Εικόνα: Γυναίκα με την «μπροστοποδιά» της. Αρχείο της Google.
Γράφει η Μαρία Ν. Αγγέλη
Η ποδιά της Ξηρομερίτισσας:
Το «φυλαχτό» του μόχθου
Η ποδιά της μάνας και της γιαγιάς μας χωρούσε μια ολόκληρη ζωή. Στην αγροτική κοινωνία του Ξηρομέρου η ποδιά ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ενδυμασίας της γυναίκας. Φοριόταν πάνω από το φόρεμα και την ακολουθούσε σε όλες τις δουλειές της ημέρας. Ήταν το ρούχο της καθημερινής ζωής. Στο Λεξικό Λευκάδας βρίσκουμε τον ορισμό: «Ποδιὰ /ἡ/ (ποῦς, πόδειον) = ἐμπροσθέλλα (φθάνουσα μέχρι τῶν γονάτων) ἀπαραίτητος εἰς τὴν ἐγχωρίαν ἀμφίεσιν τῶν γυναικῶν» (https://lexikolefkadas.gr)....
Οι «εμπροσθέλλες», «μπροστοποδιές» όπως ονομάζονται στο Ξηρόμερο, ήταν συνήθως από απλό βαμβακερό ύφασμα. Άλλες μονόχρωμες, άλλες με σχέδια, άλλες λουλουδάτες, άλλες σκουρόχρωμες. «Οι νέες γυναίκες φορούσαν «αλέγρες» ποδιές. Οι μεγαλύτερες φορούσαν σκούρες», μου είπε μια ξηρομερίτισσα. Η λέξη «αλέγρες» σημαίνει χρωματιστές, χαρούμενες.
Η νοικοκυρά, με την ποδιά ζωσμένη στη μέση της, ζύμωνε
το ψωμί, μαγείρευε, φρόντιζε το σπίτι, μάζευε λαχανικά από τον κήπο, αυγά από
το κοτέτσι. Χρησίμευε ως αυτοσχέδιο καλάθι
στο μάζεμα των κηπευτικών και η γυναίκα έβαζε
μέσα τα κολοκυθάκια, τις ντομάτες, τις πιπεριές…
Η ποδιά χρησίμευε και ως γάντι για να αποσύρει η
νοικοκυρά την κατσαρόλα από τη φωτιά και
το ταψί από τον φούρνο. Επίσης, στη ζέστη, τη σήκωνε να σκουπίσει τον ιδρώτα
του προσώπου της. Στο κρύο, πάνω στη στάνη, η τσοπάνισσα συνήθιζε να κρατάει τα
χέρια της κάτω από την ποδιά για να τα ζεστάνει.
Μέσα σε όλες αυτές τις
καθημερινές χρήσεις, ξεχωριστή θέση είχαν και οι τσέπες της. Μικρές αλλά γεμάτες
ιστορίες της καθημερινότητας. Εκεί μπορούσε να βάλει μερικά σύκα από τον κήπο,
μια καραμέλα για το εγγόνι, ένα μικρό χαρτζιλίκι «λιάνωμα», για τα παιδιά.
Η ποδιά γνώριζε τον καθημερινό αγώνα της γυναίκας
από το πρωί που την έδενε στη μέση της μέχρι το βράδυ που την έλυνε. Πάνω της
έμεναν ίχνη από το ζύμωμα, το μαγείρεμα, τον κήπο, τις δουλειές του σπιτιού και
του χωραφιού. Ήταν ένα «ημερολόγιο» μιας
ζωής που περνούσε μέσα από τα χέρια της.
Η ποδιά, όμως, δεν είχε μόνο τα
χρώματα της καθημερινότητας και της χαράς. Είχε και το μαύρο του πένθους. Στο πένθος η γυναίκα
φορούσε το μαύρο χρώμα ως ένδειξη σεβασμού στον νεκρό. Μαύρα ρούχα, μαύρο
μαντήλι στο κεφάλι και μαύρη ποδιά στη μέση της.
Από το μαύρο του πένθους περνάμε
σε μια άλλη ποδιά, φτιαγμένη για τον σκληρό καθημερινό κάματο: την ποδιά του
καπνού. Στο
μάζεμα των καπνόφυλλων, έπαιρνε τη θέση της καθημερινής. Μεγάλες ποδιές από γερό
πανί ή από λινάτσα, φτιαγμένες για τη σκληρή δουλειά του καπνού. Εκεί μέσα
συγκεντρώνονταν τα φύλλα τα οποία μάζευαν
οι αγρότισσες στο καπνοχώραφο. Ήταν η
ποδιά του κάματου, της σκληρής ζωής.
Μια μαρτυρία για την ποδιά της
μάνας το 1941. Ένα
περιστατικό το οποίο συνδέεται με την ποδιά της μάνας του, μου αφηγήθηκε ο
υπέργηρος Αλέξανδρος Κυριαζής από την Μπαμπίνη Ξηρομέρου:
«Θυμάμαι, το ’41 είχαμε πείνα.
Ήμουνα τότε δέκα χρονών παιδάκι. Μια μέρα, το θάμπωμα, είδα τη μάνα μου να
κρύβει κάτω από την ποδιά της ένα καπάκι. Ένα μικρό χαλκωματένιο ήτανε. Βγήκε
από το σπίτι.
– Πού πας μάνα; Νάρθω κι εγώ;
-Και δεν έρχεσαι, μου είπε.
Την ακολούθησα. Είχα την περιέργεια. Πήγε στον
πρωτομπάρμπα της, τον Νικόλα, αδελφό της μάνας της.
–Ε,
μπάρμπα, του είπε, μ(ου) δίνεις λίγο αλευράκι να φκιάσω έναν χυλό για τα παιδιά
μ’;
Εγώ
είδα πως είχε στο μπακάλικο εφτά τσουβάλια, σακιά αλεύρι.
-Ε,
Βασιλική μ’, κοπέλλα μ’, της είπε, δεν έχω. Αυτά τα τσουβάλια π(ου) βλέπ(ει)ς,
θα τα πάρουνε το πρωί. Δεν έχω, κοπέλλα μ’.
Η μάνα μ’
δεν είπε τίποτα! Ανάσα! Γύρισε αδειανή
στο σπίτι μας. Με το καπάκι κάτω από την ποδιά της. Ακόμα το θυμάμαι αυτό το
περιστατικό. Ήταν πολύ τσιγκούνης ο μπάρμπας της.
Έτσι πήγαιναν τότε οι γυναίκες. Έκρυβαν κάτω από
την ποδιά τους κάτι που δεν ήθελαν να το δουν οι γείτονες. Και πήγαιναν το θάμπωμα, δεν πήγαιναν τη μέρα.
Μέσα στις τσέπες από την ποδιά όμως έκρυβαν και
δυο καρύδια, δυο μυδγαλάκια, ό, τι μπορούσαν για τα παιδιά».
Αυτή η
αφήγηση συνδέει την ποδιά με τα δύσκολα χρόνια της φτώχειας και της πείνας και
η ίδια λειτουργεί ως κρυψώνα για το χαλκωματένιο καπάκι. Η ποδιά που στα
δύσκολα χρόνια έκρυβε την ανάγκη και την ανέχεια, στα χρόνια της παιδικής
ηλικίας μπορούσε να κρύβει και μικρές χαρές:
Θυμάμαι, ακόμη και η κίνηση της γιαγιάς μου να βάλει το
χέρι στην τσέπη της ποδιάς της και το ψαχούλεμα κάποια χαρά και προσμονή έκρυβε
για μας τα παιδιά τότε. Σε μια εποχή που και μια καραμέλα, ένα λουκούμι, είχαν
μεγάλη αξία, το καλύτερό μου ήταν όταν η γιαγιά ξετρύπωνε από την τσέπη της
μικρά τραταρίσματα!
Θυμάμαι επίσης, ότι η ποδιά της μάνας ή της
γιαγιάς χρησίμευε και ως πετσέτα για να καθαρίσει τα βρώμικα, από το
παιχνίδι, προσωπάκια και τα χέρια των
παιδιών. Δεν υπήρχαν τότε τα υγρά μαντηλάκια και το χαρτί κουζίνας.
Η ποδιά ως σύμβολο: Η ποδιά δεν έμεινε στη μνήμη μας μόνο ως ένα
αντικείμενο πολλαπλών χρήσεων. Έγινε σύμβολο μνήμης, προστασίας και αγάπης. Αυτή την ιερότητα και
τη βαθιά μνήμη που κουβαλά η ποδιά, την περιγράφει, με έναν πανανθρώπινο τρόπο,
η ισπανόφωνη ποιήτρια Λάουρα Γιορτάνι. Στο ποίημά της με τίτλο «Φυλαχτό», το oποίο
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Vakxikon.gr,
αποθεώνει τα απλά, καθημερινά πράγματα που μας προστατεύουν σαν φυλαχτά,
βάζοντας ανάμεσά τους και την ποδιά: ένα νεογιλό δόντι από κάθε παιδί, δυο
φτερά σπουργιτιού το οποίο έχει αναστηθεί μετά τον παγετό, τρεις μεταμορφώσεις
τζιτζικιού και την καρό ποδιά της γιαγιάς:
«Ένα νεογιλό δόντι από
κάθε παιδί
δύο φτερά σπουργιτιού
που έχει αναστηθεί
μετά τον παγετό
τρεις μεταμορφώσεις τζιτζικιού
την καρό ποδιά της γιαγιάς
την αθώα λέξη της Αλεξάνδρας[…]» (Από την ποιητική συλλογή Talismán – Φυλαχτό)
Όπως η
ποιήτρια αναζητά το δικό της «φυλαχτό» στο «νεογιλό δόντι του παιδιού, […] και
την καρό ποδιά», έτσι και εμείς, κοιτάζοντας πίσω στις γιαγιάδες μας στο
Ξηρόμερο, αναγνωρίζουμε στη δική τους ποδιά το σύμβολο προστασίας. Ήταν η
ασπίδα τους απέναντι στις δυσκολίες της αγροτικής ζωής και ταυτόχρονα, μια
ζεστή αγκαλιά που μύριζε προζύμι, χώμα και καθαριότητα.
Αν αναζητάμε σήμερα ένα φυλαχτό για να κρατήσουμε
ζωντανή την παράδοση του τόπου μας, αρκεί να θυμηθούμε εκείνη την «καρό» ποδιά
ζωσμένη στη μέση της γιαγιάς και της μάνας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο