Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Ο κούρος στο Ξηρόμερο!

Το Χωριό μας, η Κωνωπίνα και κατ’ επέκταση ολόκληρη η εδαφική έκταση του Ξηρομέρου, από ανέκαθεν, προσφέρονταν για κτηνοτροφία. Αρχές του προηγούμενου αιώνα και την περίοδο του μεσοπολέμου η κυριότερη ενασχόληση των χωριανών μας αλλά και των συμπατριωτών μας ήταν η κτηνοτροφία..


Χιλιάδες ζώα, κυρίως γιδοπρόβατα αλλά και βόδια υπήρχαν στα βοσκοτόπια. Τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες ο αριθμός αυτών των ζωντανών αυξάνονταν κατακόρυφα γιατί προστίθεντο δεκάδες χιλιάδες ζωντανά που ερχόνταν από τα μέρη της κεντρικής πατρίδας μας για ξεχειμαδιό στα βοσκοτόπια του Ξηρομέρου, που ήταν από τα πλέον ενδεδειγμένα συνοδευόμενα από τους πραταραίους τους, που ήταν κατά κανόνα βλάχοι - Σαρακατσαναίοι με τις φαμελιές τους.
Οι  κουρευτάδες σε δράση. Διακρίνεται ο αείμνηστος Στέφος Κοθρούλας
και ο Νάσιος Κωστακιώτης
Οι λάκες γέμιζαν ζωντανά και ήχοι από τα κουδούνια και τα τσοκάνια έδιναν τη δική τους διάσταση βοηθώντας πρακτικά, στο σκάρο, στο σάλαγο, στη στρούγκα και στο στάλο ξεχωρίζοντας τα κοπάδια των «μερακλήδων», που γινόταν αντιληπτά από την μελωδία των κουδουνιών τους κι από το συνταιριασμένο κι αρμονικό άκουσμά τους.

Οι «δεσμοί» των πραταραίων με το κοπάδι ήταν «ιεροί». Θεωρούσαν τα ζώα μέρος της φαμιλιάς τους ως αναπόσπαστο κομμάτι αυτής και τα φρόντιζαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα μικρά μεγάλωναν με το ρογοβύζι.

Μεγάλο γεγονός για την ποιμενική ζωή του τόπου μας ήταν ο κούρος, δηλ. το κούρεμα, που έπρεπε να γίνεται απαραίτητα σ' όλα τα ζώα, πρόβατα και γίδια, μικρά και μεγάλα.

Ο κούρος έμοιαζε με πανηγύρι ήταν ημέρα χαράς για τους τσοπάνηδες. Τον πρώτο λόγο είχαν οι άντρες, ενώ οι γυναίκες βοηθούσαν, μαζεύοντας τα “πλοκάρια”, τα οποία στη συνέχεια θα επεξεργάζονταν να δημιουργήσουν εξαιρετικά υφαντά.

Στα μέσα του Μάρτη οι πραταραίοι άρχιζαν να προετοιμάζονται, τροχόντας τα πρατοψάλιδά τους και γυρεύοντας τους καλλίτερους κουρευτάδες, γρήγορους και επιδέξιους «τεχνίτες», για να συγκροτήσουν το συνεργείο του κούρου, γιατί τα ζωντανά ήταν πολλά.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο κούρος ήταν και είναι μια ιδιαίτερα κοπιαστική διαδικασία, καθώς το μαλλί των ζώων είναι ποτισμένο με λίπος, το οποίο εμποδίζει την διείσδυση του ψαλιδιού στα μαλλιά και δυσχεραίνει το κόψιμό τους.

Έτσι στις αρχές Απριλίου πρώτα αρχίζανε από τα γαλάρια (τα γεννημένα πρόβατα ή γίδια που έχουν γάλα ) για να παίρνουν αέρα αλλά και για να διευκολύνονται οι ίδιοι στο άρμεγμα. Κουρεύουν δηλαδή την κοιλιά και την γενετήσια περιοχή των ζωντανών. Μ’ αυτόν τον τρόπο ανακούφιζαν τα ζώα απ’ την ζέστη αλλά και τα παράσιτα, αφαιρώντας το πυκνό τους τρίχωμα. Το μαλλί αυτό ήταν, κατώτερης ποιότητας και ονομαζόταν: «κουλόκρα».

Ο κανονικός και γενικευμένος κούρος γίνεται στις αρχές Μαΐου ανάλογα βέβαια με τον καιρό. Τα μαλλιά αυτά “λαγάριζαν” καλύτερα και ήταν πολύ ανώτερης ποιότητας από τα κουλόκρα και συνήθως οι γυναίκες τα κρατούσαν για το σπίτι.
Έτος 1967. Κατά τη διάρκεια κούρου (πιθανόν στην Καλίτσα) διακρίνονται από αριστερά: Δημητριος Μπαρμπάκης, Παντελής Πραμαγκιούλης, ο Δάσκαλός μας Θανάσης Παπανικολάου, Κων/νος Ράππος, Αχιλλέας Φούρλης, Φώτης Κουτσοφέγγης, Μάκιας Σκούρτας, Δήμος Φραγκάκης, Σπύρος Μπαλάφας

Κατά τη διάρκεια του κούρου έσφαζαν αρνιά ή κατσίκια και τα έψηναν στη σούβλα, έτρωγαν, γλένταγαν και χαίρονταν ενώ παράλληλα οι κουρευτάδες επιτελούσαν το έργο τους παίρνοντας θέση στην έξοδο της στρούγκας πιάνοντας ένα-ένα τα πρόβατα, τα οποία ακινητοποιούν στο έδαφος και τα κουρεύουν.

Ο κούρος για τα γίδια ήταν διαφορετικός, από των προβάτων. Τα κούρευαν όρθια. Έκοβαν φούρκες, για να φτιάξουν τις «κουρεύτρες», άλλες μικρές κι άλλες μεγάλες. Στις μικρές κούρευαν τα μικρά και στις μεγάλες τα μεγάλα γίδια. Στερέωναν τις φούρκες καλά στο χώμα και από πάνω έδεναν ένα σχοινί που δενόταν από πάνω από το κεφάλι του ζώου. Έτσι το γίδι δεν μπορούσε να κουνηθεί εύκολα και ο τσοπάνης το κούρευε εύκολα και γρήγορα, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να τραυματίσει το ζώο.

Στις μέρες μας η κτηνοτροφία έχει συρρικνωθεί αν και τώρα με την εγκατάλειψη του καπνού προσφέρεται γιατί όλα τα χωράφια είναι χέρσα και τα ζωντανά δεν κάνουνε ζημιές γιατί δεν υπάρχουν καλλιέργειες ή και αυτές που υπάρχουν είναι ελάχιστες.

Και σήμερα οι εναπομείναντες χωριανοί μας – πραταραίοι τηρούν με ευλάβεια το έθιμο του κούρου, διατηρώντας ένα ξεχωριστό κομμάτι της παράδοσης του τόπου μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι λες γι αυτό αγαπητό Ξηρόμερο