Με δύο πρόσφατα έγγραφά του το Υπουργείο Εργασίας και ο ΕΦΚΑ, το υπ’αριθ.πρωτ.εισερχ. 116338/20-1-2026 επείγον έγγραφο και το συνοδευτικό με αριθ.πρωτ. ΙΡΙΔΑ 33859/23-12-2025, αποσαφηνίζουν το θολό μέχρι σήμερα τοπίο αναφορικά με τη δυνατότητα συνέχισης της απασχόλησης στο Δημόσιο μετά τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος ή αναπηρίας των δημοσίων υπαλλήλων (μονίμων, αορίστου χρόνου και ορισμένου χρόνου)....
Τα δύο αυτά έγγραφα δίνουν απάντηση σε αρκετά ζητήματα που είχαν δημιουργηθεί στην πράξη αναφορικά με την απασχόληση μετά τη συνταξιοδότηση των ανωτέρω κατηγοριών δημοσίων υπαλλήλων.Σημαντικό κριτήριο για τη δυνατότητα συνέχισης της απασχόλησης μετά τη συνταξιοδότηση είναι η μονιμότητα ή μη του δημοσίου υπαλλήλου, καθώς και το συνταξιοδοτικό καθεστώς που υπαγόταν κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου.
Το νέο θεσμικό πλαίσιο μετά την έκδοση και των δύο παραπάνω σημαντικών εγγράφων έχει ως εξής, σύμφωνα με την ανάλυση της ΕΝΥΠΕΚΚ Αγγελική Μητροπούλου (Διδάκτωρ-Δικηγόρος), Αριστοτέλης Κολοβός (Δικηγόρος):
Το θεσμικό πλαίσιο που ισχύει για τη συνταξιοδότηση δημοσίων υπαλλήλων, μονίμων ή αορίστου χρόνου
Στις διατάξεις της παρ. 2α του άρθρου 1 του ν. 4554/2018 ορίζεται ότι η χορήγηση της σύνταξης γήρατος αρχίζει από την πρώτη του επόμενου της υποβολής τής αίτησης συνταξιοδότησης μήνα, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την ημερομηνία αυτή πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης. Σε αντίθετη περίπτωση, αρχίζει από την πρώτη μέρα του μήνα που έπεται εκείνου κατά τον οποίο πληρούνται όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Σύμφωνα με την παρ. 2β του ίδιου ως άνω άρθρου προβλέπεται ότι, για τα πρόσωπα που απαιτείται από την κείμενη νομοθεσία, η λύση της υπαλληλικής σχέσης, προκειμένου να συνταξιοδοτηθούν λόγω γήρατος, η προϋπόθεση αυτή εξακολουθεί να ισχύει, ενώ η παρ. 5 του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι, από την έναρξη ισχύος αυτής της διάταξης, καταργείται κάθε άλλη αντίθετη ειδική ή γενική διάταξη.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ. 169/2007 και το άρθρο 3 παρ.1 του ν.2084/1992, ο τακτικός δημόσιος υπάλληλος που λαμβάνει κάθε μήνα μισθό από το Δημόσιο Ταμείο ή από άλλους ειδικούς πόρους, δικαιούται σε ισόβια σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο:
α) Αν απομακρυνθεί με οποιονδήποτε τρόπο από την Υπηρεσία και έχει την ανά περίπτωση πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.
β) Αν απολυθεί και έχει 20ετή τουλάχιστον πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.
γ) Αν απολυθεί για σωματική ή διανοητική ανικανότητα, η οποία δεν οφείλεται στην υπηρεσία και έχει πενταετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία. Η ανικανότητα βεβαιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.
δ) Αν απολυθεί, γιατί καταργήθηκε η θέση και έχει 20ετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, εφόσον αμέσως πριν από την απομάκρυνση του έχει πλήρη 5ετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.
ε) Αν, έχοντας συμπληρώσει το όριο ηλικίας, απομακρυνθεί οπωσδήποτε από την Υπηρεσία και έχει 15ετή τουλάχιστον πραγματική συντάξιμη υπηρεσία.
στ) Αν απομακρυνθεί οπωσδήποτε από την Υπηρεσία γιατί έγινε σωματικά ή διανοητικά ανίκανος από τραύμα ή νόσημα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας τής υπηρεσίας.
Σημειώνεται ότι, για όσους έχουν προσληφθεί στο δημόσιο έως την 31-12-2010, η συνταξιοδότηση για ανικανότητα που προήλθε πρόδηλα από την Υπηρεσία και ένεκα αυτής δεν γίνεται από τον e-ΕΦΚΑ (πρώην Δημόσιο), αλλά κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ.3 του άρθρου 4 του ν.4387/2016 από τις Υπηρεσίες του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών .
- Αυτοδίκαιη λύση τής υπαλληλικής σχέσης του προσωπικού ΙΔΑΧ που συνταξιοδοτείται λόγω γήρατος
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3801/2009 όπως ισχύει, το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ΙΔΑΧ του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού, καθώς και οι μόνιμοι υπάλληλοι των ίδιων φορέων, που κατά τη μονιμοποίησή του διατήρησε το ασφαλιστικό καθεστώς του Ι.Κ.Α., απολύεται αυτοδικαίως από την Υπηρεσία την 1η του επόμενου από την έκδοση της πράξης συνταξιοδότησης μήνα, εκτός εάν στο μεταξύ συμπληρώνει το όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη απόλυση όπως κάθε φορά προβλέπεται, οπότε και αποχωρεί την ημερομηνία αυτή.
Οι ασφαλιστικοί οργανισμοί κύριας ασφάλισης κοινοποιούν υποχρεωτικά την πράξη συνταξιοδότησης στον τελευταίο εργοδότη του συνταξιοδοτούμενου, όταν αυτός είναι το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού.
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.3 του ως άνω άρθρου, κατά το διάστημα που μεσολαβεί από την υποβολή τής αίτησης συνταξιοδότησης ως την 1η του επόμενου από την έκδοση της πράξης συνταξιοδότησης μήνα, στο ανωτέρω προσωπικό καταβάλλονται διαζευκτικά και ύστερα από επιλογή του οι αντίστοιχες αποδοχές ή η σύνταξή του.
Με τις υπ’αριθ. 6/2012 και 10/2014 εγκυκλίους του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και το υπ’αριθ. πρωτ. Φ.11221/9347/638/29-7-2013 έγγραφο, δόθηκαν συμπληρωματικές οδηγίες και διευκρινήσεις για το θέμα αυτό.
Ειδικότερα, διευκρινίστηκε ότι στις περιπτώσεις που ο υπάλληλος επιλέγει την καταβολή των αποδοχών αντί της σύνταξης για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης ως την πρώτη ημέρα του επόμενου από την έκδοση της απόφασης συνταξιοδότησης μήνα, είναι δυνατή η καταβολή και της σύνταξης από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης με παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων περί απασχόλησης συνταξιούχων, όπως ισχύουν από 1-1-2024 με το άρθρο 114 του ν. 5078/2023.
Σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με την υπ’αριθ. 10/2014 Εγκύκλιο (στην οποία παραπέμπει το αριθ.πρωτ. ΙΡΙΔΑ 33859/23-12-2025 έγγραφο) που αφορά στην παράλληλη καταβολή των αποδοχών και της σύνταξης και η οποία παραπέμπει και στο υπ’αριθ. πρωτ. Φ.11221/9347/638/29.7.2013 έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στις περιπτώσεις που ο υπάλληλος, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20 του ν. 3801/2009, επιλέγει την καταβολή των αποδοχών αντί της σύνταξης για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την υποβολή τής αίτησης συνταξιοδότησης ως την πρώτη ημέρα του επόμενου από την έκδοση της απόφασης συνταξιοδότησης μήνα, είναι δυνατή η καταβολή τής σύνταξης από την ημερομηνία υποβολής τής αίτησης με παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 14 του ν. 2592/1998, δηλαδή με μείωσή της κατά 70%, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατή η αξιοποίηση του χρόνου αυτού, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές, όταν καταβάλλονται ταυτόχρονα αποδοχές και σύνταξη, ο χρόνος ασφάλισης δεν θεωρείται συντάξιμος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 1379/1983 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 1489/1984).
Συνεπώς, οι οδηγίες της Εγκυκλίου 6/2012, κατά τις οποίες ορίστηκε ότι «Στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος υποβάλει αίτηση για καταβολή της σύνταξης αντί των αποδοχών για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση μέχρι την 1η του επόμενου από την έκδοση της απόφασης συνταξιοδότησης μήνα, η καταβολή της σύνταξης αρχίζει κανονικά από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για συνταξιοδότηση, χωρίς να υπόκειται σε μείωση λόγω συνέχισης της απασχόλησης για το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι για το διάστημα αυτό δεν καταβάλλονται αποδοχές» διαφοροποιούνται ως προς το δεδομένο ότι, η επιλογή των αποδοχών αντί της σύνταξης ΔΕΝ εκλαμβάνεται αυτοδίκαια ως αίτηση αναστολής τής σύνταξης, αλλά, εάν επιθυμία τού ασφαλισμένου είναι να μην καταστεί συντάξιμος ο χρόνος του, είναι δυνατή η καταβολή της σύνταξης, μειωμένης κατά 70%, από την ημερομηνία υποβολής τής αίτησης συνταξιοδότησης.
Επομένως, στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος καταθέτει στην Υπηρεσία του υπεύθυνη δήλωση, με την οποία επιλέγει να του καταβάλλονται οι αποδοχές τής θέσης που υπηρετεί, θα πρέπει ταυτόχρονα να δηλώνει εάν επιθυμεί να είναι συντάξιμος ο χρόνος απασχόλησης μέχρι την ημερομηνία λύσης τής υπαλληλικής του σχέσης. Εφόσον επιλέξει ο χρόνος να είναι συντάξιμος, ως ημερομηνία έναρξης συνταξιοδότησης θα ορίζεται η ημερομηνία υποβολής τής αίτησης, αλλά από την ίδια ημερομηνία η καταβολή τής σύνταξης θα αναστέλλεται και θα επαναχορηγείται μετά τη λύση τής υπαλληλικής σχέσης (Εγκύκλιος 6/2012).
Στην περίπτωση που επιλέξει να ΜΗΝ είναι συντάξιμος, η έναρξη συνταξιοδότησης και η καταβολή της σύνταξης καθορίζονται από την ημερομηνία υποβολής τής σχετικής αίτησης, από την οποία επιβάλλεται μείωση σε όλο το ποσό κατά 70%, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 14 του ν. 2592/1998.
Ως εκ τούτου, ναι μεν παρέχεται η δυνατότητα διατήρησης της απασχόλησης για το ως άνω χρονικό διάστημα (από την υποβολή τής αίτησης για χορήγηση σύνταξης έως και την οριστική κρίση περί αυτής), όμως ο ασφαλισμένος θα πρέπει να προσέξει κατά την κατάθεση της σχετικής δήλωσής του στην Υπηρεσία, καθώς ακόμη μέχρι και σήμερα ισχύουν τα αναφερόμενα στις ανωτέρω εγκυκλίους.
- Ασφάλιση και συνταξιοδότηση μονίμων υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ κ.λπ. και ενστόλων που προσλήφθηκαν στο Δημόσιο από 1-1-2011 κι εφεξής
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3865/2010, οι μόνιμοι, τακτικοί υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, που προσλαμβάνονται για πρώτη φορά από 1-1-2011 και μετά, καθώς και οι στρατιωτικοί που κατατάσσονται από 1-1-2011 και μετά, ασφαλίζονται για τον Κλάδο Κύριας Σύνταξης στο κοινό καθεστώς του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ενώ, εάν πρόκειται για υπαγόμενους στην ασφάλιση των Τομέων του ΕΤΑΑ (ΤΣΜΕΔΕ, ΤΣΑΥ, ΤΑΝ), εφαρμόζονται οι καταστατικές διατάξεις των εν λόγω φορέων .
Για υγειονομική περίθαλψη, επικουρική σύνταξη και εφάπαξ παροχή τα ως άνω πρόσωπα, σύμφωνα με την περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του εν λόγω νόμου, ασφαλίζονται στους οικείους φορείς, στους οποίους υπάγονται όσοι έχουν ασφαλισθεί για πρώτη φορά από 1-1-1993 και μετά στο Δημόσιο ή σε πρώην φορείς κύριας ασφάλισης.
Για την κατηγορία αυτή των ασφαλισμένων δεν εφαρμόζεται για τη συνταξιοδότησή τους ο Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (ΚΠΣΣ). Όμως καταλαμβάνονται από τον Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων (ν. 3528/2007) και συγκεκριμένα από τις διατάξεις του άρθρου 152 (Απόλυση λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας) και του άρθρου 155 (Απόλυση λόγω κατάληψης από το όριο ηλικίας).
Σύμφωνα με το άρθρο 155 «Μόνιμοι υπάλληλοι, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος, αλλά δεν υπάγονται στο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου ή δεν συνταξιοδοτούνται με βάση τις δημοσιοϋπαλληλικές διατάξεις, απολύονται αυτοδικαίως από την υπηρεσία, μόλις συμπληρώσουν το 62ο έτος της ηλικίας τους. Αν το προσωπικό αυτό κατά τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του δεν έχει συμπληρώσει σαράντα (40) έτη συνολικής υπηρεσίας στο Δημόσιο, παρατείνεται η παραμονή του στην Υπηρεσία, έως τη συμπλήρωση της υπηρεσίας αυτής και όχι πέραν του 67ου έτους της ηλικίας. Το προηγούμενο εδάφιο έχει εφαρμογή και για τους μόνιμους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, οι οποίοι πέραν του ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού καθεστώτος του δημοσίου, υπάγονται και σε καθεστώς κύριας ασφάλισης άλλου ασφαλιστικού- συνταξιοδοτικού φορέα για τη λήψη δεύτερης κύριας σύνταξης, εφόσον κατά την αυτοδίκαιη απόλυσή τους κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1-3 δεν θεμελιώνουν αποδεδειγμένα βάσει βεβαίωσης του οικείου ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού φορέα, δικαίωμα λήψης πλήρους της δεύτερης κύριας σύνταξης από τον φορέα αυτό. Τα ανωτέρω ισχύουν και για όσους υπαλλήλους υπάγονται στις διατάξεις του Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (Ν. 3584/2007, Α` 143)».
Από το προαναφερόμενο νομοθετικό πλαίσιο προκύπτει ότι, και σε αυτήν την κατηγορία υπαλλήλων συντρέχουν οι λόγοι απόλυσης που υφίστανται στον Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων και επομένως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι συνταξιοδοτούνται με κοινές διατάξεις ΙΚΑ ή πρώην φορέων ΕΤΑΑ, απαιτείται για τη συνταξιοδότησή τους η λύση τής υπαλληλικής σχέσης είτε πρόκειται για σύνταξη γήρατος είτε για σύνταξη αναπηρίας επ’ αόριστον.
- Χορήγηση προσωρινής σύνταξης αναπηρίας για υπαλλήλους ΙΔAΧ
Α) Οι διατάξεις χορήγησης αναρρωτικής άδειας χωρίς αποδοχές για το προσωπικό ΙΔΑΧ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3801/2009 όπως ισχύει, το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ΙΔΑΧ του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού, στο οποίο χορηγείται προσωρινή αναπηρική σύνταξη, θεωρείται ότι βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια χωρίς αποδοχές από την Υπηρεσία εφόσον η νόσος είναι ιάσιμη κατά την εκτίμηση της οικείας υγειονομικής επιτροπής.
Όπως διατυπώνεται και στην αντίστοιχη αιτιολογική έκθεση, τυχόν απόλυση του προσωπικού αυτού θα δημιουργούσε πρόβλημα στην εν συνεχεία επαναφορά του, εφόσον δεν υπάρχει σχετική διάταξη που να καθορίζει τη διαδικασία της επαναπρόσληψης. Το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με την εγκύκλιο 10/22-1-2014 είχε διευκρινίσει ότι στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται βεβαίωση της υπηρεσίας που υπηρετεί ο ασφαλισμένος ότι αυτός βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια χωρίς αποδοχές.
Μετά τη θέση σε ισχύ της διάταξης του άρθρου 43 του ν.5157/2024 και δεδομένου ότι, προκειμένου να χορηγηθεί από 1-1-2024 σύνταξη λόγω αναπηρίας, δεν απαιτείται πλέον διακοπή τής εργασίας, ο e-ΕΦΚΑ εξέδωσε νεώτερες οδηγίες με το υπ’αριθ.πρωτ. 1812659/23-12-2024 έγγραφο. Σύμφωνα με αυτές, κατέστησε ανενεργή την οδηγία της Εγκυκλίου 10/2014 για αναζήτηση βεβαίωσης αναρρωτικής άδειας άνευ αποδοχών και διευκρίνισε ότι στις περιπτώσεις αυτές εκδίδεται απόφαση συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας, η οποία κοινοποιείται με κάθε πρόσφορο μέσο στους εργοδότες φορείς, προκειμένου με τη σειρά τους να ενεργήσουν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3801/2009, οι οποίες δεν αφορούν σε συνταξιοδοτικά ζητήματα αλλά σε ζητήματα διαχείρισης του προσωπικού με σχέση εργασίας ΙΔΑΧ από τις υπηρεσίες τους, κατά το χρονικό διάστημα που λαμβάνουν σύνταξη λόγω αναπηρίας.
Επίσης, δόθηκε η ευχέρεια στις Υπηρεσίες του e-ΕΦΚΑ, προκειμένου να μην υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ενδεχομένως θα ζητηθεί από τους συνταξιούχους να επιστρέψουν ποσά τακτικών αποδοχών (δεδομένου ότι, σε αρκετές των περιπτώσεων η έναρξη της συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας θα αφορά προγενέστερο χρονικό διάστημα), κατόπιν επικοινωνίας με τις Υπηρεσίες Μισθοδοσίας να ενημερώνονται για την τελευταία ημέρα καταβολής των τακτικών αποδοχών, ώστε η έναρξη της συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας να μεταφερθεί στην επόμενη ημέρα, με ταυτόχρονη παύση μισθοδοσίας
Η διακοπή της μισθοδοσίας σε περίπτωση λήψης προσωρινής αναπηρικής σύνταξης δεν επιβάλλεται από τη συνταξιοδοτική νομοθεσία, αλλά από το νομοθετικό πλαίσιο που έχει τεθεί για τους ΙΔΑΧ του Δημοσίου και επομένως, εάν υφίσταται πρόθεση για διαφορετική αντιμετώπιση, θα πρέπει το θέμα αυτό να εξεταστεί από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών.
Β) Οι διατάξεις χορήγησης αναρρωτικής άδειας και θέσης σε διαθεσιμότητα για το μόνιμο προσωπικό
Σύμφωνα με τον Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων (ν. 3528/2007) και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 54 έως 56 (Κεφ.Ζ΄: Αναρρωτικές Άδειες) του Υ.Κ., υφίσταται το δικαίωμα του υπαλλήλου και η διαδικασία χορήγησης αναρρωτικής άδειας στην περίπτωση που ασθενήσει, σύμφωνα με τις οποίες δικαιούται αναρρωτική άδεια με αποδοχές τόσων μηνών όσα και τα έτη υπηρεσίας του, από την οποία αφαιρείται το σύνολο των αναρρωτικών αδειών που έχει λάβει μέσα στην προηγούμενη πενταετία. Αναρρωτική άδεια χωρίς διακοπή δεν μπορεί να υπερβεί τους 12 μήνες.
Επιπλέον, στα άρθρα 99 και 100 (Διαθεσιμότητα λόγω ασθένειας) του Υ.Κ. ορίζεται ότι, στις περιπτώσεις που η ασθένεια παρατείνεται πέρα από το μέγιστο χρόνο αναρρωτικής άδειας του άρθρου 54, αλλά είναι ιάσιμη, ο υπάλληλος τίθεται σε διαθεσιμότητα. Στις ίδιες διατάξεις προβλέπεται και η πράξη επαναφοράς του υπαλλήλου στην υπηρεσία, μετά το πέρας τού χρόνου διαθεσιμότητας, η οποία εκδίδεται από τον Υπουργό ή τη Διοίκηση του ΝΠΔΔ.
Εξάλλου, στις διατάξεις των άρθρων 147-156 (Μέρος ΣΤ΄: Λύση Υπαλληλικής Σχέσης) του ως άνω Κώδικα ρυθμίζονται ρητώς οι προϋποθέσεις λύσης της υπαλληλικής σχέσης, είτε με τη μορφή παραίτησης, έκπτωσης ή απόλυσης, από τις οποίες προκύπτει ότι η ασθένεια του υπαλλήλου (εφόσον είναι ιάσιμη) δεν συνιστά κατ’ αρχήν λόγο απόλυσης, δεδομένων και των προβλέψεων για χορήγηση αναρρωτικής άδειας ή θέσης σε διαθεσιμότητα, κατά τα ως άνω αναφερόμενα.
Από καμία διάταξη νόμου, διέπουσα την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού (μονίμου ή ΙΔΑΧ), του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, δεν προβλέπεται έκδοση απόφασης απόλυσης ή λύσης της σύμβασης εργασίας, για λόγους προσωρινής συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας, πόσο μάλλον απόφασης επαναπρόσληψης σε περίπτωση που διακοπεί η προσωρινή σύνταξη, με συνέπεια την εκ νέου ανάληψη της υπηρεσίας.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, για την προσωρινή συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας των μονίμων υπαλλήλων ΝΠΔΔ, οι οποίοι έχουν ως ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό φορέα το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, εφαρμόζεται η προβλεπόμενη στις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα διαδικασία και σε καμία περίπτωση η χορήγηση από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ προσωρινής σύνταξης αναπηρίας, δεν προϋποθέτει και οριστική λύση της υπαλληλικής σχέσης (βλ. εγκύκλιο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ 62/1988).
Κατόπιν των ανωτέρω και δεδομένης της ρητής πρόβλεψης στις σχετικές ως άνω διατάξεις ως προς τη διαδικασία χορήγησης της αναρρωτικής άδειας και μετέπειτα της θέσης σε διαθεσιμότητα του υπαλλήλου, σε περίπτωση ασθενείας του, δεν τίθεται θέμα αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 3801/2009, στο μόνιμο προσωπικό ΝΠΔΔ, το οποίο έχει επιλέξει ως ασφαλιστικό φορέα το ΙΚΑ- ΕΤΑΜ.
Σε περίπτωση που κρίνεται ότι δεν είναι ορθή η διαφορετική αντιμετώπιση υπαλλήλων ασφαλισμένων στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ λόγω της διαφορετικής υπαλληλικής σχέσης τους, τότε θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με σχετική ρύθμιση από το Υπουργείο Εσωτερικών.
5.Τί προβλέπουν οι διατάξεις
Με το άρθρο 114 του ν. 5078/2023 αντικαταστάθηκε το άρθρο 20 του ν.4387/2016, όπως ίσχυε, και εισήχθη ένα νέο ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο για την απασχόληση συνταξιούχων από ίδιο δικαίωμα από 1-1-2024. Έτσι, οι συνταξιούχοι που αναλαμβάνουν υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ απασχόληση, συνεχίζουν κατά την διάρκεια αυτής να λαμβάνουν το σύνολο της κύριας και επικουρικής σύνταξης που δικαιούνται από τον φορέα στο ακέραιο, ενώ για την ασφάλιση του απασχολούμενου συνταξιούχου καταβάλλονται οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία ασφαλιστικές εισφορές σύμφωνα με την ασφαλιστέα απασχόληση και επιπλέον πόρος μη ανταποδοτικού χαρακτήρα υπέρ e-ΕΦΚΑ.
Σημειώνουμε ότι η εξ ιδίου δικαιώματος σύνταξη γήρατος, κύρια και επικουρική, προσώπων που αναλαμβάνουν υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ απασχόληση σε Φορέα τής Γενικής Κυβέρνησης αναστέλλεται για όσο διάστημα συνεχίζει αυτή, εφόσον δεν έχουν συμπληρώσει το 62ο έτος της ηλικίας τους. Για το διάστημα της αναστολής, δεν καταβάλλεται ο ανωτέρω πόρος υπέρ του e-ΕΦΚΑ. Μετά τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας, σταματά η αναστολή και οι συνταξιούχοι τής κατηγορίας αυτής υποχρεούνται να καταβάλλουν τον επιπλέον πόρο μη ανταποδοτικού χαρακτήρα υπέρ e-ΕΦΚΑ, όπως προβλέπεται στην παρ.3 του άρθρου 114 του ανωτέρω νόμου. Εξάλλου επισημαίνεται ότι οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας εξαιρούνται από την καταβολή επιπλέον πόρου μη ανταποδοτικού χαρακτήρα υπέρ e-ΕΦΚΑ και από την αναστολή της αναπηρικής σύνταξης για όσο διάστημα απασχολούνται σε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης και δεν έχουν συμπληρώσει το 62ο έτος ηλικίας τους.
- Τι ισχύει για τη σύνταξη δημοσίων υπαλλήλων λόγω γήρατος
Από το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο προκύπτουν τα παρακάτω για τις κατηγορίες των συνταξιούχων λόγω γήρατος:
α. Μόνιμοι υπάλληλοι ασφαλισμένοι στο πρώην Δημόσιο
Αναφορικά με τη δυνατότητα παραμονής στην Υπηρεσία μετά την συνταξιοδότηση λόγω γήρατος των μονίμων υπαλλήλων-ασφαλισμένων του πρώην Δημοσίου, οι εν λόγω υπάλληλοι δεν δύνανται να παραμένουν στην Υπηρεσία τους μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης, καθώς για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος αλλά και την έναρξη καταβολής της σύνταξης, απαιτείται και η απομάκρυνση του υπαλλήλου από την Υπηρεσία.
β. Υπάλληλοι ΙΔΑΧ και μόνιμοι, ασφαλισμένοι στο πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (κοινό καθεστώς)
Αναφορικά με τη δυνατότητα παραμονής στην Υπηρεσία μετά την συνταξιοδότηση λόγω γήρατος των υπαλλήλων ΙΔΑΧ καθώς και των μονίμων υπαλλήλων-ασφαλισμένων του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (κοινό καθεστώς), οι εν λόγω υπάλληλοι δύνανται να παραμένουν στην Υπηρεσία τους μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 20 του ν. 3801/2009 και συνεπώς η υπαλληλική σχέση λύεται την 1η του επόμενου μήνα μετά την έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης.
γ. Μόνιμοι υπάλληλοι, ασφαλισμένοι στο πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ειδικό καθεστώς)
Αναφορικά με τη δυνατότητα παραμονής στην Υπηρεσία μετά την συνταξιοδότηση λόγω γήρατος των μονίμων υπαλλήλων-ασφαλισμένων του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ειδικό καθεστώς), οι εν λόγω υπάλληλοι δεν δύνανται να παραμένουν στην Υπηρεσία τους μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης, καθώς δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3801/2009, ενώ από το υφιστάμενο συνταξιοδοτικό νομοθετικό πλαίσιο δεν παρέχεται δυνατότητα παραμονής στην Υπηρεσία μετά τη συνταξιοδότηση σε άλλη κατηγορία μονίμων υπαλλήλων του Δημοσίου.
Άλλωστε, η εν λόγω κατηγορία υπαλλήλων συνταξιοδοτείται βάσει του Π.Δ. 169/2007, όπως και οι λοιποί μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι που ασφαλίζονται στο πρώην Δημόσιο, οι διατάξεις του οποίου ορίζουν ρητά ότι, για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος απαιτείται και η απομάκρυνση του υπαλλήλου από την Υπηρεσία.
δ. Υπάλληλοι ΝΠΙΔ
Αναφορικά με τη δυνατότητα παραμονής στην Υπηρεσία μετά την συνταξιοδότηση λόγω γήρατος των υπαλλήλων που υπηρετούν σε ΝΠΙΔ, οι εν λόγω υπάλληλοι δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3801/2009, αλλά διέπονται από τα προβλεπόμενα στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας τού εκάστοτε νομικού προσώπου και την Εργατική Νομοθεσία.
Η παραμονή υπαλλήλου στην Υπηρεσία (ΝΠΙΔ) μετά την έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης δεν αποτελεί κώλυμα ως προς την έναρξη καταβολής της σύνταξης.
ε. Υπάλληλοι ΙΔΟΧ
Αναφορικά με τη δυνατότητα παραμονής στην Υπηρεσία μετά την συνταξιοδότηση λόγω γήρατος των υπαλλήλων ΙΔΟΧ που υπηρετούν στο Δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, οι εν λόγω υπάλληλοι δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 3801/2009, ενώ στο ισχύον συνταξιοδοτικό νομοθετικό πλαίσιο δεν υφίσταται πρόβλεψη για δυνατότητα παραμονής ή μη στην Υπηρεσία μετά τη συνταξιοδότηση.
Η παραμονή υπαλλήλου ΙΔΟΧ στην Υπηρεσία μετά την έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης δεν αποτελεί κώλυμα ως προς την έναρξη καταβολής της σύνταξης. Το θέμα της παραμονής της εν λόγω κατηγορίας υπαλλήλων στην Υπηρεσία εκ φεύγει της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας.
- Τί ισχύει για την απασχόληση δημοσίων υπαλλήλων-συνταξιούχων λόγω αναπηρίας
Από όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, για την απασχόληση δημοσίων υπαλλήλων λόγω αναπηρίας ισχύουν τα παρακάτω.
α. Μόνιμοι υπάλληλοι – ασφαλισμένοι του πρώην Δημοσίου
Αναφορικά με τη δυνατότητα παραμονής στην Υπηρεσία μετά την συνταξιοδότηση λόγω ανικανότητας, των μονίμων υπαλλήλων-ασφαλισμένων του πρώην Δημοσίου, οι εν λόγω υπάλληλοι δεν δύνανται να παραμένουν στην Υπηρεσία τους μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης, καθώς με βάση την ισχύουσα νομοθεσία για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος αλλά και την έναρξη καταβολής της σύνταξης, απαιτείται και η απόλυση του υπαλλήλου από την Υπηρεσία λόγω ανικανότητας σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΚΠΣΣ ή του ν. 2084/1992.
β. Μόνιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, ασφαλισμένοι του πρώην ΙΚΑ ΕΤΑΜ (κοινό καθεστώς)
Αναφορικά με τη δυνατότητα παραμονής στην Υπηρεσία μετά την συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας, των μονίμων υπαλλήλων του Δημοσίου ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, ασφαλισμένων του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (κοινό καθεστώς), οι οποίοι είτε έχουν επιλέξει ως ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό φορέα το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (εφόσον προβλεπόταν) είτε υπάγονται υποχρεωτικά σε αυτό (π.χ. πρόσληψη για πρώτη φορά μετά την 1-1-2011), συνάγεται ότι για την προσωρινή συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας, εφαρμόζεται η προβλεπόμενη στις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα διαδικασία χορήγησης αναρρωτικής άδειας ή διαθεσιμότητας για όσο χρόνο λαμβάνουν προσωρινή σύνταξη αναπηρίας (βλ. Εγκύκλιο 62/1988 του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ).
Ωστόσο ισχύ έχουν και τα άρθρα 152 και 153 του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων περί απόλυσης λόγω σωματικής ή διανοητικής ανικανότητας υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στον Υπαλληλικό Κώδικα.
γ. Μόνιμοι υπάλληλοι, ασφαλισμένοι στο πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ειδικό καθεστώς)
Αναφορικά με τη δυνατότητα παραμονής στην Υπηρεσία μετά την συνταξιοδότηση λόγω ανικανότητας, των μονίμων υπαλλήλων, ασφαλισμένων του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (ειδικό καθεστώς), οι οποίοι επιλέγουν να συνταξιοδοτηθούν με βάση τις συνταξιοδοτικές διατάξεις τού Δημοσίου, όπως και οι λοιποί μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι που ασφαλίζονται στο Δημόσιο, ορίζεται ρητά ότι, για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος απαιτείται και η απόλυση του υπαλλήλου από την Υπηρεσία λόγω ανικανότητας με τη διαδικασία του ΚΠΣΣ.
δ. Υπάλληλοι ΙΔΑΧ ασφαλισμένοι του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (κοινό καθεστώς)
Αναφορικά με τη δυνατότητα παραμονής στην Υπηρεσία μετά την συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας ορισμένου χρόνου, των υπαλλήλων ΙΔΑΧ ασφαλισμένων του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (κοινό καθεστώς), οι εν λόγω υπάλληλοι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8 του ν.3801/2009 για όσο χρόνο λαμβάνουν σύνταξη αναπηρίας βρίσκονται σε αναρρωτική άδεια χωρίς αποδοχές από την Υπηρεσία τους.
Η διακοπή της μισθοδοσίας τους κατά το διάστημα της καταβολής της προσωρινής σύνταξης αναπηρίας είναι θέμα που δεν αφορά τον e-ΕΦΚΑ αλλά προσδιορίζεται από το νομοθετικό πλαίσιο που έχει τεθεί για τους ΙΔΑΧ του Δημοσίου και επομένως, εάν υφίσταται πρόθεση για διαφορετική αντιμετώπιση, θα πρέπει το θέμα αυτό να εξεταστεί από τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών.
ε. Υπάλληλοι ΙΔΟΧ
Αναφορικά με τη δυνατότητα παραμονής στην Υπηρεσία μετά την συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας των υπαλλήλων ΙΔΟΧ που υπηρετούν στο Δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, οι εν λόγω υπάλληλοι δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 20 του ν. 3801/2009.
Η παραμονή υπαλλήλου ΙΔΟΧ στην Υπηρεσία μετά την έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης δεν αποτελεί κώλυμα ως προς την έναρξη καταβολής της σύνταξης. Το θέμα της παραμονής της εν λόγω κατηγορίας υπαλλήλων στην Υπηρεσία εκφεύγει της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας
Συμπερασματικά, το δικαίωμα της απασχόλησης μετά τη συνταξιοδότηση είναι γενικό για όλους. Καμία διάκριση και καμία εξαίρεση δεν πρέπει να ισχύσει. Ο δημόσιος υπάλληλος οποιουδήποτε εργασιακού καθεστώτος, εφόσον θέλει να συνεχίσει την απασχόλησή του μετά τη συνταξιοδότηση, πρέπει να έχει αυτή τη δυνατότητα.
Γι’αυτό πρέπει, το συντομότερο δυνατόν, να τροποποιηθεί η Νομοθεσία ώστε να μπορούν, όσοι επιθυμούν, να συνεχίσουν την εργασία τους και μετά τη συνταξιοδότηση είτε στην Υπηρεσία που εργάζονταν είτε σε όποια άλλη επιθυμούν, λαμβανομένων βεβαίως υπόψη της προϋπηρεσίας, των προσόντων και των αναγκών αυτής.
aftodioikis
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο