FaceBook

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Ιστορίες για ζωοκλοπές στην Παλαιομάνινα

Μερικές αναδρομές με αφορμή τα συνεχή κρούσματα ζωοκλοπών στο Ξηρόμερο
Από τον Δημήτρη Στεργίου*  
          Τα συνεχή κρούσματα ζωοκλοπών στην περιοχή μας, στο Ξηρόμερο, ζωντάνεψαν στη μνήμη μου πραγματικές εικόνες και  ιστορίες τέτοιων απαράδεκτων περιστατικών στην Παλαιομάνινα μετά την κατοχή και έως τα μέσα τη δεκαετίας του 1950....


        Τότε, και έως τα τέλη της δεκαετίας του 1940, η οικογένειά μου δεν είχε εγκαταλείψει την κτηνοτροφική δραστηριότητα, η οποία περιοριζόταν κυρίως στην αιγοτροφία με «αρχηγό» τον παππού Αντώνη ή Ντόνα Στεργίου ή Οστά έως το θάνατό του το 1942 και στη συνέχεια τον αδερφό μου Αριστοτέλη Στεργίου.
          Κάθε βράδυ, κοντά στο τζάκι, με κρεμασμένη τότε τη λάμπα πετρελαίου, στις συζητήσεις κυριαρχούσαν τα απανωτά κρούσματα των ζωοκλοπών στο χωριό σα να διάβαζαν «Αστυνομικό Δελτίο Συμβάντων», δηλαδή αναφέρονταν τα συγκεκριμένα κρούσματα ανά στάνες.
          Θυμάμαι ότι τα δικά μας μαντριά είχαν μεταφερθεί, μετά το θάνατο του παππού μου το 1942, στον κοντινό λόφο του χωριού μας, το τοπωνύμιο «Σούτος» (γυμνός λόφος) ή «Κιτριτσέλο» (λόφος με μικρές πέτρες). 
         Εκεί, η οικογένειά μου είχε κατασκευάσει τα πρωτόγονα μαντριά (τοίχοι από ξερολιθιά  και πάνω για σκεπή ξύλα από τις γειτονικές βελανιδιές και άχυρα από το ποτάμι (αχυροκαλύβες), τα οποία λέγονταν «στριάχες». Εκεί, στη συνέχεια, υπήρχαν, με την ίδια κατασκευή, αλλά μαντριά σε μικρότερη έκταση και με μπόλικο άχυρο στο δάπεδο, τα λεγόμενα «κουτάρου», δηλαδή ειδικό μέρος για φύλαξη και προστασία των κατσικιών. 
       Εννοείται, ότι τα μαντριά φύλαξαν πάνω από πέντε άγρια τσοπανόσκυλα και, φυσικά, εκεί κοντά κρυμμένοι οι ιδιοκτήτες – βοσκοί, κατά βάρδιες με το κλεφτοφάναρά τους, έτοιμοι να παρέμβουν σε κάθε γαύγισμα των σκυλιών.      
        Σημειώνεται ότι τότε οι μεγαλύτεροι εχθροί των κοπαδιών ήταν οι ζωοκλέφτες, οι λύκοι και οι αλεπούδες!
       Εκεί, λοιπόν, στο τζάκι, τα χειμωνιάτικα βράδια συζητούσαν συνεχώς για τους ζωοκλέφτες, για τον τρόπο που έπρεπε να σώσουν το βιός τους, για «παλικαριές» και «ανδραγαθήματα» στην πάλη με τους κακοποιούς, για την αυτοθυσία των τσοπανόσκυλων και άλλα ποιμενικές ιστορίες. 
       Θυμάμαι όμως ότι σε όλες αυτές τις συζητήσεις δεν έλειπαν και η αναδρομή σε παλιά περιστατικά και, κυρίως, στη δραστηριότητα μερικών περιβόητων ζωοκλεφτών. 
      Με βάση αυτές τις αφηγήσεις και ιδιαίτερα εκμυστηρεύσεις υπέργηρων του χωριού μας κατά τη δεκαετία του 1950 έγραψα σε μικρό θεατρικό λόγο μερικές ιστορίες και  παλιά περιστατικά του χωριού μου. Ένα από αυτά είναι κι εκείνο υπό τον τίτλο «Το κλεμμένο κατσίκι». 
   
     Επιτρέψτε μου, λόγω επικαιρότητας, να  παραθέσω μερικές σκηνές από τι μικρό αυτό θεατρικό:
 ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
Το κλεμμένο κατσίκι

   (Στη σκηνή κάθεται σ΄ ένα σκαμνί και λιάζεται, παίζοντας το κομπολόι του και στρίβοντας το μουστάκι του, ο Νάσος Κίτα Ρούσκος, που΄ κανε και το χασάπη στο χωριό. Περαστικός, τάχα, είναι ο Ντόνας Νώντα Στες).

ΝΤΟΝΑΣ: Καλημέρα, Νάσο.
ΝΑΣΟΣ: Πράγματι, είναι καλή μέρα, Ντόνα.
ΝΤΟΝΑΣ: Είναι ωραίο και το προσήλι.
ΝΑΣΟΣ: Α, εδώ καθόταν κάποτε και ο πατέρας μου και μού΄ λεγε διάφορες ιστορίες για τους Ριμένους, για το σόι μας, Ωραία χρόνια!
ΝΤΟΝΑΣ: Θα καθίσεις πολλή ώρα εδώ…
ΝΑΣΟΣ: Θα καθίσω κι άλλο. Μαζεύω ήλιο για το χειμώνα! (χαμογέλασε). Εσύ από πού έρχεσαι;
ΝΤΟΝΑΣ: Να, περαστικός ήμουνα! Να σου πω κάτι σιγανά, να μη μας ακούσει κανένας!
ΝΑΣΟΣ: Άρα δεν είσαι περαστικός! Κάτι θέλεις εσύ για νά’ ρθεις να με βρεις!
ΝΤΟΝΑΣ: Πάρτο όπως θες. Να, σκύψε λίγο…
ΝΑΣΟΣ: Έλα, πες μου.
ΝΤΟΝΑΣ! Έχω ένα κατσίκι γάλακτος που λένε.
ΝΑΣΟΣ: Και τι θέλεις;
ΝΤΟΝΑΣ: Να το… σφάξεις!
ΝΑΣΟΣ: Πού το βρήκες το κατσίκι;
ΝΤΟΝΑΣ: Δικό μου είναι!
ΝΑΣΟΣ: Μα, εσύ δε βοσκάς πρόβατα και γίδια. Εσύ μόνο κλέβεις!
ΝΤΟΝΑΣ: Πάρτο όπως θες! Τώρα είναι … δικό μου!
ΝΑΣΟΣ: Δεν έχω τώρα λεφτά. Να το σφάξω πρώτα, να το πουλήσω και μετά θα σού δώκω τους παράδες.
ΝΤΟΝΑΣ: Θα μου δώκεις τα λεφτά. Έτσι;
ΝΑΣΟΣ: Όταν τα μαζέψω θα στα δώκω…
 ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

(Η σκηνή πάλι με το Νάσο να κάθεται στο προσήλι, να παίζει το κομπολόι του, να στρίβει το μουστάκι του, να σιγοτραγουδάει. Τον πλησιάζει ο Ντόνας).

ΝΤΟΝΑΣ: Τι θα γίνει, ρε Νάσο; Έχουν περάσει τριάντα μέρες από τότε που έσφαξες το κατσίκι «μου» κι ακόμη δεν μού  δωκες τα λεφτά μου!
ΝΑΣΟΣ: Όχι και κατσίκι «σου», Ντόνα. Το κατσίκι ήταν κλεμμένο.
ΝΤΟΝΑΣ: Θα μου δώκεις τα λεφτά;
ΝΑΣΟΣ: Δεν έχω λεφτά. Το΄ δωκα βερεσέ το κατσίκι στο χωριό!
ΝΤΟΝΑΣ: Μου λες ψέματα. Εγώ ρώτησα κι έμαθα. Σε πλήρωσαν όλοι όσοι αγόρασαν τότε το κατσίκι βερεσέ.
ΝΑΣΟΣ: Ε, και, λοιπόν, τι θέλεις τώρα;
ΝΤΟΝΑΣ: Τα λεφτά μου!
ΝΑΣΟΣ: Δε σου χρωστάω τίποτε…
ΝΤΟΝΑΣ: Α, εκεί το πας τώρα;
ΝΑΣΟΣ:  Πάρτο όπως θες…Πήγαινε και πες στο χωριό ότι ο Νάσος Κίτα Ρούσκος μου χρωστάει λεφτά από … κλεμμένο κατσίκι που του πούλησα!
ΝΤΟΝΑΣ: (σκέφτεται λίγο, πιάνει το πηγούνι και νευριάζει). Μου την έφερες! Θα μου το πληρώσεις ακριβά, Ρούσκο (έφυγε).
 ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ

(Η σκηνή παρουσιάζει το Νάσο να κοιμάται στην αυλή και να ροχαλίζει. Ο Ντόνας τον πλησιάζει σιγά – σιγά, κοιτάζει να δει πού΄ ναι το σελάχι του Νάσου, αλλά διαπιστώνει ότι το είχε βάλει κάτω από το πρόχειρο προσκεφάλι του! Τότε αδειάζει στα μάτια του Νάσου τον ντορβά που είχε γεμίσει με στάχτη, αρπάζει το σελάχι…)

ΝΑΣΟΣ: (πετάγεται από τον ύπνο του με τα μάτια του γεμάτα από στάχτη). Αχ, αχ, ο Ντόνας μου την έφερε. Α, ρε άτιμε, Ντόνα. Αχ τα μάτια μου…
ΝΤΟΝΑΣ: (φεύγει ψάχνοντας το σελάχι του Νάσου και φωνάζει απογοητευμένος). Α, ρε άτιμε Ρούσκο. Μου την έφερες πάλι. Είναι άδειο το … σελάχι!
ΝΑΣΟΣ: (σιγοψιθυρίζει με ικανοποίηση). Την έπαθε ο κατσικοκλέφτης, την έπαθε ο κατσικοκλέφτης! Αφού, ούτε το σελάχι μου μπορεί να κρατήσει. Έχει γραμμένο πάνω του το όνομά μου: Νάσος Κίτα Ρούσκος. Θα το πω σε όλο το χωριό ότι μου το έκλεψε. Αμ πώς…                              

(* Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Στεργίου γεννήθηκε στην Παλαιομάνινα Αιτωλοακαρνανίας και διετέλεσε διευθυντής μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων και περιοδικών).

Δεν υπάρχουν σχόλια: