Πολιτική Επιστήμονας, Ερευνήτρια - Ιδρυτικό Μέλος της "Οινιαδών Ανάπτυξις" - ΑΜΚΕ
Το παρόν ερευνητικό άρθρο είναι αποτέλεσμα πρωτογενούς έρευνας και συνιστά απόσπασμα από τη Συλλογική Έκδοση της «Οινιαδών Ανάπτυξις» ΑΜΚΕ με τίτλο: «Οινιάδες: Ιστορία – Λαογραφία – Πολιτισμός»....
Η σύχγρονη περιοχή των Οινιαδών, οριοθετούμενη μεταξύ των νότιων απολήξεων των Ακαρνανικών Όρεων, του Βελανιδόδασους Ξηρομέρου και του Ποταμού του Αγίου Δημητρίου βόρεια, το Ιόνιο και τις εκβολές του Αχελώου δυτικά, το Αιτωλικό και τους παραλίμνιους οικισμούς του ανατολικά και τις απέραντες λιμνοθάλασσες και τους υγρότοπους νότια, συνιστά μια ιδιαίτερη περιοχή με σπάνιο φυσικό κάλλος, πολυσύνθετο οικοσύστημα και σπουδαία ιστορικά τοπόσημα.
Όταν μιλάμε για Οινιάδες σήμερα, αναφερόμαστε σε όλο τον τόπο που προέκυψε μετά την Ένωση του Ακαρνανικού Δήμου Οινιάδος με πρωτεύουσα την Κατοχή με την Αιτωλική Παραχελωίτιδα με πρωτεύσουσα το Νεοχώρι και τη γεφύρωση του ποταμού Αχελώου. Τότε που υπερκεράστηκαν τα όρια των Επαρχιών, ξεπεράστηκε το φυσικό εμπόδιο του ορμητικού ποταμού και τα μέρη άρχισαν να αναπτύσσουν έντονη αλληλεπίδραση και επικοινωνία.
Το μυθολογικό υπόβαθρο, στο οποίο βασίζεται η μελέτη μας, εντοπίζεται κυρίως στο Ακαρνανικό τμήμα των σύγχρονων Οινιαδών καθώς εκεί δύναται να βρεθεί ιστορική συνέχεια διαχρονικά και με διάρκεια στο χρόνο και λιγότερο στην Αιτωλική πλευρά όπου κατοικήθηκε αργότερα κατά την πρόσφατη ιστορία. Για οικονομία του χώρου θα γίνει αναφορά σε πέντε από τους βασικούς μύθους και όχι σε όλο το εύρος της μυθολογίας και της παράδοσης των Οινιαδών που είναι εκτενέστερη από το παρόν άρθρο.
Για να ανατρέξουμε λοιπόν στις απαρχές των μύθων και της τοπικής παράδοσης χρειάζεται να φτάσουμε πίσω στην αρχαία εποχή και τον πρώτο οικιστή και βασιλιά των Οινιαδών, τον Αλκμαίωνα.
Αλκμαίων ο πρώτος οικιστής των Οινιαδών
Σύμφωνα με το μύθο, ο Αργείος ήρωας ήταν γιος του μάντη Αμφιάραου και της Εριφύλης, ήταν ένας από τους «Επιγόνους» δηλαδή απόγονος ενός εκ των επτά Αργείων στρατηγών που είχαν εκστρατεύσει κατά της Θήβας.
Ο πατέρας του Αμφιάραος παρακινήθηκε από το βασιλιά του Άργους Άδραστο να πάρει μέρος στην εκστρατεία κατά της Θήβας που είχε στόχο να εκδιώξει από το θρόνο της πόλης τον Ετεοκλή και να τον παραδώσει στον Πολυνείκη. Ο Αμφιάραος δεν δέχτηκε γιατί ήξερε, χάρη στις μαντικές ικανότητες που κατείχε, πως όλοι οι αρχηγοί της εκστρατείας θα σκοτώνονταν.
Αποφασίστηκε τότε την τελική απόφαση να την πάρει η Εριφύλη. Αυτή όμως δωροδοκήθηκε από τον Πολυνείκη, ο οποίος της πρόσφερε το περιδέραιο της Αρμονίας ,της γυναίκας του Κάδμου και η Εριφύλη αποφάσισε να συμμετάσχει ο άντρας της στον πόλεμο. Πριν φύγει για τον πόλεμο ο Αμφιάραος αντιλαμβανόμενος την προδοσία, ζήτησε από τον γιο του Αλκμαίωνα να εκδικηθεί για λογαριασμό του την Εριφύλη που τον πρόδωσε, σκοτώνοντάς την μόλις ενηλικιωθεί. Ο Αλκμαίων μόλις ενηλικιώθηκε, αν και αρχικά απρόθυμος, μετά από πιέσεις των υπόλοιπων επιγόνων που είχαν λάβει χρησμό ότι εκείνος έπρεπε να ηγηθεί και την ισχυρή προτροπή της μητέρας του Εριφύλης, πήρε μέρος στην εκστρατεία των «Επιγόνων» κατά της Θήβας.
Η Εριφύλη ωστόσο είχε δωροδοκηθεί ξανά από τον Θέρσανδρο αυτή τη φορά, που διεκδικούσε τον θρόνο της Θήβας, λαμβάνοντας ως δώρο τον πέπλο της Αρμονίας προδίδοντας και τον ίδιο της το γιο. Οι επίγονοι τελικά κατέλαβαν την Θήβα και ο Αλκμαίων σκότωσε το βασιλιά της πόλης, Λαοδάμαντα. Στη συνέχεια όμως, παρακινούμενος και από ένα χρησμό, αποφάσισε να εκδικηθεί για τον πατέρα του και σκότωσε τη μητέρα του βοηθούμενος και από τον αδερφό του Αμφίλοχο.
Μετά από το ανοσιούργημα της μητροκτονίας που διέπραξε ο Αλκμαίων εκδιωκόταν από τις Ερινύες και δεν μπορούσε να βρει γαλήνη πουθενά. Περιηγήθηκε σε διάφορα μέρη έως ότου βρήκε καταφύγιο στην Ψωφίδα της Αρκαδίας και την αυλή του Βασιλιά Φηγέα ο οποίος τον εξάγνισε και τον πάντρεψε με την κόρη του Αρσινόη, στην οποία χάρισε το ματωμένο περιδέραιο και τον πέπλο της Αρμονίας που είχε πάρει από την δολοφονημένη μητέρα του.
Η παρουσία του ωστόσο στην Ψωφίδα συνοδεύτηκε από αγονία της γης και κακοτυχίες. Ο Αλκμαίων, διαισθανόμενος την ανησυχία και τις τύψεις του, πείστηκε ότι αιτία για την αγονία ήταν η παρουσία του στην πόλη και έτσι κίνησε για τους Δελφούς ώστε να συμβουλευτεί το ιερό μαντείο. Φτάνοντας στους Δελφούς το μαντείο τον συμβούλεψε πως θα απαλλαγεί από τις Ερινύες μόνο αν καταφύγει σε χώρα που δεν υπήρχε όταν έκανε το έγκλημα αλλά σχηματίστηκε μετά.
Αναζητώντας αυτή τη χώρα ο Αλκμαίων περιηγήθηκε σε όλη την Ελλάδα, καταλήγοντας στο Δέλτα του Αχελώου όπου εξαγνίστηκε από τον ποτάμιο θεό Αχελώο και του έδωσε για γυναίκα του την κόρη του και νύμφη Καλλιρρόη. Με την Καλλιρόη ο Αλκμαίων απέκτησε δυο γιους, τον Ακαρνάνα από τον οποίο έλαβε το όνομά της ολόκληρη η περιοχή δυτικά και βόρεια του ποταμού Αχελώου και τον Αμφότερο. Ήταν έτσι ο Αλκμαίων μέσω του Ακαρνάνα γενάρχης και προπάτορας των Ακαρνάνων.
Η Καλλιρρόη στη συνέχεια θέλησε να αποκτήσει τα ματωμένα δώρα, τον πέπλο και το περιδέραιο της Αρμονίας, που είχαν χρησιμοποιηθεί για τη δωροδοκία της Εριφύλης. Αυτά όμως ο Αλκμαίωνας τα είχε χαρίσει στην πρώτη του γυναίκα την Αρσινόη. Έτσι αποφάσισε να γυρίσει στην Ψωφίδα και να τα πάρει. Με τη δικαιολογία πως τα ήθελε για να τα εξαγνίσει, τα απέσπασε από τον Φηγέα χωρίς να σκοπεύει να επιστρέψει ποτέ στην Ψωφίδα. Οι δύο γιοι του Φηγέα όμως, ο Πρόνοος και ο Αγήνωρ, υποπτευθήκαν τους σκοπούς του Αλκμαίωνα και τον σκότωσαν.
Λέγεται επίσης σε διαφορετικό μεταγενέστερο μύθο ότι κατά την άφιξή του στον απέραντο βαλτότοπο και θαλασσότοπο τότε των Οινιαδών ο Αλκμαίων εγκαταστάθηκε με τη βοήθεια του Βασιλιά της αιτωλικής πόλης Καλυδώνας Οινέα, του ανθρώπου που ο θεός Διόνυσος δώρισε και εμπιστεύτηκε το ιερό «κλήμα», μετά από παράκληση του δεύτερου να υποτάξει το μέρος και να το αποσπάσει από τους τότε κατοίκους του για λογαριασμό του, δίνοντας παράλληλα το όνομά του και το θεόσταλτο δώρο του στην πόλη και τον τόπο που έμελλε να καλλιεργήσει από τους πρώτους την άμπελο που μέχρι και σήμερα είναι αυτοφυής στον απέραντο κάμπο της.
Αποσυμβολίζοντας το μύθο του Αλκμαίωνα σχετικά με την ίδρυση των Οινιαδών γίνεται αντιληπτό ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την διαμορφωτική ισχύ του ποταμού Αχελώου που άλλοτε χάριζε και άλλοτε καταπόντιζε εδάφη στο διάβα του ευνοώντας ή ζημιώνοντας τους κατοίκους των περιοχών που διέσχιζε. Στην περιοχή των Οινιαδών, με τις μεγάλες λίμνες, τα κανάλια και τα διάσπαρτα νησιά των Εχινάδων που εκτείνονταν προς το Ιόνιο, ο ποταμός Αχελώος συνέβαλε στην ένωση πολλών εξ αυτών των νησιών με τη στεριά δημιουργώντας εύφορο κάμπο, βαλτότοπους και παράκτιες ζώνες δίνοντας άφθονο χώρο, καλλιεργήσιμη γη και προοπτικές ευημερίας και ανάπτυξης σε όσους εγκαθίσταντο στην περιοχή.
Η Μάχη Ηρακλή - Αχελώου και το Κέρας της Αμάλθειας
Ένας ακόμη μύθος άρρηκτα συνδεδεμένος με τη γεωμορφολογία και την τοπογραφία της περιοχής είναι ο µύθος της πάλης του Ηρακλή µε τον ποταµό θεό Αχελώο. Ειδικότερα, όπως πολύ εύστοχα αναφέρει και η ερευνήτρια Όλγα Γιαννακογεώργου με το «Κέρας της Αµάλθειας» που αποσπάστηκε θριαµβευτικά από το θεό Αχελώο μετά την ήττα του από τον ημίθεο Ήρωα, το αιώνιο σύμβολο της αφθονίας χαρίστηκε ως δώρο στους κατοίκους της περιοχής, συμβολίζοντας τις γονιµοποιές ιδιότητες του ποταµού.
Σύμφωνα με την έρευνα της Όλγας Γιαννακογεώργου, το γεγονός ότι ηττήθηκε o θεός στην πάλη του µε τον άνθρωπο, φανερώνει και το μέγεθος του πλούτου που χαρίστηκε και τον αντίκτυπο της ανθρώπινης παρέμβασης, με σκοπό την τιθάσευση της άγριας φύσης της περιοχής και την αξιοποίησή της ήδη από την πρώιμη αρχαιότητα προς όφελος του ανθρώπινου γένους και του πολιτισμού. Από τον Οβίδιο αναφέρεται χαρακτηριστικά «…ανθών παντοίων ευωδών και οπωρών πληρουσι, και ούτως η πολύπλουτος των δώρων αφθονία τω κέρατί µου έγκειται τω καθιερωθέντι».
Συνεπώς οι αρχαίοι πρόγονοι μας συσχέτισαν τον πλούτο και τους τεράστιους φυσικούς πόρους της περιοχής με την αφθονία και έναν από τους βασικότερους μύθους της αρχαίας μυθολογίας, αυτόν του «Κέρατος της Αμάλθειας» δηλαδή του αστείρευτου πλούτου.
Το θείο δώρο που καθόρισε την ταυτότητα των Οινιαδών
Διαχρονικά παραγόμενο προϊόν της περιοχής και ένα από τα πιο συχνά απαντώμενα φυτά, που αναφέρονται και έως τις μέρες μας ως αυτοφυή στην περιοχή, είναι η άμπελος. Η άμπελος, το κρασί και άλλα παράγωγά της κυριαρχούσαν από αρχαιοτάτων χρόνων στο φυσικό τοπίο της περιοχής και ήταν το πιο φημισμένο προϊόν των Οινιαδών, οι κάτοικοι των οποίων το καλλιεργούσαν και το εξήγαγαν σε όλη την Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό.
Η κυριαρχία της αμπέλου εντυπώνεται χαρακτηριστικά και από τα πολλά τοπωνύµια της περιοχής που έλκουν την προέλευσή τους από το ομώνυμο φυτό αλλά και την ενασχόληση των κατοίκων με την αμπελουργία που συντηρούν μακρά παράδοση και τεχνογνωσία που μεταλαμπαδεύεται από τους παλαιοτέρους στους νεότερους.
Η σύνδεση της αμπέλου και του κρασιού με την περιοχή ήταν τέτοια ώστε η κυριότερη αρχαία πόλη της περιοχής και μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες των αρχαίων Ακαρνάνων γνωστή για το μοναδικό Νεώριο, τις οχυρώσεις και τη στρατηγική της τοποθεσία μέσω της οποίας έλεγχε το πέρασμα του Αχελώου, την παραγωγή πρώτων υλών αλλά επόπτευε και την δίοδο Πατραϊκού Κόλπου - Ιονίου, οι Οινιάδες, κατά μια έννοια λέγεται ότι έλαβαν το όνομά τους από τη ριζική λέξη « οίνη» (=άµπελος). Υποδηλώνοντας έτσι τον τόπο παραγωγής οίνου.
Σύμφωνα με τον Παυσανία στα Μεσσηνιακά, η ετυμολογία αυτή επιβεβαιώνεται τόσο από τη συσχέτισή της µε την ήµερη άµπελο, αφού όπως αναφέρθηκε η περιοχή ήταν γνωστή από την αρχαιότητα σαν «αγαθή γη» για την εφορία της, όσο και για τις αυτοφυείς αμπέλους που ως πρόσφατα αφθονούσαν στα µέρη. Άλλες εκδοχές που συσχετίζουν την ονομασία των Οινιαδών με το μυθικό βασιλιά της Καλυδώνας Οινέα αναφέρουν ότι ο θεός Διόνυσος χάρισε την άμπελο στο βασιλιά, ο οποίος τη δώρισε στη συνέχεια στους κατοίκους της περιοχής οι οποίοι με πρώτους τους Οινιάδίτες συστηματοποίησαν την καλλιέργεια για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό έδαφος. Οι Οινιαδίτες σύμφωνα με αυτό το μύθο ήταν οι πρώτοι που επιδόθηκαν συστηματικά στην καλλιέργεια της Αμπέλου στην Ευρωπαική Ήπειρο και από την ιδιότητά τους αυτή έλαβαν και το όνομά τους που δεν σημαίνει τίποτα άλλο από τους “καλλιεργητές της Αμπέλου”.
«Ο μύθος του Βασιλιά Ανήλιαγου»
Ένας ιδιαίτερος μύθος της περιοχής είναι αδιαμφισβήτητα ο Μύθος του Βασιλιά Ανήλιαγου. Στο κατάφυτο με βελανιδιές και πουρνάρια αρχαίο κάστρο του Τρικάρδου, λίγα χιλιόμετρα δυτικά της κωμόπολης της Κατοχής, στο Ακαρνανικό τμήμα των Οινιαδών, οι ογκώδεις λίθοι, τα χαλάσματα και οι λαξευμένες ή πετρόκτιστες εσοχές στις πλαγιές του ομώνυμου λόφου παραδομένα σήμερα στη φύση και την πυκνή βλάστηση μαρτυρούν μεν τα επιτεύγματα των οικιστών της σπουδαίας πόλης κρύβουν όμως παράλληλα μύθους και δοξασίες της περιοχής που κάνουν λόγο για την ιστορία του Βασιλιά Ανήλιαγου, του ανθρώπου που καταδικάστηκε να ζει για πάντα στο σκοτάδι.
Συμφώνα με το μύθο, ο Βασιλιάς Τρίκαρδος, ο μυθικός βασιλιάς της περιοχής που μνημονευόταν κατά τη διάρκεια των μέσων χρόνων και έπειτα, απέκτησε έναν πεντάμορφο μοναχογιό. Καθώς ο περιχαρής πατέρας γιόρταζε τη γέννηση του γιου του και το μωρό βρισκόταν μέσα στην κούνια, έσβησε το φως από το λυχνάρι που του είχε ανάψει και οι μοίρες ή κατ’ άλλους νεράιδες τον καταράστηκαν να ζήσει για πάντα μακριά από το φως του ήλιου, χωρίς να μπορεί να αντικρίσει ούτε μια αχτίδα φωτός. Ειδάλλως ο θάνατος θα τον έβρισκε ακαριαία!
Το γεγονός αυτό ήταν η αφορμή το παιδί να ονομαστεί Ανήλιαγος και ο πατέρας του να του φτιάξει, παλάτι υπόγειο, μεγάλο και βαθύ, μέσα στης γης το χώμα, φως ποτέ να μην τον δει, ποτέ να μην αντικρίσει ο νιος τις χρυσοφτέρουγες ακτίνες του ηλίου. Ο Ανήλιαγος όμως καθώς μεγάλωνε, γεμάτος περιέργεια, χαρά και θέληση για ζωή, μη μπορώντας να συμβιβαστεί με την κατάσταση αυτή, προσπαθούσε να ζήσει και να ανακαλύψει τη ζωή στην επιφάνεια της γης. Γι’ αυτό κάθε βράδυ, μόλις ο παντεπόπτης ήλιος έδυε, ο νεαρός Βασιλιάς έβγαινε απ’ το παλάτι του, περνούσε γοργά το μεγάλο ποταμό του δάσους (τον Αχελώο) με τ’ άσπρο και ψηλό άλογό του, για ν’ ανταμώσει την αγαπημένη του αρχόντισσα, την κυρά Ρήνη, που ζούσε σε ένα γειτονικό οχυρό κάστρο στα ανατολικά.
Το δρομολόγιο αυτό γινόταν καιρό κι όμορφα κυλούσαν οι μέρες μεταξύ των δυο ερωτευμένων νέων. Μα η απότομη και ανεξήγητη φυγή του νεαρού Ανήλιαγου κάθε πρωί προτού ξημερώσει μπόλιασαν με σκέψεις κακές το νου της κυρά Ρήνης η οποία αναρωτήθηκε για ποιο λόγο ο αγαπημένος της την επισκέπτεται μονό τη νύχτα και γιατί πάντοτε φεύγει πριν ξημερώσει.
Οι σκέψεις αυτές σαν ρίζωσαν, δηλητηρίαζαν το νου της δεσποσύνης, επέτειναν την ανησυχία της και την εξώθησαν να ανακαλύψει με τέχνασμα ποιο ένοχο μυστικό ο νέος της κρατούσε κρυφό. Αποφάσισε λοιπόν τον αγαπημένο της να ξεγελάσει και δίχως να αναλογιστεί το κόστος της ανακάλυψης αυτής τυφλωμένη από τη ζήλια, το πάθος και την καχυποψία που την κατέβαλε, διέταξε τους έμπιστους υπηρέτες της και σφάξανε όλα τα κοκόρια του κάστρου της.
Το επόμενο βράδυ την επισκέφτηκε ξανά ο ανυποψίαστος Ανήλιαγος, για να περάσει γλυκά τη νύχτα μαζί της. Η ώρα περνούσε αλλά κοκόρια να λαλήσουν δεν υπήρχαν κι έτσι ξεχάστηκε λίγο περισσότερο ο Ανήλιαγος ο οποίος εξαιτίας της αγάπης του για την κυρά έμεινε κοντά της γαλήνιος και επαναπαυμένος ως το πρωί. Μόλις ξημέρωσε και κατάλαβε ότι οι πρώτες ακτίνες του ηλίου σύντομα θα έκαναν την εμφάνισή τους στην επιφάνεια της γης, πετάχτηκε από το κρεβάτι του, καβάλησε το άλογό του και έτρεξε σαν αστραπή, για να προλάβει στα υπόγεια παλάτια του να μπει.
Ο δυστυχής Ανήλιαγος πάνω που περνούσε τον ποταμό, λίγο πριν φτάσει στο κάστρο του, αντίκρισε τον ήλιο και καθώς οι πρώτες του αχτίδες τον άγγιζαν στην πλάτη και έλουζαν την άκρη του προσώπου του, θαμπωμένος και μαγεμένος από το φως εκθείασε την εικόνα του ήλιου και της ζωής στην επιφάνεια της γης λέγοντας: «Τι θάμα θέ μου είν’ αυτό, τι φως του έξω κόσμου, Θέ μου, τι λάμψη έδωσες, τι χρώμα του ουρανού σου! Εσείς που μ αγαπήσατε μην κλαίτε στη χαρά μου! Χαράς τραγούδια πέστε μου μ αυτά να ξεψυχήσω. Να μη με χώσετε στη γης, μα πάνω σ ένα βράχο Στήστε μου το κουφάρι μου, τον ήλιο να κοιτάζω. Να μαρτυράω με τα άδεια μάτια μου τα μάτια τους ανθρώπους πως μια ζωή στη σκοτεινιά μ’ όσα καλά και πλούτια, δεν την αξίζει μιας στιγμής στο φως του Ήλιου», έπειτα ξεπέζεψε και μαρμάρωσε εκεί για πάντα, πλάι στο ποτάμι του κάστρου του υπενθυμίζοντας σε όλους την αξία και το μεγαλείο του αναντικατάστατου και ιερού αγαθού της ζωής.
Στον μύθο του Ανήλιαγου έχουν αναφερθεί με έργα τους οι ποιητές Γεώργιος Δροσίνης και Ιωάννης Πολέμης ενώ με βάση το ποίημα του Πολέμη το 1910 διεξήχθη θεατρική παράσταση στο Θέατρο Νέας Σκηνής. Η τοπική λαϊκή παράδοση αντλεί πλούσια στοιχεία από το μύθο αυτό και ειδικά τα υπόγεια παλάτια του Τρικάρδου κάνοντας λόγο για υπόγειες πολιτείες και σπανίους θησαυρούς καλά κρυμμένους στη λήθη του χρόνου και τα έγκατα της γης.
Ο συγκινητικός μα και μεγαλειώδης μύθος του Ανήλιαγου έχει αρχέγονες ρίζες στην πάλη του σκότους και του φωτός, στη νίκη του φωτός επί του σκότους και το μεγαλείο της ζωής, ένα κοινό μοτίβο που απαντάται στους αρχαίους πολιτισμούς. Στη λαϊκή φαντασία ο καταραμένος Βασιλιάς προσομοιάζει με τους Βρικόλακες που απαντώνται σε ιστορίες στην περιοχή αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη και τον κόσμο. Τα υπερφυσικά αυτά πλάσματα μεταφορικά συμβολίζουν το φόβο για το άγνωστο, για το μη επιφανειακό, για το ενδότερο των καταστάσεων ή της ουσίας, το ασυνείδητο του ίδιου μας του εαυτού. Ως εκ τούτου, ο Ανήλιαγος συμβολίζει αφενός τη θέληση του ανθρώπου για ζωή, τον αέναο αγώνα για επιβίωση, την ελπίδα, την παρόρμηση της νιότης, τη ρήξη με τις νόρμες και την αποδέσμευση από τα δεσμά καθώς και την μερική άγνοια κινδύνου.
Αφετέρου ο χαρακτήρας του Ανήλιαγου συμβολίζει την αβεβαιότητα για το παρόν και το μέλλον, την επιθυμία εξερεύνησης, κατανόησης και απόκτησης νέων γνώσεων και το φόβο που συνοδεύει την πρόκληση. Τα στοιχεία αυτά ενδεχομένως να συνδέονταν και με το υγρό και ευμετάβλητο περιβάλλον των Οινιαδών της αρχαιότητας, που περιβάλλονταν από το υδάτινο στοιχείο, βίωναν τη διαμορφωτική αλλά και καταστρεπτική επίδραση του ποταμού, περιορίζονταν από τα έλη και τους βαλτότοπους και λίγο πιο μακριά έδιναν ελπίδα μα και πρόκληση με την ανοικτή θάλασσα του Ιονίου να επιφυλάσσει περιπέτειες, ευκαιρίες πλουτισμού και δόξας αλλά και τραγωδίες. Είναι αναγκαίο στη σύνδεση του μύθου με τον τόπο να έχουμε στο νου μας ότι οι Οινιαδίτες υπήρξαν καλλιεργητές, έμποροι, ευφυείς τεχνίτες και ναυτικοί. Πρόκειται για μια ομάδα ανθρώπων που ζούσαν στο κέντρο μιας εκτεταμένης περιοχής με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη εμπορική και ναυτική κουλτούρα.
Αντίστοιχα το μυθικό πρόσωπο του βασιλιά Τρικάρδου είναι ένα ιδεατό σύμβολο, ένας σωτήρας, ένας ντόπιος ηγέτης βγαλμένος από τα σπάργανα της γης, της κοινότητας, του τόπου, όμοιος με τον Αρθούρο, το μαρμαρωμένο βασιλιά που συναντάμε σε πολλούς μύθους της Ευρώπης ο οποίος συγκεντρώνει στο πρόσωπό του μια σειρά από χαρακτηριστικά τόσο ως πρότυπο πατέρα όσο και ως βασιλιά. Είναι ένα σύμβολο που εξυπηρετεί το μύθο, τη συλλογική μνήμη και την ιστορική αναφορά ως σημείο ενότητας και καθορισμού ταυτότητας. Επιπροσθέτως, αποτελεί το ασφαλές καταφύγιο, είναι ο πατέρας που χτίζει υπόγειο παλάτι για να προστατέψει το παιδί του που δεν πρέπει να το δει ο ήλιος, ο άνθρωπος που χτίζει άμυνες, που προετοιμάζεται, που είναι έτοιμος να παλέψει. Υπό άλλο πρίσμα είναι ο αρχηγός της κοινότητας, ο ηγέτης που προετοιμάζεται, οργανώνεται και με περίσσεια φροντίδα προστατεύει την κοινότητα από τον επερχόμενο κίνδυνο. Από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση και έπειτα η περιοχή αλλάζει πολλά χέρια και διοικήσεις, το Μεσαίωνα ο μύθος αλλάζει και προστίθενται στοιχεία ή συναντάται σε παραλλαγές η αναφορά του ονόματος του Τρικάρδου όμως από τόπο σε πρόσωπο επιβιώνει και επανακαθορίζει ταυτότητες και θυμίζει μέσα από το μύθο στους ντόπιους την πολιτιστική καταγωγή τους από την αρχαία πολιτεία των Οινιαδών. Το αρχαία πόλη με τις τρεις καρδιές, τα τρία κάστρα, ένα ισχυρό βασίλειο που στο μύθο προσωποποιήθηκε και ταυτίστηκε με ένα πρόσωπο υπαρκτό ή μη για την εξυπηρέτηση του αφηγήματος.
«Ο μύθος του Κύκλωπα Πολύφημου»
Ένας ακόμη μύθος των Οινιαδών συνδέεται με το μύθο του Κύκλωπα Πολύφημου που σύμφωνα με μία εκδοχή λέγεται ότι κατοικούσε με το κοπάδι του στις ακτές της νότιας Ακαρνανίας και τον οποίο τύφλωσε ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του κατά την προσπάθειά τους να αποδράσουν από τη σπηλιά που τους αιχμαλώτισε ,πιασμένοι κάτω από τα γιγάντια πρόβατά του.
Σύμφωνα με το μύθο, ο έξαλλος Κύκλωπας που κατάλαβε ότι ο Οδυσσέας διέφυγε, άρχισε να ρίχνει μεγάλα βράχια στη θάλασσα για να τους σκοτώσει. Ο μύθος αυτός συνδέθηκε από τους ντόπιους με το μεγάλο ογκόλιθο, γνωστό και ως Πέτρα του Κύκλωπα, που εντοπίζεται στην περιοχή του Βάλτου ανάμεσα από τα κτήματα Κατοχής και Λεσινίου ενώ την ίδια ονομασία έχουν ορθωμένοι μεγάλοι ογκόλιθοι ύψους περίπου 5 μέτρων που προκαλούν μεγάλη εντύπωση στην πεδιάδα του Αστακού, που την εποχή που έλαβε χώρα η Οδύσσεια ήταν θάλασσα. Σημαντικό στοιχείο που συνδέει το μύθο με τον τόπο συνιστά δε και η ύπαρξη ενός σπηλαίου στο όρος Βελούτσα του Αστακού που φέρει την ονομασία “Σπηλιά του Κύκλωπα”.
Επιχειρώντας τον αποσυμβολισμό αυτού του περίεργου μύθου, ίσως ο Πολύφημος εγκλωβίζει τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του στη σπηλιά του αγνώστου και της ασυνείδητης πτυχής του εαυτού τους. Ο Κύκλωπας που συμβολίζει κατά μία έννοια το τρομακτικό, τον φόβο, την πρόκληση, αντλεί ενέργεια από το φόβο και την αγωνία του Οδυσσέα και των συντρόφων του. Ίσως αλληγορικά ο μύθος να συμβολίζει τον αχανή συναισθηματικό κόσμο και την πάλη του με το λογικό και το ενσυνείδητο που αντιπροσωπεύει ο Οδυσσέας και το οποίο χρειάζεται να χρησιμοποιήσει προκειμένου να ξεφύγει από τον κίνδυνο και να οδηγήσει τους άνδρες του με ασφάλεια στον προορισμό τους. Ο Κύκλωπας αντιπροσωπεύει τις τεράστιες αδυναμίες του εαυτού μας, που ως συμπληγάδες μας στερούν την προοπτική της ανέλιξης και της προόδου, κρατώντας μας στάσιμους, φοβισμένους από την υποτιθέμενη άνιση μάχη που χρειάζεται να διεξάγουμε προκειμένου να εξελιχθούμε και να πετύχουμε στο στόχο μας. Μόνο ένας ισχυρός νους μπορεί να εξισορροπήσει αυτές τις αρχέγονες ενστάσεις που περικλείουμε υποσυνείδητα μέσα μας και να σκοτώσει τα αρνητικά στοιχεία του εαυτού απαλλάσσοντάς τον από βαρίδια και χαρίζοντάς του καθαρή σκέψη.
Ο αποσυμβολισμός αυτός, στο επίπεδο του χώρου της περιοχής των Οινιαδών και του Αστακού όπου απαντώνται η σπηλιά και οι μεγάλοι όρθιοι ογκόλιθοι, συσχετίζεται ξανά με το ασαφές υδάτινο περιβάλλον που χαρακτήριζε την περιοχή κατά την αρχαιότητα, τα υδρόφιλα πυκνά δάση, τα έλη και τα βραχώδη Ακαρνανικά όρη που οριοθετούσαν μια περιοχή γεμάτη προκλήσεις για τους ξένους που την αντίκριζαν πρώτη φορά. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι περιηγητές και οι ταξιδιώτες χρειάζονταν να είναι σε επαγρύπνηση, να σκέφτονται καθαρά προκειμένου να μην χάσουν το δρόμο τους και παρασυρθούν σε σημεία επικίνδυνα για τη ζωή τους.
Βιβλιογραφία
Πρωτογενής Έρευνα με αναφορές σε:
Ιωάννης Πολέμης, Ο βασιλιάς Ανήλιαγος, βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Αθήνα 1912 [2η εκδοση].
Παναγιώτα Ασημακοπούλου, Ο Βασιλιάς Ανήλιαγος, Εκδόσεις Μύρτος, Αθήνα, 2012
Η επίδραση και η παρουσία της λαϊκής παράδοσης του Βασιλιά Ανήλιαγου στη γραπτή λογοτεχνία / Νικολίνα Θωμοπούλου, Λαϊκός πολιτισμός και έντεχνος λόγος : ποίηση, πεζογραφία, θέατρο : πρακτικά διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου Αθήνα, 8-12 Δεκεμβρίου 2010 / επιμέλεια ύλης, επιστημονική επιμέλεια Γιώργος Βοζίκας
τόμος 1
Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969
Π. Γκριμάλ, Λεξικό της ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας, "Αλκμέωνας", USP, 1991.
A. Severyns, Le cycle épique dans l’école d’Aristarque, σελ. 225, Université de Liège, 1928.
Μητροπέτρου, Ελένη, The origins of the greek geomythology through the cosmogonies, theogonies and the cycle of Hercules , Πανεπιστήμιο Πατρών. Σχολή Θετικών Επιστημών. Τμήμα Γεωλογίας , Πάτρα, 2012




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο