Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Το πληροφοριακό περιβάλλον ως πεδίο υβριδικού ανταγωνισμού: Πώς η κινδυνολογία επηρέασε τη δημόσια συζήτηση για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ -Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος


Πώς ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα, ειδικά γύρω από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, χαρακτηρίστηκε από επιλεκτική πλαισίωση και κινδυνολογία, επηρεάζοντας αρνητικά το πληροφοριακό και γνωσιακό περιβάλλον. Η πληροφοριακή και γνωσιακή τρωτότητα ως εθνικές αδυναμίες σε ένα πεδίο υβριδικού ανταγωνισμού, όπου η Τουρκία αξιοποιεί συστηματικά το πληροφοριακό περιβάλλον για στρατηγικές επιδιώξεις. Ανάγκη για ενίσχυση της πληροφοριακής και γνωσιακής ανθεκτικότητας της Ελλάδας μέσω μιας ολοκληρωμένης Στρατηγικής Επικοινωνίας και εκπαίδευσης.....

Τα βασικά σημεία του άρθρου

Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα συχνά πλαισιώνει τις διεθνείς εξελίξεις μέσα από ένα πρίσμα επιλεκτικής ανάγνωσης και κινδυνολογίας. Αυτό δημιουργεί αβεβαιότητα και απλουστευτική ερμηνεία σύνθετων γεωστρατηγικών εξελίξεων.

Το πληροφοριακό και γνωσιακό περιβάλλον έχει εξελιχθεί σε πεδίο υβριδικού ανταγωνισμού. Οι αδυναμίες του μπορούν να αξιοποιηθούν από έναν αντίπαλο για την άσκηση στρατηγικής επιρροής, επηρεάζοντας τις αντιλήψεις των πολιτών.

Η Ελλάδα πρέπει να ενδυναμώσει την πληροφοριακή και γνωσιακή της ανθεκτικότητα μέσω ολοκληρωμένης Στρατηγικής Επικοινωνίας. Στόχος είναι η ενεργητική διαμόρφωση του αφηγήματος και ο κριτικός τρόπος με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα.


*Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος 

Κατά τη διεξαγωγή ενός ακόμη μεγάλου διεθνούς γεγονότος, όπως η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, αναδείχθηκε για ακόμη μία φορά μια διαχρονική παθογένεια στον τρόπο που διεξάγεται ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα....


Συγκεκριμένα, η παθογένεια αυτή αφορά κυρίως τον τρόπο πλαισίωσης (framing), ερμηνείας και παρουσίασης των διεθνών εξελίξεων από τους φορείς διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, όπως τα μέσα ενημέρωσης, οι αναλυτές, οι πανεπιστημιακοί και οι λοιποί δημόσιοι σχολιαστές, οι οποίοι διαμορφώνουν σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο με τον οποίο οι διεθνείς εξελίξεις γίνονται αντιληπτές από την κοινωνία.


Η διαδικασία της πλαισίωσης

Η διαδικασία της πλαισίωσης (framing) σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίο ένα γεγονός αποκτά συγκεκριμένο ερμηνευτικό πλαίσιο. Δεν αφορά μόνο την επιλογή των πληροφοριών που προβάλλονται, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οργανώνονται, ερμηνεύονται και αποκτούν νόημα για το κοινό.

Με άλλα λόγια, η πλαισίωση δεν επηρεάζει μόνο το τι γνωρίζουν οι πολίτες, αλλά κυρίως το πώς αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.


Σε σχέση με τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, τόσο πριν όσο και κατά τη διεξαγωγή της Συνόδου σημαντικό μέρος όσων συμμετείχαν στο δημόσιο διάλογο προσέγγισαν τα ζητήματα που σχετίζονται με τη Σύνοδο μέσα από ένα πρίσμα επιλεκτικής ανάγνωσης, εστιάζοντας κυρίως στα δώρα του κ. Τράμπ προς τον κ. Ερντογάν, στην επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F35, στην καλή χημεία ανάμεσα στους Προέδρους των ΗΠΑ και Τουρκίας, μιλώντας για μια γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας και μιας στρατηγικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας.


Αποτέλεσμα αυτής της μονοδιάστατης και υπερβολικής εστίασης σε επιμέρους ζητήματα, χωρίς πραγματική ανάλυση και αξιολόγηση των αποφάσεων της Συμμαχίας και των βαθύτερων μεταβολών που συντελούνται στο ΝΑΤΟ, επηρέασε το πληροφοριακό και γνωσιακό περιβάλλον στην Ελλάδα, αφού κυριάρχησαν σε μεγάλο βαθμό στο δημόσιο διάλογο η αβεβαιότητα, η κινδυνολογία και η απλουστευτική ερμηνεία των σύνθετων γεωστρατηγικών εξελίξεων που συντελούνται.

Το φαινόμενο αυτό δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στο δημόσιο διάλογο που διεξάγεται στην πατρίδα μας.


Το ίδιο μοτίβο παρατηρήθηκε κατά τη συνάντηση Ερντογάν–Τραμπ στον Λευκό Οίκο πέρυσι, όταν μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη δήθεν «γεωπολιτική αναβάθμιση» της Τουρκίας, υποβαθμίζοντας το γεγονός ότι την ίδια χρονική περίοδο η Ελλάδα ασκούσε την Προεδρία του ΟΗΕ και διαδραμάτιζε ενεργό διπλωματικό ρόλο σε κρίσιμες διεθνείς εξελίξεις.


Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάστηκε και κατά τη διάσκεψη στο Σάρμ Ελ Σέιχ, όπου η δημόσια συζήτηση εστίασε κυρίως στις συμβολικές διαστάσεις της τουρκικής συμμετοχής, παραγνωρίζοντας τη συνολική στρατηγική εικόνα και τις ελληνικές διπλωματικές πρωτοβουλίες.

Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η επαναλαμβανόμενη αυτή τάση δεν αποτελεί απλώς ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης ή διαφορετικών αναλύσεων και δεν αφορά μόνο την ποιότητα της δημόσιας συζήτησης.


Ιδιαίτερα σήμερα, όπου οι πληροφορίες και οι αφηγήσεις αποτελούν στοιχεία εθνικής ισχύος, η αδυναμία μιας χώρας να προστατεύει και να οργανώνει αποτελεσματικά το πληροφοριακό της περιβάλλον συνιστά πληροφοριακή τρωτότητα (Information Vulnerability), η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί από έναν αντίπαλο στο πλαίσιο υβριδικών επιχειρήσεων επιρροής.


Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η έννοια της γνωσιακής τρωτότητας (Cognitive Vulnerability), η οποία αφορά την ικανότητα μιας κοινωνίας να επεξεργάζεται, να αξιολογεί και να ερμηνεύει τις πληροφορίες που λαμβάνει, χωρίς να οδηγείται σε στρεβλές αντιλήψεις, υπερβολικές απλουστεύσεις ή λανθασμένες εκτιμήσεις της πραγματικότητας.


Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, επισημαίνω ότι σύμφωνα με την προσέγγιση της Στρατηγικής Επικοινωνίας του ΝΑΤΟ (NATO Strategic Communications), το σύγχρονο πληροφοριακό περιβάλλον δεν περιορίζεται πλέον μόνο στη διακίνηση πληροφοριών ή στην αντιπαράθεση αφηγήσεων. Αποτελεί ένα σύνθετο σύστημα στο οποίο αλληλεπιδρούν τρεις διαστάσεις: η πληροφοριακή, η γνωσιακή και η φυσική διάσταση. 


Η πληροφοριακή διάσταση αφορά τη δημιουργία, τη συλλογή και τη διάδοση δεδομένων και μηνυμάτων.


Η γνωσιακή διάσταση αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα και οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται, ερμηνεύουν και αξιολογούν τις πληροφορίες που λαμβάνουν.


Τέλος, η φυσική διάσταση περιλαμβάνει τους ανθρώπους, τους οργανισμούς και τις υποδομές μέσω των οποίων οι πληροφορίες παράγονται, μεταδίδονται και επηρεάζουν τη λειτουργία μιας κοινωνίας.


Οι υβριδικές επιχειρήσεις

Η σημασία της ολοκληρωμένης κατανόησης του πληροφοριακού περιβάλλοντος έγκειται στο γεγονός ότι οι τρεις αυτές διαστάσεις δεν λειτουργούν ανεξάρτητα.


Μια πληροφοριακή ενέργεια μπορεί να επηρεάσει τη γνωσιακή αντίληψη μιας κοινωνίας και στη συνέχεια να οδηγήσει σε πραγματικές πολιτικές ή κοινωνικές επιπτώσεις.


Για τον λόγο αυτό, στο σημερινό υβριδικό επιχειρησιακό περιβάλλον, η προστασία του πληροφοριακού περιβάλλοντος αποτελεί βασική προϋπόθεση της εθνικής ανθεκτικότητας.


Συνεπώς, σε ένα περιβάλλον στρατηγικού ανταγωνισμού, η επιρροή δεν επιτυγχάνεται μόνο μέσω της παροχής ή της απόκρυψης πληροφοριών, αλλά κυρίως μέσω της διαμόρφωσης του τρόπου με τον οποίο οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται τα γεγονότα, αξιολογούν τις απειλές και διαμορφώνουν στάσεις και συμπεριφορές.


Κατά συνέπεια, μια κοινωνία μπορεί να διαθέτει επαρκή πρόσβαση σε πληροφορίες, αλλά ταυτόχρονα να παραμένει ευάλωτη εάν αδυνατεί να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πλαίσιο ορθολογικής αξιολόγησης των εξελίξεων.


Σε αυτό το πλαίσιο, σε ένα υβριδικό επιχειρησιακό περιβάλλον, ο κίνδυνος δεν προκύπτει μόνο από την ύπαρξη μιας απειλής, αλλά από τον συνδυασμό της απειλής με μια υφιστάμενη εθνική τρωτότητα.


Οι υβριδικές επιχειρήσεις συνιστούν την εξωτερική απειλή δηλαδή, ενώ οι αδυναμίες του πληροφοριακού και γνωσιακού περιβάλλοντος αποτελούν τις εσωτερικές τρωτότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν από έναν υβριδικό δρώντα για την άσκηση στρατηγικής επιρροής, ανεξαρτήτως εάν η επιρροή αυτή ασκείται μέσω κρατικών, μη κρατικών ή έμμεσων μηχανισμών.


Μιλώντας για υβριδικές επιχειρήσεις επιρροής κρατικών δρώντων, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, η Τουρκία έχει διαχρονικά επενδύσει σημαντικούς πόρους στην ανάπτυξη δυνατοτήτων στρατηγικής επικοινωνίας, δημόσιας διπλωματίας και επιχειρήσεων επιρροής, αξιοποιώντας συστηματικά το πληροφοριακό και γνωσιακό περιβάλλον για την προώθηση των στρατηγικών της επιδιώξεων. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε πληροφοριακή και γνωσιακή τρωτότητα που εμφανίζεται στην ελληνική δημόσια σφαίρα μπορεί να λειτουργήσει ως πεδίο αξιοποίησης από έναν αντίπαλο, ανεξάρτητα από το αν η αναπαραγωγή συγκεκριμένων αφηγημάτων γίνεται συνειδητά ή ασυνείδητα.


Συνεπώς, όταν αντιμετωπίζεις αντιπάλους που ασκούν καθημερινά υβριδικού τύπου επιχειρήσεις επιρροής (π.χ. Τουρκία, Ρωσία κ.α.), το ζητούμενο δεν είναι αν όσοι αναπαράγουν άμεσα ή έμμεσα τα αφηγήματά τους, ενεργούν με πρόθεση ή χωρίς πρόθεση.


Από στρατηγική σκοπιά, σημασία έχει το αποτέλεσμα που παράγεται στο πληροφοριακό και γνωσιακό περιβάλλον.


Όταν η δημόσια συζήτηση οδηγείται συστηματικά στην υπερπροβολή της ισχύος του αντιπάλου, στην υποτίμηση των ελληνικών στρατηγικών πλεονεκτημάτων ή στη δημιουργία αισθήματος ανασφάλειας στην κοινή γνώμη, τότε παράγεται ένα πληροφοριακό αποτέλεσμα το οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί από τον εκάστοτε υβριδικό δρώντα, ανεξάρτητα από τις προθέσεις όσων συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση.


Πρέπει να γίνει κατανοητό επομένως, ότι το πληροφοριακό και γνωσιακό περιβάλλον έχει πλέον εξελιχθεί σε πεδίο υβριδικού ανταγωνισμού, όπου οι αντίπαλοι δεν επιδιώκουν μόνο να επιβάλουν τις δικές τους θέσεις, αλλά και να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες ενός κράτους αντιλαμβάνονται τις εξελίξεις, αξιολογούν τις απειλές και διαμορφώνουν τις στρατηγικές τους επιλογές.


Στο πλαίσιο αυτό, ο τρόπος με τον οποίο πλαισιώνονται και ερμηνεύονται τα διεθνή γεγονότα από όσους συμμετέχουν στο δημόσιο διάλογο επηρεάζει την ανθεκτικότητα ενός κράτους καθώς μπορεί να ενισχύσει ή να αποδυναμώσει την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται έγκαιρα τις εξελίξεις, να αξιολογεί ορθά τις απειλές και να διαμορφώνει αποτελεσματικές στρατηγικές επιλογές.


Η αντιμετώπιση επομένως των εν λόγω τρωτοτήτων δεν μπορεί να βασιστεί στην προσπάθεια ελέγχου της πληροφορίας ή στον περιορισμό ή την στοχοποίηση της διαφορετικής άποψης, καθώς η ελεύθερη και πολυφωνική δημόσια συζήτηση αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της Δημοκρατίας μας.


Αντιθέτως, η μόνη επιλογή που έχουμε είναι η ενδυνάμωση της πληροφοριακής και γνωσιακής ανθεκτικότητας της πατρίδας μας, μέσω της εκπόνησης μιας ολοκληρωμένης Στρατηγικής Επικοινωνίας (Strategic Communication), η οποία θα επιδιώξει την αποτελεσματική αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης, την ενίσχυση της ικανότητας της κοινωνίας να αξιολογεί κριτικά τις πληροφορίες που λαμβάνει, καθώς και τη διαμόρφωση ενός συνεκτικού εθνικού πλαισίου κατανόησης των γεωπολιτικών εξελίξεων.


Επίσης, απαιτείται ουσιαστική εκπαίδευση τόσο σε θεσμικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, για τη διαμόρφωση μιας περισσότερο ώριμης κουλτούρας, η οποία θα επιτρέπει την αξιολόγηση των διεθνών εξελίξεων με βάση τα πραγματικά δεδομένα και όχι αποκλειστικά μέσα από συγκυριακές και επικοινωνιακές προσεγγίσεις και  ανταγωνιστικά αφηγήματα τα οποία δεν αντανακλούν πάντοτε την πραγματική στρατηγική εικόνα και μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την εθνική ανθεκτικότητα.


Εν κατακλείδι, στο σημερινό περιβάλλον ασφάλειας όπου η αντιπαράθεση δεν διεξάγεται μόνο στο πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αλλά κυρίως στο πεδίο της αντίληψης (perception domain), η προστασία του πληροφοριακού και γνωσιακού περιβάλλοντος αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της εθνικής ασφάλειας.


Υπό το πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα οφείλει να διαχειριστεί πιο αποτελεσματικά το επικοινωνιακό της περιβάλλον, επιδιώκοντας μέσω της κυριαρχίας του αφηγήματος να επηρεάσει το γνωστικό (cognitive) πεδίο και τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα.


Παράλληλα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η εξωτερική πολιτική κάθε κράτους διαμορφώνεται όχι μόνο από αντικειμενικές συνθήκες και εθνικούς στρατηγικούς σχεδιασμούς, αλλά και από τις αντιλήψεις και τις ερμηνείες που διαμορφώνουν οι ηγεσίες και οι κοινωνίες για τα γεγονότα, η πολιτική ηγεσία της χώρας πρέπει να περάσει από την παθητική αντίδραση σε μια ενεργητική πολιτική διαμόρφωσης της αντίληψης τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό πεδίο.


Κοντολογίς, η Ελλάδα οφείλει να αποκτήσει την ικανότητα να διαμορφώνει η ίδια, με αξιοπιστία, συνέπεια και στρατηγική συνέχεια, το πλαίσιο μέσα στο οποίο ερμηνεύονται οι διεθνείς εξελίξεις τόσο από την ελληνική κοινωνία όσο και από τα διεθνή ακροατήριά της.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο