Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2022

Το διήγημα «Ο ΟΜΗΡΟΣ» από το νέο βιβλίο Η ΙΘΑΚΗ ΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ (εκδόσεις Άπαρσις), της Ελένης Στρατούλη.


     Το διήγημα είναι ένα από τρία βασικά είδη της αφηγηματικής πεζογραφίας το οποίο ξεχωρίζει για την συντομία του και την έκτασή του, η συγγραφέας Ελένη Στρατούλη έστειλε προς δημοσίευση το παρακάτω διήγημά Ο ΟΜΗΡΟΣ, από το νέο βιβλίο Η ΙΘΑΚΗ ΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ (εκδόσεις Άπαρσις).


Ο ΟΜΗΡΟΣ
 

«Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ
πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν·
πολλῶν δ᾿ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω,
πολλὰ δ᾿ ὅ γ᾿ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν,
ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων…»


    Με αυτά τα λόγια αρχίζει η Οδύσσεια του Ομήρου, που μεταφρασμένα μας λένε «Τον άντρα, Μούσα, τον πολύτροπο να μου ανιστορήσεις, που βρέθηκε ως τα πέρατα του κόσμου να γυρνά, αφού της Τροίας πάτησε το κάστρο το ιερό. Γνώρισε πολιτείες πολλές, έμαθε πολλών ανθρώπων τις βουλές, κι έζησε, καταμεσής στο πέλαγος, πάθη πολλά που τον σημάδεψαν, σηκώνοντας το βάρος για τη δική του τη ζωή και των συντρόφων του τον γυρισμό…».

    Πολλοί θυμόμαστε τους ομηρικούς στίχους αυτολεξεί απ’ το σχολείο και θεωρούμε απαράδεκτο να υπάρχει σήμερα παιδί, που να μην ξέρει για τον Όμηρο και τον Οδυσσέα, σε μια χώρα που ο λαός της έχει τη ναυτοσύνη, το ταξίδι και την περιπέτεια στο αίμα του, έχει ποτίσει με τον ιδρώτα των ξενιτεμένων του κάθε γωνιά του κόσμου, και τις τελευταίες δεκαετίες δέχεται με τη σειρά του πλήθη κατατρεγμένων μεταναστών και προσφύγων.

    Δε θα λέγαμε το ίδιο για ‘κείνα τα ελληνόπουλα, ιδίως της επαρχίας, που τις δεκαετίες του 1930 και 1940 έζησαν μες στη φτώχεια, με ανεπαρκή ή ανύπαρκτη μόρφωση, λόγω των συνεχών πολέμων και των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών αναταραχών. Τότε, που η εκπαίδευση ήταν προνόμιο των εύπορων και του αντρικού φύλου κι ο αναλφαβητισμός έφτανε στα ύψη.

    Τι να τον κάνουν τον Όμηρο και τον Οδυσσέα, όταν το σακούλι τους δεν είχε μέσα ούτε ψωμί, κι έπρεπε από μικρά να δουλέψουν για τον επιούσιο!

    Με το σακούλι άδειο και με το ενδεικτικό της δευτέρας δημοτικού στο χέρι, το 1964 έφυγε μετανάστης στη Γερμανία κι ο κυρ Διομήδης, σχεδόν τριανταπεντάρης. Είχε ήδη πέντε παιδιά να ταΐσει, και μαζί με τον εαυτό του, την κυρά του και τη μάνα του, οχτώ στόματα. Κι όχι μόνο να ταΐσει, αλλά και να σπουδάσει τα αγόρια και να προικίσει τις κόρες. Ο ξενιτεμός ήταν μονόδρομος γι’ αυτόν, όπως και για εκατοντάδες άλλους άκληρους και άνεργους, εκείνα τα χρόνια της δεύτερης μεγάλης μεταναστευτικής  εξόδου των Ελλήνων.

    Κάποια μέρα, το αφεντικό του σε μια απ’ τις πολλές δουλειές που άλλαξε στα ξένα, γνωρίζοντας ότι ήταν Έλληνας τον ρώτησε τι ήταν ο Όμηρος. Κι άρχισε να του απαγγέλει στην ομηρική γλώσσα τους πρώτους στίχους απ’ την Οδύσσεια. Ίσως με ειρωνεία ή υπεροψία, για να μειώσει τον Έλληνα «αγράμματο» εργάτη, μιας και ήξερε καλά πόσο χαμηλό μορφωτικό επίπεδο είχαν οι μετανάστες σαν κι αυτόν, και ποια ανάγκη τους οδήγησε στην ξενιτιά. Ίσως πάλι, έχοντας διδαχτεί ή μελετήσει τα ομηρικά έπη, όπως τόσοι και τόσοι στην υφήλιο, να είδε στο πρόσωπο του έλληνα μετανάστη έναν σύγχρονο πολύτροπο Οδυσσέα να περιπλανιέται μακριά απ’ την πατρίδα του, να μηχανεύεται τρόπους για την επιβίωση και να αγωνίζεται σκληρά για την υπέρβαση των εμποδίων, με το μυαλό του προσηλωμένο στο νόστο και στην οικογένεια.    

    Ο κυρ Διομήδης τον άκουγε χωρίς να καταλαβαίνει. Στο τέλος, σήκωσε τους ώμους και δεν έβγαλε μιλιά. Τι ήξερε άλλωστε να πει; Μα το περιστατικό αυτό δε διαγράφτηκε απ’ τη μνήμη του όσα χρόνια έμεινε στην προσφυγιά, ούτε όταν γύρισε οριστικά στο χωριό του, μετά από δέκα χρόνια ξενιτεμού. Τον έτρωγε σαν ανομολόγητο αμάρτημα, που δε μπορούσε να το προσδιορίσει. Μέχρι που ανάφερε στο μικρότερο γιο του, σαν σε εξομολόγηση, για κάποιο Μήρο ή Μώρο, και για κάτι σαν ποίημα σε αλλόκοτα ελληνικά, που του είπε κάποτε ο Γερμανός εργοδότης του. Ο γιος, μεγάλος και μορφωμένος πια, τον ρώτησε γελώντας, «Μήπως σου μίλησε για τον Όμηρο πατέρα; Και μήπως σου απάγγειλε το Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον;». «Ναι, κάτι τέτοιο», του απάντησε εκείνος, κι έσκυψε το κεφάλι, όταν ο γιος του εξήγησε με απλά λόγια για τον επικό ποιητή και για τον ήρωά του τον Οδυσσέα. Ντράπηκε με καθυστέρηση χρόνων για τον εξευτελισμό του στα μάτια του ξένου, όσο δεν είχε ντραπεί για τίποτε άλλο στη ζωή του. Κι ας μην έφταιγε αυτός, αλλά οι συνθήκες της εποχής του. Που δεν του επέτρεψαν να πάρει ούτε τη στοιχειώδη παιδεία, και τον έδιωξαν σχεδόν αγράμματο στην ξενιτιά, να αντιμετωπίσει Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες με μοναδικά του όπλα τα γερά του χέρια, το πολυμήχανο μυαλό του και τη λαχτάρα της επιστροφής. Ευτυχώς, του ήταν αρκετά! Όσο για τον Όμηρο, μπορεί να μην τον είχε στο μυαλό του, τον είχε όμως στην ψυχή του, αφού κι ο ίδιος ήταν Οδυσσέας. Ένας απ’ τους πολλούς της γενιάς του.

    Χθες βράδυ, μου τηλεφώνησε μια αγαπημένη μου φίλη, που βρίσκεται προσωρινά στην Αγγλία, για να βοηθήσει την κόρη της, που γέννησε πρόσφατα εκεί το πρώτο της παιδί. Μου είπε, πως το νεογέννητο αγοράκι οι γονείς του το ονόμασαν Οδυσσέα γιατί, φορτωμένοι πτυχία κι οι δυο, ταλαιπωρούνται δεκατέσσερα χρόνια τώρα από χώρα σε χώρα, κάθε χρόνο κι αλλού, όπου υπάρχει δουλειά γι’ αυτούς, αφού παρά τις πλούσιες περγαμηνές τους, δεν έχουν καταφέρει ακόμα να βρουν μια θέση σε ελληνικό Πανεπιστήμιο! Ανήκουν κι αυτοί στη σύγχρονη γενιά των νέων επιστημόνων μεταναστών, που περιπλανώνται μακριά απ’ τον τόπο τους, σαν τον πολύτροπο Οδυσσέα. Της ευχήθηκα συγκινημένη να φτάσουν επιτέλους στην Ιθάκη τους, κι ο μικρός Οδυσσέας τους να μεγαλώσει χωρίς περιπέτειες, και να εισπράξει μόνον οφέλη απ’ τα ταξίδια των γονιών του.-

ΕΛΕΝΗ ΣΤΡΑΤΟΥΛΗ
Συν/χος δικηγόρος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο