ακριβή Νταή, Οικονομολόγος, Σύμβουλος Ανάπτυξης, Υποψήφια Διδάκτωρ Οικονομικών ΕΚΠΑ
Η επόμενη περίοδος για την Αυτοδιοίκηση δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος των διαθέσιμων πόρων, αλλά από την ικανότητα των ΟΤΑ να τους διεκδικούν, να τεκμηριώνουν τις ανάγκες τους και να τους αξιοποιούν....
Το νέο χρηματοδοτικό περιβάλλον θέτει ολοένα αυστηρότερες απαιτήσεις, συνδέοντας την πρόσβαση στους πόρους με δείκτες, ορόσημα, χρονοδιαγράμματα, τεχνική ωριμότητα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η τάση αυτή αποτυπώνεται ήδη τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αυξανόμενη χρήση δεικτών απόδοσης και εργαλείων παρακολούθησης.Η κατάρτιση του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού 2027–2030, η 1η Αναθεώρηση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης 2026–2030 και η συζήτηση για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028–2034 προδιαγράφουν έναν νέο κύκλο χρηματοδοτήσεων, στον οποίο η πρόσβαση στους πόρους θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από συγκεκριμένους στόχους, μηχανισμούς παρακολούθησης και αποδείξεις επίτευξης αποτελεσμάτων. Οι πόροι δεν κατανέμονται πλέον απλώς ως πιστώσεις, αλλά εντάσσονται σε αυστηρότερα πλαίσια προτεραιοτήτων και προϋποθέσεων. Η μετατόπιση αυτή αυξάνει τις απαιτήσεις για τους ΟΤΑ και κινδυνεύει να δυσχεράνει ακόμη περισσότερο τη θέση όσων δεν διαθέτουν την αναγκαία στελέχωση, τεχνική ωριμότητα και διοικητική υποδομή.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι πλέον αν ένας Δήμος «βρήκε πρόγραμμα» ή αν ενέταξε ένα έργο, αλλά αν διαθέτει ώριμο σχεδιασμό, τεχνική επάρκεια και διοικητική συνέχεια. Χωρίς αυτά, οι χρηματοδοτήσεις κινδυνεύουν να ενισχύσουν τις ήδη υπάρχουσες διοικητικές ανισότητες. Οι Δήμοι με συγκροτημένες υπηρεσίες, τεχνική ωριμότητα και πρόσβαση σε εξειδικευμένη υποστήριξη μπορούν να κινηθούν ταχύτερα. Οι πιο αδύναμοι, αντίθετα, κινδυνεύουν να αποκλειστούν.
Αυτό είναι το σημείο που συχνά αποσιωπάται στη δημόσια συζήτηση. Όταν η πρόσβαση σε πόρους προϋποθέτει μελέτες, αδειοδοτήσεις, δείκτες, αναλυτικό φυσικό αντικείμενο, ρεαλιστικό προϋπολογισμό, ωριμότητα δημοπράτησης και ικανότητα ταχείας υλοποίησης, τότε οι ΟΤΑ δεν ξεκινούν από την ίδια αφετηρία. Ένας Δήμος με ισχυρή τεχνική υποστήριξη έχει πολύ διαφορετικές δυνατότητες από έναν μικρό ή υποστελεχωμένο Δήμο που αντιμετωπίζει ελλείψεις προσωπικού και περιορισμένη διοικητική υποδομή.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της πρόσφατης μελέτης της ΚΕΔΕ και της ΕΕΤΑΑ για το κόστος λειτουργίας των Δήμων, 165 από τους 329 Δήμους της χώρας, δηλαδή το 50,2%, καλύπτουν από ίδια έσοδα λιγότερο από το 20% των τακτικών εσόδων τους. Η περιορισμένη αυτή οικονομική αυτονομία επηρεάζει όχι μόνο την καθημερινή λειτουργία, αλλά και τη δυνατότητα χρηματοδότησης μελετών και έγκαιρης ωρίμανσης έργων.
Οι βασικές προκλήσεις της επόμενης περιόδου —η κλιματική, χωρική και διοικητική ανθεκτικότητα, η ενεργειακή μετάβαση, ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η κοινωνική συνοχή, η πολιτική προστασία και η βιώσιμη κινητικότητα— απαιτούν σύνθετες και ολοκληρωμένες παρεμβάσεις. Από τη μία πλευρά, ζητείται από την Τοπική Αυτοδιοίκηση να ανταποκριθεί σε ζητήματα υψηλής πολυπλοκότητας και, από την άλλη, πολλοί Δήμοι δεν διαθέτουν την αναγκαία διοικητική και τεχνική ικανότητα για να τα μετατρέψουν σε ώριμα, χρηματοδοτήσιμα και υλοποιήσιμα έργα. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι μεγαλύτερες ανάγκες δεν συμπίπτουν πάντα με τη μεγαλύτερη χρηματοδοτική ικανότητα.
Η κλιματική ανθεκτικότητα, για παράδειγμα, μπορεί να περιλαμβάνει αντιπλημμυρικά έργα, χαρτογράφηση κινδύνων, διαχείριση ομβρίων και πράσινες και μπλε υποδομές, μεταξύ άλλων. Αντίστοιχα, η ενεργειακή μετάβαση συνδέεται με την αναβάθμιση δημοτικών κτιρίων, τον οδοφωτισμό, τις ΑΠΕ, την ενεργειακή διαχείριση και τη μείωση του λειτουργικού κόστους. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο καλύτερης διοίκησης, παρακολούθησης έργων, διαχείρισης αιτημάτων και τεκμηριωμένης λήψης αποφάσεων.
Αυτές οι παρεμβάσεις απαιτούν κάτι περισσότερο από πολιτική βούληση. Απαιτούν υπηρεσίες προγραμματισμού που μπορούν να σχεδιάσουν, τεχνικές υπηρεσίες που μπορούν να ωριμάσουν έργα, οικονομικές υπηρεσίες που μπορούν να κοστολογήσουν και διοικήσεις που μπορούν να ιεραρχήσουν τις ανάγκες.
Το έλλειμμα διοικητικής ικανότητας αποτυπώνεται και στα στοιχεία στελέχωσης. Η παραπάνω μελέτη καταγράφει 46. όπως αποκαλύπτει το airetos.gr 626 μη ενεργές οργανικές θέσεις, οι οποίες αντιστοιχούν στο 40,6% της συνολικής οργανικής δυναμικότητας των Δήμων. Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η εικόνα στους κλάδους των μηχανικών, όπου η πληρότητα των οργανικών θέσεων περιορίζεται στο 48,8%. Πρόκειται ακριβώς για το προσωπικό που είναι αναγκαίο για την εκπόνηση μελετών, την αδειοδότηση, την τεχνική ωρίμανση και την παρακολούθηση των έργων.
Γι’ αυτό ιδιαίτερη σημασία αποκτά η ύπαρξη ενός οργανωμένου χαρτοφυλακίου έργων για κάθε ΟΤΑ, το οποίο θα αποτυπώνει τις βασικές παρεμβάσεις, τον βαθμό ωριμότητάς τους, τις πιθανές πηγές χρηματοδότησης, το εκτιμώμενο κόστος και τα αναμενόμενα οφέλη. Ένα τέτοιο εργαλείο μπορεί να βοηθήσει τους Δήμους να προετοιμάζονται έγκαιρα, να ιεραρχούν καλύτερα τις ανάγκες τους και να αξιοποιούν τις διαθέσιμες χρηματοδοτήσεις με πιο στρατηγικό τρόπο.
Παράλληλα, τίθεται ζήτημα θεσμικής συνέχειας. Σε πολλούς Δήμους, η αλλαγή δημοτικής αρχής οδηγεί σε αναθεώρηση προτεραιοτήτων, επανεξέταση έργων ή αμφισβήτηση συμφωνιών που δεν είχαν θεσμικά κατοχυρωθεί. Έτσι χάνεται χρόνος, διακόπτεται η διοικητική μνήμη και ώριμες ευκαιρίες επιστρέφουν στο σημείο μηδέν.
Το χαρτοφυλάκιο έργων πρέπει, επομένως, να αποτελεί θεσμικό εργαλείο και όχι προσωπικό αρχείο κάθε διοίκησης. Να αποτυπώνει τι έχει αποφασιστεί, τι έχει ωριμάσει, τι έχει δεσμευτεί, τι εκκρεμεί και τι μπορεί πράγματι να χρηματοδοτηθεί. Χωρίς θεσμική συνέχεια, η χρηματοδοτική στρατηγική παραμένει ευάλωτη στον εκλογικό κύκλο.
Σε πρακτικό επίπεδο, το χαρτοφυλάκιο μπορεί να διακρίνεται σε τρεις κατηγορίες: σε άμεσα ώριμα έργα, τα οποία μπορούν να υποβληθούν σε ενεργές ή επικείμενες προσκλήσεις· σε έργα μεσοπρόθεσμης ωρίμανσης, που απαιτούν μελέτες, αδειοδοτήσεις ή θεσμικές προϋποθέσεις· και σε εμβληματικές παρεμβάσεις δεκαετίας, οι οποίες συνδέονται με τον αναπτυξιακό προσανατολισμό του τόπου.
Αντίστοιχη σημασία αποκτούν στις μεγάλες αστικές περιοχές οι μορφές μητροπολιτικής και διαδημοτικής συνεργασίας, καθώς πολλά από τα έργα που αφορούν τις μεταφορές, την πολιτική προστασία, τις υποδομές και την κλιματική ανθεκτικότητα δεν μπορούν να σχεδιαστούν αποτελεσματικά στα στενά όρια ενός Δήμου.
Όταν το νέο χρηματοδοτικό περιβάλλον απαιτεί ωριμότητα, δείκτες, ταχύτητα και τεκμηρίωση, η διοικητική ικανότητα δεν αποτελεί τεχνική λεπτομέρεια, αλλά όρο πρόσβασης στους πόρους. Χωρίς υποστήριξη, οι πιο αδύναμοι Δήμοι κινδυνεύουν να αποκλειστούν από προσκλήσεις που απαιτούν ώριμες μελέτες, τεχνική επάρκεια, δεδομένα και μηχανισμούς παρακολούθησης. Ενδέχεται έτσι να εμφανίζονται ως «λιγότερο αποδοτικοί», όχι απαραίτητα επειδή έχουν μικρότερες ανάγκες ή χειρότερη διοίκηση, αλλά επειδή λειτουργούν με ασθενέστερη διοικητική υποδομή.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι να ζητήσουμε από όλους τους Δήμους να λειτουργήσουν ως ώριμοι τεχνοκρατικοί οργανισμοί χωρίς να τους δοθούν τα απαραίτητα εργαλεία.
Το ίδιο μήνυμα προκύπτει και από την ευρωπαϊκή συζήτηση για την επόμενη προγραμματική περίοδο. Η πρόταση για τον πολυετή προϋπολογισμό 2028–2034 προσανατολίζεται σε χρηματοδοτικά σχήματα με εθνικά και περιφερειακά σχέδια εταιρικής σχέσης, μεγαλύτερη σύνδεση των πόρων με μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις και έμφαση στην ανθεκτικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή. Για τους Δήμους, η κατεύθυνση αυτή αυξάνει τη σημασία της έγκαιρης συμμετοχής στον σχεδιασμό, αλλά και τις απαιτήσεις διοικητικής και τεχνικής προετοιμασίας πριν ακόμη δημοσιευθούν οι σχετικές προσκλήσεις.
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης περιόδου, δηλαδή αν οι χρηματοδοτήσεις θα λειτουργήσουν ως εργαλείο ανάπτυξης ή θα μετατραπούν σε μηχανισμό αναπαραγωγής των ανισοτήτων μεταξύ των Δήμων. Οι πόροι πρέπει να φτάσουν στους Δήμους και στις τοπικές κοινωνίες που τους χρειάζονται περισσότερο. Η διαφορά θα κριθεί από το αν η νέα χρηματοδοτική αρχιτεκτονική θα συνοδευτεί από τεχνική υποστήριξη, μηχανισμούς ωρίμανσης έργων, ενίσχυση των υπηρεσιών και κοινά εργαλεία παρακολούθησης. Η διοικητική ανθεκτικότητα των ΟΤΑ δεν αποτελεί μια παράλληλη μεταρρύθμιση, αλλά βασική προϋπόθεση για μια δίκαιη και αποτελεσματική αναπτυξιακή πολιτική.
airetos.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο