Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Το κεφαλομάντηλο της γυναίκας στο Ξηρόμερο Ένδυμα, σύμβολο, μνήμη

 


Εικόνα:  Η Γιαννούλα Λιβάνη – Κονιώση, η  «Βασίλαινα».

Κάθεται η γιαγιά  μου στην αυλή, με το μαύρο της μαντήλι χαμηλωμένο. Σύμβολο της χηρείας και των γηρατειών της. Τα χέρια της, που δούλεψαν  σκληρά μια ολόκληρη ζωή, είναι τώρα σταυρωμένα στην ποδιά της. Κοιτάζει τον  φακό  με τη  σεμνότητα που τη χαρακτήριζε πάντα…




Γράφει η Μαρία Ν. Αγγέλη

Δρ Κοινωνικής Λαογραφίας

agelimaria @yahoo.gr

 

Η μάνα μου φοράει τσεμπέρι

σαν τις μανάδες τις παλιές.

Παίρνει την Παναγιά απ’ το χέρι

και τρέχουνε στις γειτονιές

και σμίγουνε με τον κοσμάκη

που λέει το ψωμί ψωμάκι.

Λευτέρης Παπαδόπουλος, «Η μάνα μου»

   Στην αγροτική κοινωνία του Ξηρομέρου το

 κεφαλομάντηλο αποτέλεσε, για πολλές δεκαετίες,

 αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής γυναικείας

 ενδυμασίας. Ήταν πρακτικό και απαραίτητο,

 προσαρμοσμένο στις συνθήκες της ζωής στην ύπαιθρο

 και τις ανάγκες της γυναικείας εργασίας. Το φορούσε στο

 σπίτι, στο χωράφι, στη στάνη. Το φορούσε το πρωί που

 ξεκινούσε τη δουλειά της και το κρατούσε στο κεφάλι της

 μέχρι το βράδυ, όταν θα ξάπλωνε. Τα μαντήλια ήταν

 μονόχρωμα ή πολύχρωμα. Οι νεότερες γυναίκες

 φορούσαν ζωηρόχρωμα μαντήλια, τα «τσεμπέρια», όπως

 τα έλεγαν. Οι μεγαλύτερες προτιμούσαν σκούρες

 αποχρώσεις, ενώ οι χήρες φορούσαν μαύρα. Το μαντήλι

 προστάτευε τη γυναίκα από τη σκόνη, τον ήλιο, τον αέρα

 και το κρύο ιδιαίτερα στις κοπιαστικές εργασίες της

 υπαίθρου. Παράλληλα, κάλυπτε ατέλειες της εμφάνισης

 και προστάτευε την εικόνα και την αξιοπρέπεια της

 γυναίκας του χωριού. Ο υπέργηρος αφηγητής Αλέξανδρος

 Κυριαζής αφηγείται:

«Το μαντήλι, Μαρία, τότε, κάλυπτε και τις ασχήμιες της γυναίκας. Επειδή είχε πολλές δουλειές δεν άδειαζε να λούσει, να χτενίσει και να περιποιηθεί τα μαλλιά της. Επίσης, κάποιες φορές, ήταν κακοκουρεμένη, με ψαλιδιές, δεν ήταν κομμώτριες τότε στο χωριό και κάποια που νόγαγε έπιανε το ψαλίδι και κούρευε. Το μαντήλι λοιπόν, κάλυπτε τέτοιες καταστάσεις και δεν φαινόταν, κατάλαβες;»(Προφορική αφήγηση του Αλ. Κυριαζή, γεν. 1930,  καταγραφή 31 Αυγούστου 2026).

Σύμφωνα με αυτή τη μαρτυρία, το κεφαλομάντηλο διέσωζε την εμφάνιση και την αξιοπρέπεια της γυναίκας του χωριού που δεν είχε χρόνο για περιποίηση του εαυτού της, αλλά δεν υπήρχε και η δυνατότητα στο χωριό. Η μη επαγγελματίας κομμώτρια άφηνε ψαλιδιές και το αποτέλεσμα δεν ήταν επιτυχημένο. Ωστόσο, αυτό το μικρό ύφασμα κάλυπτε τα μαλλιά και προστάτευε, όσο ήταν δυνατόν, την εξωτερική εμφάνιση της γυναίκας. Έτσι προστάτευε τη γυναίκα από τα αδιάκριτα βλέμματα, τα κακεντρεχή σχόλια, τα κουτσομπολιά του χωριού.

Ο  κόμπος και το κομπόδεμα: Το  μαντήλι στο κεφάλι της αγρότισσας ήταν  σύντροφος στη δουλειά, στο δρόμο, στο σπίτι, στο χωράφι, όπως αναφέραμε. Κάποιες φορές γινόταν ακόμη και ένα μικρό αυτοσχέδιο πορτοφόλι για τα  λιγοστά χρήματά της.  Συνήθως κέρματα. Τα τύλιγε στην άκρη του μαντηλιού της και τα έδενε σφιχτά σ’ έναν κόμπο. Έτσι τα είχε πάντα μαζί της. Έρχεται στο νου μου η λέξη «κομπόδεμα». Χρήματα δεμένα σε κόμπο, μαζεμένα λίγο λίγο, οικονομίες μιας ζωής. Αυτό το μικρό κομπόδεμα του μαντηλιού λυνόταν για να δώσει ένα φίλεμα στο παιδί, στο εγγόνι. Το παιδί με χαρά περίμενε το λύσιμο του κόμπου και με λαχτάρα και χαρά άπλωνε το χέρι για να κρατήσει το κέρμα μια δραχμή, ένα «δίφραγκο» κ.λπ.

Το μαντήλι και ο μποναμάς: «Μας έστελνε η μάνα μας τ΄ Αγίου  Βασιλείου να πούμε χρόνια πολλά στη γιαγιά, «βάβου» τη λέγαμε στο χωριό. Έλυνε η βάβου τον κόμπο από το μαντήλι της και μας έδωνε 50 λεπτά, ένα φράγκο, τέτοια κέρματα είχε  φυλαγμένα στον κόμπο. Το καλό μαντήλι της ήταν καφέ μονόχρωμο, «γριίστικο». Εμείς μικρά παιδάκια, είχαμε έτοιμο το χέρι να δούμε τι θα πέσει από το μαντήλι. Άϊτε τώρα να τα πάτε στ’ μάνα σας, μας έλεγε. Εμείς τρέχαμε να αγοράσουμε ζαχαρωτά να γλυκαθούμε!»

Αυτή τη μνήμη καταθέτει γελώντας ο Αλ. Κυριαζής, καθώς θυμάται τον πρωτοχρονιάτικο μποναμά της «βάβως», με το «γριίστικο» μαντήλι, όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει. Στην προκειμένη περίπτωση ο κόμπος έκρυβε έναν μικρό θησαυρό.

Αυτό το μαντήλι, το λιοκαμένο από τον ήλιο και το φθαρμένο από τη βροχή και το χρόνο έκρυβε μια χαρά για τα παιδιά της αγροτικής κοινωνίας του χωριού.

Ο κόμπος, το «δέσιμο» του παπά:  Το μαντήλι συνδέεται με λαϊκές αντιλήψεις και προλήψεις. Σύμφωνα με λαϊκές αντιλήψεις που καταγράφονται στις προφορικές μαρτυρίες από το Ξηρόμερο, η πρωινή συνάντηση με παπά θεωρούνταν κακός οιωνός. Πίστευαν ότι κακό θα τους βρει. Ο παπάς θεωρούνταν το «κακό συναπάντημα». Σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής όταν συναντούσες παπά στο δρόμο σου το πρωί έπρεπε να τον «δέσεις». Μια γυναίκα έκανε έναν κόμπο στην άκρη του κεφαλομάντηλού της. Ένας άνδρας έκανε κόμπο στην άκρη του χειρομάντηλού του. Ο κόμπος στο μαντήλι λειτουργούσε συμβολικά ως ένας τρόπος αποτροπής του κακού ή της κακοτυχίας που, κατά τη λαϊκή πίστη, μπορούσε να ακολουθήσει τη συνάντηση με τον παπά. Μια αντίληψη η οποία διατηρήθηκε μέχρι τα νεότερα χρόνια.

Ο υπέργηρος Αλέξανδρος Κυριαζής από την Μπαμπίνη Ξηρομέρου μου αφηγήθηκε ένα περιστατικό «δεσίματος» του παπά:

«Από δω, από το χωριό μας, ήταν ένας παπάς ο Γιώργος  Παπαστάμος, που ψηφίστηκε να πάει να λειτουργεί στον Βάρνακα. Έφευγε πολύ νωρίς το πρωί, από την Μπαμπίνη, ανέβαινε την πλαγιά στον Αετό και από εκεί διάβαινε στον Βάρνακα. Ένα πρωί,  «μπουνώρα» που λέμε, καθώς πήγαινε για λειτουργία, βλέπει από μακριά στο δρόμο μια γυναίκα. Θα πήγαινε και κείνη για τις δουλειές στο χωράφι. Τη βλέπει, έπιασε το μαντήλι της και κάνει μια θηλιά, έναν κόμπο. Γυρίζει ο παπάς και της λέει: Αρετή, γιατί με έδεσες; Λύσε με, και να μην με ξαναδέσεις! Εκείνη υπάκουσε και τον έλυσε! Έλυσε τον μεγάλο κόμπο που είχε κάνει, απάνω από τον άλλο κόμπο που είχε το κομπόδεμα με το κέρμα» (Προφορική αφήγηση του Αλ. Κυριαζή, γεν. 1930,  31 Αυγούστου 2026).

.

 

Το μαντήλι ως σουρωτήρι: Η έλλειψη του νερού αποτελούσε για χρόνια σοβαρό πρόβλημα στα χωριά του Ξηρομέρου. Υπήρχε «νεροχλίψα», για να χρησιμοποιήσω την κατάλληλη ξηρομερίτικη λέξη.  Οι γυναίκες  είχαν κυρίως την ευθύνη για την εξασφάλιση του νερού στο νοικοκυριό. Πήγαιναν  στα πηγάδια ή στη δημόσια βρύση και μετέφεραν νερό στο σπίτι.(Βλέπετε αναλυτικά: Μ. Αγγέλη, «Γυναίκες νεροκουβαλήτρες: Οι Καρυάτιδες του Ξηρομέρου» στο: https://www.aitoloakarnaniabest.gr).

 Μια προφορική μαρτυρία από το Ξηρόμερο μας θυμίζει μια ακόμη πρακτική χρήση του μαντηλιού. Όταν το νερό του πηγαδιού από το οποίο έπαιρναν νερό για τις ανάγκες του νοικοκυριού είχε μέσα σκουπίδια, «τσάχαλα», το μαντήλι χρησιμοποιούνταν ως πρόχειρο σουρωτήρι. Από αυτό περνούσε το νερό και τα ξένα σώματα έμεναν πάνω στο μαντήλι – φίλτρο νερού.

Πρόκειται για μια απλή πράξη που φανερώνει την επινοητικότητα και την πρακτικότητα των ανθρώπων μιας άλλης εποχής. Μια πρακτική της καθημερινής ζωής που φανερώνει πόσο πολύτιμο και πολυχρηστικό ήταν το μαντήλι στην αγροτική κοινωνία του Ξηρομέρου.

Παραθέτω την προφορική μαρτυρία ενός ξηρομερίτη που βίωσε το γεγονός αυτής της πρακτικής χρήσης του μαντηλιού. Στην προκειμένη περίπτωση, το νερό δεν είχε σκουπιδάκια, ήταν γεμάτο ψείρες!

«Πηγαίναμε στα πηγάδια και μαζεύαμε νερό. Οι γυναίκες βγάζανε το νερό και επειδή ήταν γεμάτο ψείρες, βγάζανε το μαντίλι που φορούσαν στο κεφάλι τους και το κάνανε σουρωτήρι! Σουρώνανε το νερό με αυτό και οι ψείρες μένανε στο μαντίλι. Μετά από το σούρωμα το νερό ήταν «καθαρό» και το πίναμε.

Τι να κάναμε; Είχαμε να πιούμε; Ξέρεις ότι το χωριό μας είχε σοβαρό πρόβλημα, δεν υπήρχε νερό. Μαρία, μπορεί να σου φαίνεται απίστευτο, αλλά δεν είχαμε να πιούμε. Το καλοκαίρι βάζαμε δροσερό νερό από τα πηγάδια στα «ασκιά» για να το κρατάνε κρύο. Δεν είχαμε ψυγεία τότε.[…]

Γράψτα αυτά, να τα μάθουν οι νέοι… Εγώ δε βλέπω τώρα να γράψω…» (Προφορική αφήγηση του Μαχαιριώτη Γάκια Παπατρέχα «Κάνια», γεν.1929). (Βλέπετε: https://www.agriniopress.gr/machairas-xiromeroy-ta-pigadia-anavlyzoyn-mnimi-kai-istoria/).

 

Το κεφαλομάντηλο του πένθους: Στο Ξηρόμερο, το πένθος δεν εκφραζόταν μόνο με τα μαύρα ρούχα και την αποχή από τις χαρές της καθημερινότητας. Αποτυπωνόταν και σε διακριτά σημάδια της ενδυμασίας, που φανέρωναν δημόσια την απώλεια και τον πόνο της οικογένειας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το μαύρο κεφαλομάντηλο. Ένα απλό κομμάτι μαύρο ύφασμα που απέκτησε ιδιαίτερο συμβολισμό και βαρύτητα στη ζωή των γυναικών του Ξηρομέρου. Ήταν ένα εμφανές σημάδι σεβασμού στον νεκρό, αλλά και ένας τρόπος με τον οποίο η γυναίκα κουβαλούσε και εξέφραζε δημόσια τη θλίψη της, το πένθος της.

Το μαύρο χρώμα, ο τρόπος φορέματος και η διάρκεια του πένθους συνδέονταν με τις αντιλήψεις και τα έθιμα της τοπικής κοινωνίας και διαφοροποιούνταν ανάλογα με την οικογενειακή σχέση και την περίσταση.

Η ενδυματολογία της χήρας γυναίκας στην παραδοσιακή

 κοινωνία του Ξηρομέρου  είναι αποκλειστικά σε μαύρο

 χρώμα. Καλύπτει και το κεφάλι της με μαύρο μαντήλι.

 Ακόμα και ο τρόπος δεσίματος του μαντηλιού ήταν

 ιδιαίτερος για την περίπτωση της χηρείας. Πολλές νεαρές

 γυναίκες με το μαύρο μαντήλι έκρυψαν και τη νεανική

 δροσιά και πέθαναν φορώντας το. Και η συμπεριφορά της

 χήρας πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική για να μη

 δίνει λαβές για πικρά σχόλια. Γιατί δυστυχώς και η

 παραμικρή κίνησή της ή κουβέντα της συζητιέται και

 πολλές φορές κατακρίνεται από τον κοινωνικό περίγυρο.


Ας «ακούσουμε» την αφήγηση ενός ξηρομερίτη για το μαύρο μαντήλι του πένθους:

«Σε περιπτώσεις πένθους οι γυναίκες φορούσαν κατάμαυρα. Ακόμα και τα κοριτσάκια φόραγαν κατάμαυρο μαντήλι. Τρία χρόνια φορούσαν μαύρα. Μετά φορούσαν αλέγρα, όπως τα λέγανε. Οι χήρες δεν τα ξανάβγαναν ποτέ! Μέχρι το τέλος. Το μαντήλι το τράβαγε με τέτοιο τρόπο ώστε τα μάτια να βλέπουν μόνο κάθετα. Να μην έχει ορατότητα η γυναίκα. Ίσως θα τις παρεξηγούσαν οι άλλες. Γι’ αυτό το μαντήλι έπρεπε να κατεβεί πολύ χαμηλά». (Προφορική αφήγηση του Αλέξανδρου Κυριαζή 31/1/2022).

Ένα παράδειγμα γυναίκας η οποία χήρεψε πολύ νέα και όμορφη είναι η Κίρκη Παπαστάμου στο Μαχαιρά. Θυσίασε τη νιότη της στη μνήμη του άνδρα της, Σταμάτη Παπαστάμου. H ίδια σε προφορική  αφήγηση αναφέρει:

«Παντρεύτηκα εικοσιένα (21) χρονών και έζησα  πέντε

 χρόνια με το Σταμάτη. Το 1966 χήρεψα. Ήμνα 26-27

 χρονών τότε. Δεν τάβγαλα ποτέ τα μαύρα! Ούτε θα τα

 βγάλω! Δεν μόχνε πει τα κορίτσα μου να τα βγάλω. Με

 συνήθ(ι)σανε.

[…] Δεν με ενόχλησαν ποτέ τα μαύρα. Σ’ ορκίζομαι στις άγιες μέρες πόρχονται, ποτέ! Φοράω και το μαντήλι στο κεφάλι μου. Θέλω να το φοράω! Δεν με ενοχλεί! Τάφκιανα κότσο τα μαλλιά μου. Όταν αρρώστησα μου τάκοψαν οι κοπέλλες…» (Προφορική αφήγηση της Κίρκης Παπαστάμου, 7/8/2022).

Μαντήλι και στυλ: Το μαντήλι δεν έμεινε μόνο ως απαραίτητο στοιχείο της  καθημερινής γυναικείας ενδυμασίας στην αγροτική κοινωνία. Με το πέρασμα των χρόνων πέρασε και στον χώρο της μόδας. Έγινε σύμβολο κομψότητας και θηλυκότητας. Φορέθηκε και φοριέται με διαφορετικούς τρόπους, στο κεφάλι, στον λαιμό ή στους ώμους, και αγαπήθηκε ιδιαίτερα από σημαντικές μορφές της μόδας, όπως η Τζάκι Ωνάση,  η οποία έκανε το μεταξωτό μαντήλι στο κεφάλι χαρακτηριστικό στοιχείο του προσωπικού της στυλ. 

Ένα απλό κομμάτι υφάσματος, που κάποτε ήταν μέρος της καθημερινότητας και της παράδοσης, εξακολουθεί σήμερα να αποτελεί στοιχείο προσωπικού ύφους και κομψότητας. Μπορεί να συνοδεύσει ένα καθημερινό ένδυμα, να συμπληρώσει μια πιο επίσημη εμφάνιση ή απλώς να προσθέσει χρώμα και χαρακτήρα στην ενδυμασία. Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η δύναμη της παράδοσης : να αλλάζει μορφή, χωρίς να παύει να θυμίζει από πού ξεκίνησε.

Έχω αδυναμία στα ωραία μαντήλια και τα φοράω συχνά.

 Όταν αγοράζω ένα μαντήλι σε σκουρόχρωμες

 αποχρώσεις, κυρίως μπλε, θυμάμαι τη μάνα μου που

 αγαπούσε τα μπλε ρούχα και τα σκούρα γενικότερα και

 λέω: αυτό σίγουρα θα της άρεσε! Και νιώθω σαν να την

 κουβαλάω αέρινη ψυχή πάνω στο διακοσμητικό μαντήλι

 μου… 

Συμπερασματικά: Το κεφαλομάντηλο έπαψε να αποτελεί μέρος της καθημερινής ενδυμασίας της γυναίκας του Ξηρομέρου. Οι εποχές άλλαξαν, οι ανάγκες μεταβλήθηκαν και μαζί τους άλλαξαν οι τρόποι ζωής και ένδυσης. Έμειναν όμως οι μνήμες των ανθρώπων που το φόρεσαν και των ανθρώπων που το είδαν να συνοδεύει κάθε στιγμή της καθημερινότητάς τους.

Για τη γυναίκα του Ξηρομέρου το μαντήλι ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα κομμάτι ύφασμα. Ήταν μέρος της ζωής της. Τη συνόδευε στη δουλειά και στο σπίτι, την προστάτευε από τις καιρικές συνθήκες, έκρυβε στον κόμπο του λίγα κέρματα για τις ανάγκες της ή για τον μποναμά του εγγονιού, γινόταν πρόχειρο σουρωτήρι όταν η ανάγκη το απαιτούσε και, όταν ερχόταν η ώρα του πένθους, μεταμορφωνόταν σε ένα λιτό αλλά ευδιάκριτο σύμβολο απώλειας και σεβασμού.

Μέσα από ένα τόσο μικρό αντικείμενο αποκαλύπτεται ένας ολόκληρος τρόπος ζωής. Η φτώχεια και η επινοητικότητα, η εργασία και η προσφορά, οι λαϊκές αντιλήψεις και οι κοινωνικοί κανόνες, η χαρά ενός παιδιού και ο πόνος μιας γυναίκας…

Γι’ αυτό και η καταγραφή τέτοιων μικρών, καθημερινών πραγμάτων έχει ιδιαίτερη αξία. Γιατί η ιστορία ενός τόπου δεν βρίσκεται μόνο στα μεγάλα γεγονότα και στα επίσημα κείμενα. Βρίσκεται και στα αντικείμενα που άγγιξαν οι άνθρωποί του, στις λέξεις που είπαν, στις συνήθειες που κράτησαν και στις μνήμες που διηγήθηκαν.

«Γράψτα αυτά, να τα μάθουν οι νέοι…», μου είπε ο Γάκιας Παπατρέχας.  Ίσως μέσα σε αυτή τη φράση να βρίσκεται όλη η ουσία της λαογραφικής καταγραφής. Να κρατήσουμε ζωντανά όσα έζησαν oι προηγούμενοι, πριν σβήσουν μαζί με τη γενιά τους.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία της γιαγιάς μου, της

 Γιαννούλας Λιβάνη-Κονιώση, της «Βασίλαινας», συζύγου

 του Βασίλη  Κονιώση, μάνα της μάνας μου,  με το μαύρο

 μαντήλι χαμηλωμένο στο κεφάλι, αποκτά τότε ένα

 διαφορετικό νόημα:

Δεν είναι μόνο η εικόνα μιας ηλικιωμένης μαυρομαντηλούσας γυναίκας του Μαχαιρά Ξηρομέρου. Είναι η εικόνα μιας άλλης εποχής του Ξηρομέρου. Και το μαύρο μαντήλι της δεν σκεπάζει μόνο τα μαλλιά της. Κρατά μέσα του τη μνήμη μιας ζωής που πέρασε και ενός κόσμου που δεν πρέπει να χαθεί.

Η μνήμη έχει τον δικό της κόμπο! Αυτός ο κόμπος δένει το χθες με το σήμερα και κρατά ζωντανά όσα δεν πρέπει να ξεχαστούν!

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο